in ,

Η τήβεννος και το γκλομπ. Του Italo Di Sabato

Πηγή: Comune-info.net, Μετάφραση: Καλλιόπη Ράπτη

Όταν η αριστερά σταματά να μάχεται, αναζητά στη δικαστική εξουσία το υποκατάστατο της κοινωνικής σύγκρουσης.  Όμως, όσοι υπερασπίζονται την υπάρχουσα τάξη δεν μπορούν να γίνουν οι πρωταγωνιστές του μετασχηματισμού.

Οι συζητήσεις που προέκυψαν τους τελευταίους μήνες γύρω από τη δικαιοσύνη, το συνταγματικό δημοψήφισμα και την καταστολή των κοινωνικών αγώνων έχουν φέρει στο προσκήνιο ένα ζήτημα το οποίο ένα τμήμα της αριστεράς συνεχίζει να αγνοεί: τη σχέση μεταξύ της δικαστικής εξουσίας, της κοινωνικής σύγκρουσης και της πολιτικής αλλαγής. Το θέμα δεν είναι να υπερασπιστούμε τους ισχυρούς, ούτε να αρνηθούμε τα ατομικά εγκλήματα ή τις ευθύνες. Το θέμα είναι άλλο: να κατανοήσουμε εάν ο μετασχηματισμός της κοινωνίας εξαρτάται από την οικοδόμηση σχέσεων εξουσίας από κάτω προς τα πάνω ή από την σωτήρια ανάθεση της εξουσίας στην ποινική δικαιοσύνη. Αυτό είναι το κρίσιμο ερώτημα.

Υπάρχει μια «οδός συντομεύσεως» που διατρέχει την ιταλική πολιτική σκηνή εδώ και πάνω από τριάντα χρόνια, μια συντόμευση που συνεχίζει να επανεμφανίζεται κάθε φορά που η αντιπολίτευση φαίνεται αδύναμη, χωρίς κοινωνικές ρίζες και ανίκανη να μιλήσει στην πραγματική χώρα. Είναι η ιδέα ότι η αλλαγή μπορεί να προέλθει όχι από τους αγώνες, τις συλλογικές κινητοποιήσεις ή την οικοδόμηση κοινωνικών και πολιτικών εναλλακτικών λύσεων, αλλά από την δικαστική παρέμβαση και την δικαστική θεαματικοποίηση.

Όταν απουσιάζει η πολιτική, εμφανίζεται στη σκηνή ο δικαστικός ηθικισμός. Οι δίκες γίνονται υποκατάστατο της αντιπολίτευσης, η άσκηση ποινικών διώξεων αντικαθιστά το πολιτικό πρόγραμμα, οι υποκλοπές αντικαθιστούν την κοινωνική ανάλυση και τα ασφαλιστικά μέτρα γίνονται πολιτικά πρωτοσέλιδα. Ο δημόσιος διάλογος σταματά να ασχολείται με τους μισθούς, την εργασιακή επισφάλεια, τον πόλεμο, την υγειονομική περίθαλψη, την εκπαίδευση, την περιβαλλοντική καταστροφή, την καταστολή της διαφωνίας και επικεντρώνεται στο σκάνδαλο της ημέρας. Η ποινική δικαιοσύνη επιβαρύνεται με μια λειτουργία που δεν της αρμόζει: αναπληρώνει την κρίση της εκπροσώπησης.

Όμως, η δικαστική εξουσία δεν μπορεί να αντικαταστήσει την πολιτική. Και όταν το επιχειρεί, ή όταν άλλοι απαιτούν να το κάνει, το αποτέλεσμα δεν είναι η δημοκρατική αναγέννηση, είναι η ένδεια της δημοκρατίας.

Για να κατανοήσουμε πώς φτάσαμε σε αυτό το σημείο, πρέπει να εξετάσουμε την πρόσφατη ιστορία της χώρας. Η κεντρική θέση της δικαστικής εξουσίας στην ιταλική δημόσια ζωή δεν γεννήθηκε σήμερα. Είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας.

Το καθεστώς εξαίρεσης που δημιουργήθηκε για να αντιμετωπίσει την περίοδο των κοινωνικών και πολιτικών συγκρούσεων της δεκαετίας του ’70, οι «μαζικές δίκες» (maxiprocessi) που χαρακτήρισαν τη δεκαετία του ’80, η διεύρυνση των ανακριτικών εξουσιών και η σταδιακή αναβάθμιση της εισαγγελικής αρχής σε κεντρικό παράγοντα έχουν μετατρέψει τη δικαστική εξουσία σε κάτι περισσότερο από έναν απλό κρατικό μηχανισμό.

Τα τελευταία σαράντα χρόνια, η δικαστική εξουσία έχει καταστεί ένας από τους κύριους παράγοντες της ιταλικής πολιτικής ζωής, και συχνά επιφορτίζεται με τον ρόλο του εκφραστή ενός γενικού συμφέροντος, το οποίο η πολιτική φαίνεται ότι αδυνατεί να εκπροσωπήσει.

Το αποφασιστικό σημείο καμπής, ωστόσο, ήρθε με την Tangentopoli*. Πολλοί από εκείνους που έζησαν εκείνη την περίοδο ήταν πεπεισμένοι ότι γίνονταν μάρτυρες μιας ηθικής αναγέννησης της χώρας. Λίγοι κατάλαβαν ότι, μαζί με την κατάρρευση του πολιτικού συστήματος της Πρώτης Δημοκρατίας, έπαιρνε σχήμα και μορφή ένα νέο πολιτισμικό παράδειγμα. Το μοντέλο του αποδιοπομπαίου τράγου αντικαθιστούσε σταδιακά την κριτική των σχέσεων εξουσίας. Η συλλογική ευθύνη έδωσε τη θέση της στην ατομική ενοχή. Τα κοινωνικά προβλήματα μεταφράστηκαν σε ποινικές υποθέσεις. Η πολιτική έπαψε να είναι το πεδίο του μετασχηματισμού και μετατράπηκε σε πεδίο επίρριψης ευθυνών.

Από εκείνη τη στιγμή και μετά, διαμορφώθηκε μια δημόσια κουλτούρα που διαπερνά τόσο την αριστερά όσο και τη δεξιά, τροφοδοτώντας ιδεολογίες εχθροπάθειας, θυματοποίησης και τιμωρίας. Ο χώρος της κοινωνικής σύγκρουσης συρρικνώθηκε, ενώ αυτός της δικαστικής σύγκρουσης  διευρύνθηκε. Σταματήσαμε να συζητάμε για την αναδιανομή του πλούτου, τα κοινωνικά δικαιώματα, τις σχέσεις παραγωγής, την οικονομική δημοκρατία. Αρχίσαμε να συζητάμε, σχεδόν αποκλειστικά, για εγκλήματα, ενόχους, χειροπέδες και δίκες. Ο ορίζοντας του κοινωνικού μετασχηματισμού αντικαταστάθηκε προοδευτικά από τον ορίζοντα της τιμωρίας.

Αν στο παρελθόν τα προτάγματα ήταν η κατάκτηση καθολικών δικαιωμάτων και η βελτίωση των υλικών συνθηκών διαβίωσης της κοινότητας, τώρα το δικαστήριο αναδείχθηκε σε συμβολικό χώρο απονομής της δικαιοσύνης. Αναζητούμε τη δικαίωση στις δικαστικές αίθουσες και όχι στους κοινωνικούς αγώνες. Φανταζόμαστε την αλλαγή ως αποτέλεσμα μιας δικαστικής απόφασης και όχι ενός συσχετισμού δυνάμεων. Παρατηρούμε την πραγματικότητα μέσα από τους φακούς της ποινικής ιδεολογίας.

Εδώ είναι που ο τιμωρητισμός συναντά το ιστορικό του όριο. Διότι ο πολλαπλασιασμός των ποινικών νόμων, η ενίσχυση των κατασταλτικών εξουσιών και η συνεχής αναζήτηση ενόχων δεν έχουν δημιουργήσει μια πιο δίκαιη κοινωνία, έχουν δημιουργήσει μια πιο τιμωρητική κοινωνία. Μια κοινωνία στην οποία η φυλακή αντικαθιστά την πρόνοια, η καταστολή αντικαθιστά την κοινωνική πολιτική και το ποινικό δίκαιο γίνεται η επίσημη γλώσσα της κυβέρνησης.

Έτσι, ο σωτήριος μύθος της δικαστικής εξουσίας κατέληξε να διαγράψει κάθε κριτική στην εξουσία, μετατρέποντας την πολιτική σε νεκροταφείο της κοινωνικής δικαιοσύνης και αναθέτοντας στο σύστημα της ποινικής δικαιοσύνης προβλήματα που θα απαιτούσαν αναδιανομή, δημοκρατική συμμετοχή και συλλογική σύγκρουση. Όμως, η δικαστική εξουσία παραμένει, στην βασική της λειτουργία, ένας μηχανισμός του κράτους. Μπορεί να εκφράζει διαφορετικές προσεγγίσεις. Μπορεί να περιέχει δικαστές δημοκρατικούς, προοδευτικούς, εγγυητές της ποινικής δικονομίας και των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Μπορεί ακόμη και να λαμβάνει σημαντικές αποφάσεις για την προστασία των δικαιωμάτων. Ωστόσο, η βασική της λειτουργία παραμένει η διασφάλιση της υπάρχουσας έννομης τάξης, η οποία δεν συμπίπτει απαραίτητα με τη δικαιοσύνη. Πράγματι, πολλές από τις σημαντικότερες δημοκρατικές κατακτήσεις της ιστορίας γεννήθηκαν ακριβώς από την ρήξη με την ισχύουσα νομιμότητα.

Η απεργία ήταν παράνομη. Οι καταλήψεις των εργοστασίων ήταν παράνομες. Οι αγώνες των αγροτών ήταν παράνομοι. Η Εθνική Αντίσταση ήταν παράνομη. Ακόμη και πολλές από τις κινητοποιήσεις που διεύρυναν τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα εκδηλώθηκαν σε ανοιχτή σύγκρουση με κανόνες που θεωρούνταν απολύτως θεμιτοί εκείνη την εποχή. Κάθε πραγματικός μετασχηματισμός έχει περάσει από την αντίφαση μεταξύ της νομιμότητας και της δικαιοσύνης. Αυτή η αντίφαση επιστρέφει δυναμικά σήμερα. Διότι, ενώ η νομιμότητα τιμάται ως απόλυτη αξία, τα όρια μεταξύ του τι είναι νόμιμο και τι δεν είναι μετατοπίζονται συνεχώς. Τα διατάγματα ασφαλείας αντιπροσωπεύουν ακριβώς αυτή τη μετατόπιση. Δεν περιορίζονται στην τιμωρία συμπεριφορών που ήδη θεωρούνται εγκλήματα, αλλά ποινικοποιούν πρακτικές που ιστορικά ανήκουν στο ρεπερτόριο των κοινωνικών αγώνων.

Το να μπλοκάρει κανείς έναν δρόμο στη διάρκεια μιας απεργίας, να οργανώσει μια παθητική αντίσταση, να υποστηρίξει ένα ταμείο αλληλεγγύης, να διαδηλώσει συγκρουσιακά, να διακόψει τη λειτουργία υποδομών που θεωρούνται στρατηγικές ήταν ενέργειες που συνόδευαν για δεκαετίες τις εργατικές, φοιτητικές και τοπικές κινητοποιήσεις και σήμερα, πλέον, εντάσσονται στη λογική της δημόσιας τάξης και ασφάλειας.

Δεν είναι τυχαίο ότι, παράλληλα με την επέκταση του ποινικού κράτους, πολλαπλασιάζονται οι προανακριτικές έρευνες εναντίον όσων αντιτίθενται στον πόλεμο, εναντίον του φιλοπαλαιστινιακού κινήματος, εναντίον των συνδικάτων βάσης, εναντίον των τοπικών κινημάτων, εναντίον του  ανταγωνιστικού κινήματος συνολικά.

Η Πίζα, το Τορίνο, η Μπολόνια και η Γένοβα αφηγούνται την ίδια ιστορία. Στην Πίζα, δεκάδες ακτιβιστές διώκονται συλλογικά για τις πολύμηνες κινητοποιήσεις τους εναντίον της γενοκτονίας στη Γάζα. Στο Τορίνο, η θεωρία που κατασκευάστηκε εναντίον της κατάληψης Askatasuna επιχείρησε να μετατρέψει μια πολιτική και κοινωνική εμπειρία σε εγκληματική οργάνωση.  Στη Μπολόνια και τη Γένοβα διαδοχικές καταγγελίες, προληπτικά μέτρα, εντολές απομάκρυνσης και προκαταρτικές έρευνες πλήττουν, κυρίως, όσους οργανώνουν την αλληλεγγύη, συγκρούονται και αντιτίθενται στις πολεμικές πολιτικές.

Δεν επινοεί η δικαστική εξουσία αυτούς τους νόμους, τους εφαρμόζει. Αλλά ακριβώς για αυτόν τον λόγο, γίνεται ένα από τα εργαλεία μέσω των οποίων η κυρίαρχη πολιτική τάξη υπερασπίζεται τον εαυτό της και περιορίζει τους χώρους της ελεύθερης  δημοκρατικής δράσης.

Γι’ αυτό όσοι αγωνίζονται βιώνουν τη δικαστική εξουσία από μια εντελώς διαφορετική οπτική γωνία, σε σχέση με όσους την παρατηρούν μέσα από τα τηλεοπτικά σαλόνια. Την βιώνουν μέσα από τις εντολές απομάκρυνσης, τα προληπτικά μέτρα, τις ποινικές διώξεις, τις κατηγορίες για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, τις κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων. Την βιώνουν από την πλευρά των κατηγορουμένων.

Τα γεγονότα της Πίζας, του Τορίνο, οι κινητοποιήσεις για την Παλαιστίνη, οι τοπικοί αγώνες, οι απεργίες των εργαζομένων και οι εκστρατείες κατά των επανεξοπλισμών δεν αποτελούν εξαιρέσεις. Αποτελούν την συνηθισμένη έκφραση μιας λειτουργίας την οποία το δικαστικό σύστημα ανέκαθεν επιτελούσε όταν η κοινωνική σύγκρουση υπερέβαινε τα όρια που θεωρούνται αποδεκτά. Όχι επειδή υπάρχει μια συνωμοσία, απλώς επειδή ο νόμος είναι ένα από τα πεδία μέσω των οποίων οργανώνεται η εξουσία. Και εδώ αναδύεται η αντίφαση μιας συγκεκριμένης αριστεράς.

Ο ίδιος πολιτικός χώρος που υπερασπίζεται τη δικαστική εξουσία ως προπύργιο της δημοκρατίας συχνά παρακολουθεί σιωπηλά την ποινικοποίηση των κοινωνικών κινημάτων. Εξυμνεί τις εισαγγελικές αρχές όταν πλήττουν τους πολιτικούς του αντιπάλους, αλλά ανακαλύπτει, αιφνιδίως, τον εγγυητισμό όταν η καταστολή αγγίζει το δικό του πλαίσιο αναφοράς. Είναι μια αντίφαση που, αναπόφευκτα, θα εκραγεί. Επειδή όταν η κοινωνική σύγκρουση επιστρέφει στο προσκήνιο – από τους λιμενεργάτες που μπλοκάρουν τα πλοία με πολεμικό υλικό μέχρι τα κινήματα κατά της γενοκτονίας, από τους αγώνες για τη στέγαση μέχρι τις κινητοποιήσεις κατά των διαταγμάτων ασφαλείας – το σύστημα της ποινικής δικαιοσύνης επιστρέφει για να δείξει το πραγματικό του πρόσωπο. Δεν έχει σχεδιαστεί για να προστατεύει τη σύγκρουση. Έχει σχεδιαστεί για να την διαχειρίζεται.

Και ακριβώς εδώ ο τιμωρητισμός αποκαλύπτει τα βαθύτερα όριά του. Όχι μόνο επειδή τροφοδοτεί την ιεροποίηση της δικαστικής εξουσίας και της αναθέτει την καταστολή, αλλά επειδή συμβάλλει στην ενίσχυση της πεποίθησης ότι τα κοινωνικά προβλήματα μπορούν να λυθούν μέσω της τιμωρίας.

Από αυτήν την κουλτούρα γεννιέται το ποινικό κράτος. Γεννιέται η ιδέα ότι στη φτώχεια απαντάς με τη φυλακή. Ότι στη μετανάστευση απαντάς με τα κέντρα κράτησης. Ότι στους κοινωνικούς αγώνες απαντάς με τα διατάγματα ασφαλείας. Ότι στην κοινωνική δυσφορία απαντάς με νέες κατηγορίες εγκλημάτων. Είναι η ίδια λογική που σήμερα τροφοδοτεί την ποινικοποίηση της διαφωνίας. Γι’ αυτόν τον λόγο το πρόβλημα δεν είναι να επιλέξουμε ποιον δικαστή θα χειροκροτήσουμε και ποιον θα επικρίνουμε. Η πρόκληση είναι να θεμελιώσουμε την αυτονομία της πολιτικής, των κινημάτων και των κοινωνικών συγκρούσεων απέναντι στο ποινικό σύμπαν.

Δεν χρειαζόμαστε μια αριστερά που περιμένει την επόμενη δικαστική έρευνα. Χρειαζόμαστε μια αριστερά που θα ξαναρχίσει να οργανώνει την κοινωνία. Επειδή τα δικαιώματα δεν χαρίστηκαν ποτέ με μια δικαστική απόφαση. Κατακτήθηκαν από γυναίκες και άνδρες που αμφισβήτησαν την υπάρχουσα τάξη, ακόμη και όταν αυτή η τάξη παρουσιάστηκε με την καθησυχαστική μορφή του νόμου.

Και, μάλλον, αυτό ακριβώς είναι το ερώτημα που μας θέτει το παρόν: θέλουμε να συνεχίσουμε να αναθέτουμε τον μετασχηματισμό της κοινωνίας στα δικαστήρια ή θέλουμε να την χτίσουμε επιστρέφοντας στους δρόμους, στους χώρους της δουλειάς, στους τόπους που ζούμε και στις πραγματικές συγκρούσεις;

 

* Ο όρος Tangentopoli (από το ιταλικό tangente = μίζα και την  ελληνική λέξη πόλις) αναφέρεται σε ένα εκτεταμένο δίκτυο δωροδοκιών. Ιδιωτικές εταιρείες πλήρωναν τεράστια ποσά σε πολιτικούς και κυβερνητικούς αξιωματούχους με αντάλλαγμα την ανάθεση δημόσιων έργων. Η Επιχείρηση Καθαρά Χέρια (Mani pulite) ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 1992, όταν ο εισαγγελέας Αντόνιο Ντι Πιέτρο συνέλαβε έναν τοπικό πολιτικό στο Μιλάνο την ώρα που έπαιρνε μίζα. Το σκάνδαλο συγκλόνισε συθέμελα την ιταλική κοινωνία. Ηγέτες, υπουργοί, βουλευτές και ισχυροί επιχειρηματίες κατηγορήθηκαν ή φυλακίστηκαν, ενώ αρκετοί οδηγήθηκαν στην αυτοκτονία. Πρώην πρωθυπουργοί, όπως ο Μπετίνο Κράξι, αναγκάστηκαν να αυτοεξοριστούν. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την κατάρρευση της λεγόμενης «Πρώτης Δημοκρατίας» και την άνοδο του Σίλβιο Μπερλουσκόνι στην πολιτική σκηνή.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Για την αναγκαιότητα των πάρκων. Της Έλλη Μέλλιου

«Οι φοιτητικές εστίες δεν είναι φυλακές, είναι κατοικίες»