Στην περίοδο της πολυκρίσης που διανύουμε, η περιβαλλοντική κρίση είναι η μητέρα των κρίσεων, καθώς αφορά τη δυνατότητα (ή μη) της συνέχιση της ζωής στον πλανήτη συνολικά στο προσεχές μέλλον. Τις τελευταίες εβδομάδες η συζήτηση αναζωπυρώθηκε δημόσια, έπειτα από παρεμβάσεις του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες σχετικά με την οριστική απώλεια της διατήρησης της αύξησης της πλανητικής θερμοκρασίας στους 1,5°C πάνω από τα προ-βιομηχανικά όρια και των υπαρξιακών κινδύνων που αυτό ενέχει. Η πρόσφατη καταστροφική πλημμύρα στο Νεπάλ συνδέθηκε με την εξέλιξη αυτή, ως προοίμιο για όσα μπορεί να ακολουθήσουν. Παρά τον επείγον χαρακτήρα αυτών των διαπιστώσεων, το ζήτημα δεν λαμβάνει τη σοβαρότητα που χρειάζεται, ούτε από τις κυβερνήσεις, ούτε από τα ΜΜΕ και το κοινό. Ο πόλεμος και η προοπτική γενίκευσης του, η άνοδος του φασισμού, αλλά και η φτώχεια είναι ακόμα πιο πιεστικές συνθήκες στην καθημερινή ζωή. Σε κάθε περίπτωση, η αποσπασματικότητα, και η σύγχυση μοιάζει να κυριαρχεί. Στην πραγματικότητα, το περιβαλλοντικό ζήτημα, όπως και ο πόλεμος και η φτώχεια, είναι βαθιά πολιτικό και ταξικό θέμα που οργανώνεται και νοηματοδοτείται από στρατηγικά και συγκεντρωμένα συμφέροντα.
Τα δύο βιβλία των Αντρέας Μαλμ και Βιμ Κάρτον που κυκλοφόρησαν στα αγγλικά από τις εκδόσεις Βέρσο το 2024 και 2025, καταπιάνονται με μια συνεπή, εξονυχιστική, διεπιστημονική και πολύπλευρη κριτική εξέταση της παγκόσμιας περιβαλλοντικής κρίσης, των αιτιών της, των συνθηκών που την επιδεινώνουν, και των δυνατοτήτων ανατροπης τους. Ειδικότερα, παρότι αμετάφραστο στα ελληνικά, το ευρύ έργο του Αντρέας Μαλμ, καθηγητή πολιτικής οικολογίας στο πανεπιστήμιο του Λουντ, προσφέρει σημαντικά θεωρητικά εργαλεία κατανόησης, τόσο των αιτιών και του βάθους της σύγχρονης οικολογικής κρίσης και των ραγδαίων συνεπειών της στη ζωή εν γένει, όσο και της πολιτικής που χρειάζεται να αναπτυχθεί προκειμένου η τελευταία να ανασχεθεί το συντομότερο δυνατό. Το άρθρο αυτό θα σταθεί σε κάποια κεντρικά σημεία της ανάλυσης του Μαλμ και του έργου του με τον Κάρτον με στόχο να εμπλουτιστεί σχετικά η ελληνική συζήτηση στο συγκεκριμένο ζήτημα.
Ο δημόσιος λόγος στην Ελλάδα και αλλού σε ό,τι αφορά τις περιβαλλοντικές καταστροφές (π.χ., πυρκαγιές ή η κακοκαιρία Ντάνιελ) και την κλιματική αλλαγή, κρούει βεβαίως τον κώδωνα του κινδύνου και εντρυφεί σε σχετικές και έγκυρες επιστημονικές μελέτες που καταδεικνύουν το εύρος του προβλήματος. Τέτοιες μελέτες αναλύουν, συχνά λεπτομερώς, τα συμπτώματα, τις επιπτώσεις και την αμεσότητα του ζητήματος. Στο πολιτικό κομμάτι όμως, και στο ερώτημα “τι να κάνουμε” ώστε να το λύσουμε ή να “αποφύγουμε τα χειρότερα”, οι συνήθεις απαντήσεις αναπαράγουν φιλελεύθερα μοτίβα σκέψης που συντάσσονται με τεχνοκρατικές κατά βάση λύσεις, οι οποίες δεν θίγουν παρά στο ελάχιστο τις συστημικές διαστάσεις του προβλήματος. Αυτές αφορούν την καπιταλιστική οικονομία, την οικονομική “ανάπτυξη”, και τα οργανωμένα συμφέροντα που βρίσκονται στο υπάρχον ενεργειακό μοντέλο και την κοινωνική εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα τα οποία κατά κοινή παραδοχή βρίσκονται στη βάση του προβλήματος της πλανητικής υπερθέρμανσης. Οι συνήθεις προτάσεις είναι γενικόλογες και διαπνέονται από έναν κομφορμιστικό ρεαλισμό που δεν θέλει να θίξει μεγάλα βιομηχανικά συμφέροντα και το κεφάλαιο των ορυκτών καυσίμων. Η προσαρμογή στην (διαρκώς μεταβαλλόμενη) πραγματικότητα της κλιματικής κρίσης, η ανάπτυξη “έξυπνων” τεχνολογιών πρόληψης καταστροφών και άντλησης ρύπων, μια πιο ορθολογική διαχείριση των φυσικών πόρων, και εσχάτως η γεωμηχανική, είναι οι βασικές παράμετροι των συμβατικών λύσεων που προτείνονται ώστε να μη διαταραχθεί η παρούσα οικονομική ανάπτυξη, να μην καταστραφούν σταθερά κεφάλαια (εξόρυξης ορυκτών καυσίμων για παράδειγμα), και να μην θιγούν προσδοκώμενα κέρδη. Επιπλέον, ο φιλελεύθερος ρεαλισμός αυτού του είδους στοχεύει στη δημιουργία μιας διαταξικής συναίνεσης σε σχέση με την αναγνώριση του προβλήματος και των προκρινόμενων λύσεων οι οποίες δε θίγουν στο ελάχιστο τις σχέσεις και τους στόχους της παραγωγής. Πολύς λόγος γίνεται για την ατομική ευθύνη του κάθε πολίτη ξεχωριστά, προτείνοντας τελικά την αλλαγή στον τρόπο ζωής. Εδώ, ο καταναλωτής (και όχι ο παραγωγής ή ο ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής) έχει τον πρώτο λόγο. Η ελευθερία των επιλογών και ο ορθολογισμός του εξατομικευμένου πολίτη-καταναλωτή θα οδηγήσει σε βαθμιαίες υποτίθεται αλλαγές καθώς οι καταναλωτικές απαιτήσεις θα αναγκάσουν τελικά τη βιομηχανία να ευθυγραμμιστεί μαζί τους!
Οι Μαλμ και Κάρτον αναλύουν αυτό το πλέγμα πολιτικής και ιδεολογίας αναπτύσσοντας ένα θεωρητικό πλαίσιο που ονομάζουν “συγκυρία της υπέρβασης” (overshoot conjuncture). Αυτή είναι η περίοδος κατά την οποία υπερβαίνεται πια το επιστημονικώς διακηρυγμένο όρια θέρμανσης του πλανήτη στους 1,5 βαθμών Κελσίου πάνω από την προβιομηχανική εποχή, και οι κυρίαρχες τάξεις που φέρουν την ευθύνη της υπέρβασης αυτής αποδέχονται ότι επίκειται υπερθέρμανση. Αυτό συνεπάγεται ότι η ανθρωπότητα οφείλει να εγκαταλείψει την ιδέα της ταχείας και δραστικής μείωσης των εκπομπών. Η υπέρβαση αυτή είναι υποτίθεται προσωρινή, με τον ισχυρισμό ότι η επιστροφή και σταθεροποίηση της πλανητικής θερμοκρασίας εντός του ορίου του 1,5°C είναι κάτι που μπορεί να επιτευχθεί αργότερα σε καλύτερες (για το κεφάλαιο) συνθήκες, παρά την (προσωρινή δήθεν) απεμπόληση του στόχου. Οι Μαλμ και Κάρτον ισχυριζονται ότι το 2022 είναι το έτος έναρξης αυτής της συγκυρίας όπου η παγκόσμια οικονομία αποσύνδεσε πλήρως τις κλιματικές υποσχέσεις της από τη φυσική πραγματικότητα. Αντί να προχωρήσει η σταδιακή κατάργηση των ορυκτών καυσίμων, οι άρχουσες τάξεις πολλαπλασίασαν επιθετικά το αντίστοιχο κεφάλαιο, κλειδώνοντας μια αναπόφευκτη «υπέρβαση» των κλιματικών ορίων.
Ένα συστατικό της ιδεολογίας της υπέρβασης είναι μια συγκρατημένη αισιοδοξία πλαισιωμένη από την πεποίθηση ότι στο μέλλον η κατάσταση είναι αναστρέψιμη μέσω της ανάπτυξης σχετικών τεχνολογιών. Η ιδεολογία της υπέρβασης βασίζεται σε υπολογιστικά μοντέλα (μοντέλα ολοκληρωμένης αξιολόγησης – Integrated Assessment Models [IAMs]) που μετρούν τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και δυνατότητες επαναφοράς της θερμοκρασίας στο όριο του 1,5°C μετά την υπέρβαση του.
Η υπέρβαση του 1,5°C και η επιστροφή σε αυτό αργότερα προυποθέτει έλεγχο και σταθερότητα. Η λογική της όμως δεν λαμβάνει υπόψη τον χαοτικό χαρακτήρα που έχουν οι αλυσιδωτές συνέπειες της κλιματικής απορρύθμισης. Έτσι, η κατανόηση για παράδειγμα, της ανόδου της στάθμης της θάλασσας δεν γίνεται επαρκώς κατανοητή λόγω της μη γραμμικής, ιστορικής και διαλεκτικής διαδικασίας εξέλιξης της φύσης. Το κλίμα της γης είναι ένα σύνολο πολλών και περίπλοκων αλληλένδετων συνόλων. Η στάθμη της θάλασσας δεν μπορεί να αντιστραφεί με την απομάκρυνση του διοξειδίου του άνθρακα από την ατμόσφαιρα (αν κάτι τέτοιο θα ήταν άμεσα ή ποτέ εφικτό). Οι συνέπειες της υπερθέρμανσης είναι ραγδαίες και μπορεί να έχουν αλματώδη χαρακτήρα σε αντίθεση με το προβλέψιμο πλαίσιο που υπονοεί η ιδεολογία της υπέρβασης. Αντί για τον μετριασμό των εκπομπών και της εξόρυξης ορυκτών καυσίμων, τρεις άλλες στρατηγικές προτείνονται από την αστική τάξη: η προσαρμογή της ζωής στις κλιματικές καταστροφές, η απομάκρυνση του διοξειδίου του άνθρακα με διάφορες τεχνικές, φυσικές και μη, και η γεωμηχανική, αποτελούν τους κύριους τρόπους αντιμετώπισης της υπερθέρμανσης του πλανήτη χωρίς να εγκαταλειφθεί η κύρια αιτία της, τα ορυκτά καύσιμα.
Κατά τους Μαλμ και Κάρτον, τα παραπάνω υπολογιστικά μοντέλα (ΙΑΜ) φαίνεται να φέρουν εγγεγραμμένες αστικές αντιλήψεις και προτεραιότητες. Στη βάση του σχεδιασμού τους πρωταγωνιστεί το λογικό υποκείμενο που λειτουργεί με γνώμονα τη μεγιστοποίηση του κέρδους επιλέγοντας πάντα τις λιγότερο επώδυνες λύσεις. Η ιδεολογία της υπέρβασης συνδέεται με τον εργαλειακού τύπου ορθολογισμό, τον οικονομισμό (όπου η καπιταλιστική οικονομία έχει την πρωτοκαθεδρία στην κοινωνική ζωή), τον παροντισμό, τον συντηρητισμό (να διατηρηθούν οι υπάρχουσες σχέσεις και ιεραρχίες), τον σταδιακισμό (πως δεν υπάρχει η δυνατότητα άμεσης λύσης) και την αισιοδοξία, πως όλα θα πάνε εν τέλει καλά (Malm & Carton, 2024: 65). Η λογική του business as usual φαίνεται πως είναι ενσωματωμένη στα συγκεκριμένα μοντέλα, προστατεύοντας τη βιομηχανία των ορυκτών καυσίμων από αναμενόμενες ζημιές που θα επιφέρουν τα απαραίτητα μέτρα ανάσχεσης της κλιματικής αλλαγής (όπως η άμεση επίτευξη μηδενικών ρύπων).
Οι Μαλμ και Κάρτον ερμηνεύουν την ιδεολογία της υπέρβασης υλιστικά, με εργαλεία της πολιτική οικονομίας. Τα ορυκτά καύσιμα είναι εμπορεύματα που υπόσχονται κέρδος. Στη διαδικασία εξόρυξης τους αποτελούν το τελικό προϊόν. Έπειτα, γίνονται το μέσο για την παραγωγή περαιτέρω κέρδους σε άλλους βιομηχανικούς κλάδους και τομείς. Επιπλέον, τα ορυκτά καύσιμα και οι χρηματοοικονομικές ροές συνδέονται εξαρχής με την ανάπτυξη του παγίου κεφαλαίου (π.χ. των μηχανημάτων εξόρυξης) μέσω επενδύσεων, αναπτύσσοντας έτσι αμοιβαία εξάρτηση. Οι ΗΠΑ κατέχουν τα δύο τρίτα όλων των επενδύσεων ιδιωτικού χρηματοοικονομικού κεφαλαίου στην παραγωγή ορυκτών καυσίμων. Το κεφάλαιο επομένως δεν μπορεί να αποδεχτεί τη μετάβαση σε ένα παραγωγικό μοντέλο που υπαγορεύει την δραστική μείωση εξόρυξης και καύσης ορυκτών καυσίμων αν αυτό δεν του επιφέρει να αναμενόμενα κέρδη.
Το ορυκτό κεφάλαιο (fossil capital) είναι μια αυτοεπεκτεινόμενη αξία που περνάει από τη μεταμόρφωση των ορυκτών καυσίμων σε διοξείδιο του άνθρακα. Όσο περισσότερο από το εύκολα προσβάσιμο πετρέλαιο και φυσικό αέριο καταναλώνεται, τόσο μεγαλύτερα μήκη και πλάτη ανά τον πλανήτη πρέπει να διανύσουν οι αντίστοιχες εταιρείες για να βρουν νέα κοιτάσματα. Αυτό είναι δυνατό μόνο μέσω μεγαλύτερων ποσοτήτων νεκρής εργασίας (βλέπε εξορυκτικές και μεταφορικές υποδομές). Το πάγιο αυτό κεφάλαιο έχει μεγαλύτερη αξία από τη ζωή και τη ζωντανή εργασία, και οι επενδυτές θα θυσίαζαν την εργασία και το εργατικό δυναμικό ευκολότερα, προκειμένου να μη χάσουν το πάγιο κεφάλαιο αλλά και χρόνο για να ανακτήσουν τα αντίστοιχα έξοδα. Η απώλεια ή και εγκατάλειψη περιουσιακών στοιχείων είναι ένα φάντασμα που στοιχειώνει το κεφάλαιο των ορυκτών καυσίμων και τη βιομηχανία που εξαρτάται από τα ορυκτά καύσιμα. Όλες οι δυνάμεις που σχετίζονται με το κεφάλαιο των ορυκτών καυσίμων συμμαχούν για να ξορκίσουν αυτό το φάντασμα.
Η εγκατάλειψη των ορυκτών καυσίμων μπορεί να ειδωθεί βέβαια μέσα από το πρίσμα της δημιουργικής καταστροφής που ανανεώνει την καπιταλιστική διαδικασία συσσώρευσης. Η μαρξιστική ανάγνωση όμως φέρει την προσοχή στις πραγματικότητες του παγίου κεφαλαίου. Το κεφάλαιο ως τέτοιο είναι αξία σε κίνηση, χρήμα που κινείται σε όλο τον κόσμο για να δημιουργήσει περισσότερα από τον εαυτό του, ανίκανο να σταματήσει μπροστά σε οποιαδήποτε καταστροφή. Η σταθερότητα είναι θέμα λειτουργίας, όχι ακινησίας ή χώρου. Το κεφάλαιο εξαρτάται από νεκρή εργασία (μηχανήματα, βιομηχανικές υποδομές), και από αξίες (προϊόντα) που παράγονται από ζωντανή εργασία. Το κέρδος είναι ένα βασικό κίνητρο για την καταστροφή του πάγιου κεφαλαίου και τη μετάβαση μιας βιομηχανίας (πχ. ενεργειακής) σε νέους τρόπους παραγωγής. Αν και οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (οι οποίες και βασίζονται στη ροή [flow], του ανέμου, του νερού, της ηλιακής ενέργειας) είναι ανώτερες και φθηνές, δεν μπορούν να αντικαταστήσουν οργανικά, με έναν εξελικτικό και ομαλό τρόπο την εξόρυξη και γενικευμένη χρήση των ορυκτών καυσίμων. Αυτό θα συμβεί μόνο πολιτικά. Η ροή δεν μπορεί να έχει αξία επειδή δεν παράγεται από την εργασία. Ο Μαρξ σημειώνει ότι το νερό και κάθε φυσική δύναμη δεν αντιπροσωπεύουν καμία αντικειμενοποιημένη εργασία και δεν έχουν αξία και τιμή. Όπου δεν υπάρχει αξία, τίποτα δεν μπορεί να εκφραστεί με χρήμα. Επομένως, δεν μπορεί να υπάρξει κέρδος. Η επίτευξη λοιπόν του στόχου της μη υπερθέρμανσης του πλανήτη που προϋποθέτει την άμεση μετάβαση σε ένα νέο ενεργειακό μοντέλο, είναι πολιτική υπόθεση και αφορά μια επαναστατική λύση του προβλήματος σε συνθήκες όπου η καταστροφή διευρύνεται. Η μετάβαση θα μπορούσε να είναι πιο ομαλή νωρίτερα, σε προηγούμενο χρόνο, αν τηρούνταν η επίτευξη συμφωνημένων περιβαλλοντικοί στόχων. Η ανθρωπότητα έχει να κερδίσει τα πάντα από μια γρήγορη μετάβαση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αλλά αυτές δεν δημιουργούν κέρδη με τον ίδιο τρόπο όπως τα ορυκτά καύσιμα. Έτσι, η υπέρβαση του στόχου του 1,5°C συνιστά θανατική καταδίκη για ορισμένους ανθρώπους, τρόπους ζωής, οικοσυστήματα και χώρες (Malm & Carton, 2024: 97). Η υπέρβαση (του 1,5°C ) είναι η προστασία του κεφαλαίου, των επενδύσεων και των υποδομών.
Η προγραμματική υπέρβαση έγινε ηγεμονική στην κυρίαρχη πολιτική και τα μέσα ενημέρωσης. Στην Ελλάδα, ο περιβαλλοντικός λόγος της κυβέρνησης της ΝΔ είναι σταθερά προσανατολισμένος στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, προκρίνοντας την πρόληψη των καταστροφών μέσω τεχνολογιών επιτήρησης, μια πιο λειτουργική διαχείριση του φυσικού περιβάλλοντος, συχνά με συμπράξεις ιδιωτικών και δημοσίων φορέων. Τα φιλελεύθερα μέσα, που συνήθως τηρούν φίλια στάση προς την κυβέρνηση της ΝΔ, αναπαράγουν επίσης τη συγκεκριμένη λογική. Το ζήτημα των εξορύξεων πετρελαίου ή φυσικού αερίου (στο Αιγαίο ή το Ιόνιο) τίθεται με όρους οικονομικής ανάπτυξης, ως κάτι επιθυμητό και θετικό για “τη χώρα”, αποσπασμένο σε μεγάλο βαθμό από ουσιαστικούς περιβαλλοντικούς προβληματισμούς. Πράγματι, η καπιταλιστική κοινωνία θέσπισε μια αποσύνδεση μεταξύ της πραγματικότητας της κλιματικής κατάρρευσης και των εσωτερικών κινήτρων της συσσώρευσης (Malm & Carton, 2024: 21). Όπως σημειώνουν οι συγγραφείς, η προσαρμοστικότητα στην κλιματική αλλαγή είναι ταξική. Οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής είναι άνισες και οι προτεραιότητες της αστικής πολιτικής ως προς την αντιμετώπιση των συνεπειών της κλιματικής κατάρρευσης εντείνουν τις ανισότητες. Απέναντι σε ακραία καιρικά φαινόμενα, η αστική πολιτική προσανατολίζεται σε έκτακτα μέτρα που σχετίζονται με την στρατιωτικου τύπου προσαρμογή, την καταστολή, και τον εθνικισμό (π.χ., απέναντι σε κλιματικούς πρόσφυγες).
Κλείνοντας, οι βασικές αιτίες της κλιματικής αλλαγής είναι ο καπιταλισμός, οι ασύμμετρες σχέσεις εξουσίας και ιδιοκτησίας, η αποικιοκρατία, η παγκόσμια ανισότητα και εκμετάλλευση (Malm & Carton, 2024: 49). Όσο περισσότερο επεκτείνεται το συγκεκριμένο σύστημα, τόσο περισσότερο σκληραίνει σε αυτό που ήταν πάντα, μια αντίφαση μεταξύ βασικής οικολογικής βιωσιμότητας και καπιταλιστικών σχέσεων. Παρότι οι στόχοι που θα εξομάλυναν τους κινδύνους έχουν χαθεί, οι συγγραφείς επιμένουν πως είναι επίσης ήδη πολύ αργά για να εγκαταλείψουμε τον αγώνα, ακαριβώς επειδή η θερμότητα γίνεται γοργά αφόρητη. Οι συνθήκες οι ίδιες θα φέρουν πιεστικά, υπαρξιακά διλήμματα που θα είναι αυθεντικά πολιτικά, καθότι θα αφορούν το σύστημα που θα επιτρέπει την επιβίωση και τους όρους αυτής.
Αναφορές:
Malm, Andreas & Wim Carton, 2024. Overshoot: How the World Surrendered to Climate Breakdown (Verso).
Carton, Wim & Andreas Malm, 2025. The Long Heat: Climate Politics When It’s Too Late (Verso).
*Ο Γιάννης Μυλωνάς είναι ο συγγραφέας του βιβλίου “Η ελληνική κρίση στα ΜΜΕ: τεχνοκρατία, ταξικότητα, οριενταλισμός” (2024, Ψηφίδες).

