Η ψυχοπολιτική του αποδεκτού
Ένας πολιτικός ξυπνάει ένα πρωί, ίσως έχει κάποιο σχέδιο, ίσως όχι, και ένα από εκείνα τα πρωινά που το Κοινοβούλιο φαίνεται να βαριέται τον εαυτό του, προτείνει να απαγορευτούν οι κουρτίνες στα παράθυρα. Το λέει με το αυστηρό συνοφρύωμα αυτού που υπερασπίζεται τον δίκαιο σκοπό. Η χώρα, εξηγεί, χρειάζεται διαφάνεια. Οι κουρτίνες προέρχονται από μια εποχή δυσπιστίας και εσωστρέφειας, από την παράνοια του Ψυχρού Πολέμου. Ανήκουν σε έναν πολιτισμό που πάντα είχε κάτι να κρύψει. Μια ώριμη κοινωνία πρέπει να μάθει να ζει στο φως. Μάλιστα, επικαλείται το σπήλαιο του Πλάτωνα για να υποστηρίξει τη θέση του.
Όλοι το εκλαμβάνουν ως αστείο. Ακριβώς λόγω του παραλογισμού της ιστορίας, το αστείο αρχίζει να κάνει το γύρο των δημοσιογραφικών γραφείων μέχρι το βράδυ, και την επόμενη μέρα έχει ήδη γίνει ανέκδοτο, ένα viral meme. Οι γελοιογράφοι τον ζωγραφίζουν να κατασκοπεύει τις κρεβατοκάμαρες, οι παρουσιαστές χαμογελούν και χλευάζουν τον πολιτικό ακριβώς μια στιγμή πριν προφέρουν το επώνυμό του. Κάποιοι το παίρνουν πιο σοβαρά και στην τηλεόραση υπενθυμίζουν σε όλους ότι υπάρχει το δικαίωμα να κοιμάται κανείς και μετά την αυγή. Για μια εβδομάδα ο βουλευτής είναι ο εθνικός βλάκας.
Αυτός, εν τω μεταξύ, έχει ήδη κερδίσει τον πρώτο γύρο. Μέχρι την προηγούμενη εβδομάδα, οι κουρτίνες δεν ήταν θέμα συζήτησης για κανέναν, και τώρα αρχίζουν να συζητιούνται παντού. Οι κουρτίνες, μέχρι τότε, ανήκαν σε εκείνο το σιωπηλό κομμάτι της ύπαρξης που παραμένει ειρηνικό επειδή σε κανέναν δεν περνάει από το μυαλό να το υπερασπιστεί.
Ο Pierre Bourdieu αποκαλούσε «δόξα» το υπόβαθρο του προφανούς, που γίνεται αποδεκτό, που υφίσταται χωρίς να εκφράζεται, επειδή προκύπτει χωρίς να το έχουμε σκεφτεί. Ο βουλευτής δεν έχει απαγορεύσει ακόμα τίποτα. Απλώς έχει μετακινήσει το αντικείμενο «κουρτίνες» από το βασίλειο του προφανούς σε εκείνο του αμφισβητήσιμου, από το οποίο δεν θα επιστρέψουν ποτέ.
Την επόμενη Τετάρτη, μια μεγάλη εθνική εφημερίδα αφιερώνει δύο σελίδες στο ερώτημα: έχουμε πραγματικά ανάγκη να κρυβόμαστε; Την επόμενη Κυριακή, στο πολιτιστικό ένθετο, ένας ιστορικός της κατοικίας εξηγεί ότι τα αγροτικά σπίτια είχαν μικρά παράθυρα για να διατηρούν τον χώρο δροσερό το καλοκαίρι και ζεστό τον χειμώνα, και ότι η κουρτίνα, στην αστική της μορφή, γεννήθηκε με την ιδέα της ιδιωτικότητας του δέκατου ένατου αιώνα. Την ίδια μέρα, ένας κοινωνιολόγος υποστηρίζει στο ραδιόφωνο ότι τα διαμερίσματα που βλέπουν το ένα στο άλλο, όπως στις πολυκατοικίες, όπου οι γείτονες μπορούν να βλέπονται και να χαιρετιούνται, καλλιεργούν μια αμοιβαία εμπιστοσύνη πιο υγιή. Ένας γιατρός απαριθμεί τα οφέλη του φωτός στη διάθεση. Κανείς δεν προτείνει ακόμη να αφαιρέσουμε οτιδήποτε από κανέναν – Σε καμία περίπτωση! – Απλώς κουβέντα γίνεται.
Και όμως, η επανάληψη έχει μια τρομερή δύναμη και δεν είναι πάντα ωφέλιμη. Καθιστά, για παράδειγμα, οικείο αυτό που την προηγούμενη Δευτέρα φαινόταν παράλογο. Χωρίς να εμβαθύνουμε πολύ στη θεωρία του «παραθύρου του Overton», μπορούμε ήδη να διαπιστώσουμε πώς, μέσω αυτού του μηχανισμού, το «γελοίο» λειτουργεί ως η πρώτη μορφή εξοικείωσης με μια ιδέα.
Περνούν μερικοί μήνες. Η συζήτηση φαίνεται να έχει ατονίσει. Στη συνέχεια, ένας δήμος στο Βορρά εγκαινιάζει μια πειραματική συνοικία με μεγάλα παράθυρα και χωρίς κουρτίνες, και ο δήμαρχος, από τον ίδιο πολιτικό χώρο με τον βουλευτή, μιλάει για μια νέα «αστική κοινωνικότητα». Τα περιοδικά εσωτερικής διακόσμησης αρχίζουν να φωτογραφίζουν σαλόνια πλήρως εκτεθειμένα στη θέα, όπου ο δρόμος φαίνεται να φτάνει μέχρι τον καναπέ. Μια εταιρεία ακινήτων ανακαλύπτει ότι τα «διαμερίσματα ανοιχτού τύπου» πωλούνται καλύτερα και χρηματοδοτεί ένα συνέδριο για την «κατοικία του μέλλοντος». Μετά ακολουθούν τα οικονομικά κίνητρα. Όσοι αντικαθιστούν τα παλιά, σκοτεινά κουφώματα – που απομονώνουν – με διαφανείς επιφάνειες, θα έχουν φορολογική έκπτωση, και οι κατασκευαστές προσαρμόζονται γρήγορα. Τα καταστήματα μειώνουν τον διαθέσιμο χώρο για τις κουρτίνες επειδή η ζήτηση μειώνεται. Οι κουρτίνες παραμένουν απολύτως νόμιμες. Αρχίζουν, απλώς, να μοιάζουν με μια παλιομοδίτικη ιδέα, μια επιμονή εντελώς ντεμοντέ.
Ένα απόγευμα, οι τηλεοπτικές ειδήσεις προσφέρουν τη συμβολή τους. Σε ένα διαμέρισμα με τα παράθυρά του πάντα καλυμμένα, η αστυνομία βρίσκει έναν, εδώ και μήνες, καταζητούμενο μαφιόζο. Η τηλεόραση δείχνει την πρόσοψη του κτιρίου για ώρες, και στο βραδινό ρεπορτάζ, η κάμερα εστιάζει στην κατεβασμένη κουρτίνα. Αυτή η τόσο καλυπτική κουρτίνα αποκαλύπτει όλη την ενοχή της. Γίνεται σύμβολο. Αν δεν έχουμε τίποτα να κρύψουμε, γιατί πρέπει να κλείσουμε τις κουρτίνες; Για μερικές εβδομάδες, γράφονται άρθρα για τα σπίτια τα ερμητικά κλειστά. Ένας αρθρογράφος παραδέχεται ότι η ιδιωτική ελευθερία παραμένει ιερή και προσθέτει ότι μια υγιής κοινότητα θα πρέπει, ωστόσο, να αναρωτηθεί τι σημαίνουν αυτά τα κλεισίματα. Ένας άλλος αναρωτιέται γιατί ένας αξιοπρεπής άνθρωπος νιώθει την ανάγκη να κρυφτεί από το βλέμμα των γειτόνων. Η πραγματική αλλαγή, ωστόσο, συμβαίνει χαμηλόφωνα, στις συζητήσεις. «Εγώ τα έχω όλα ανοιχτά», λέει κάποιος στο δείπνο, «άλλωστε, τι έχω να κρύψω;» «Καλύτερα να τα κρατάω όλα ανοιχτά, ποτέ δεν ξέρεις, αν τα κλείσω, τι θα σκεφτούν για μένα;» Αυτές οι φράσεις κυκλοφορούν από τραπέζι σε τραπέζι, από τον κομμωτή μέχρι την ουρά στο ταχυδρομείο. Κανένας νόμος δεν θα απαιτούσε ποτέ να παραμένουν οι κουρτίνες ανοιχτές, κι όμως… όσοι αγαπούν τις κουρτίνες σταματούν να το λένε και, σε βάθος χρόνου, καταλήγουν να θεωρούν την ίδια την προτίμησή τους ένα καπρίτσιο.
Και τότε, ως διά μαγείας, όσοι κλείνουν τις κουρτίνες αρχίζουν να παρατηρούν την κίνησή τους. Πριν, κρεμούσαν ένα κομμάτι ύφασμα μπροστά στο παράθυρο χωρίς να το σκεφτούν ούτε δευτερόλεπτο. Τώρα, όμως, νιώθουν το βάρος μιας επιλογής και ξέρουν ότι τους παρακολουθούν καθώς το κάνουν. Ο Μισέλ Φουκώ το περιέγραψε αυτό ως την πιο οικονομική μορφή εξουσίας. Είναι η επιτήρηση, την οποία το άτομο που επιτηρείται εσωτερικεύει μέχρι του σημείου να την ασκεί στον εαυτό του. Δεν χρειάζονται καν φύλακες στα παράθυρα. Αρκεί ο καθένας να φανταστεί το βλέμμα του γείτονα και γίνεται ο φύλακας του εαυτού του.
Ο βουλευτής που, λίγους μήνες νωρίτερα, έκανε τους πάντες να γελούν επέστρεψε στην τηλεόραση. Το παλιό του σχόλιο δεν προκαλεί πλέον θυμηδία. Αντιθέτως, το θυμούνται ως μια διορατική πρόκληση και αυτός, με σοβαρό και ανήσυχο βλέμμα, το διορθώνει με σύνεση. «Θα ήταν πρόωρο να απαγορευτούν οι κουρτίνες παντού», λέει, «αλλά θα μπορούσαμε να αρχίσουμε να θέτουμε κάποια όρια στα δημόσια κτίρια και στα σπίτια που λαμβάνουν κρατική χρηματοδότηση.» Το μέτρο φαίνεται αρκετά λογικό. Τα καινούργια σχολεία χτίζονται με μεγάλους γυάλινους τοίχους, ενώ οι κουρτίνες εξαφανίζονται, σχεδόν, εντελώς από τα δημόσια γραφεία.
Οι ιδιωτικές εταιρείες ακολουθούν το παράδειγμα και ορισμένοι διαχειριστές πολυκατοικιών φτάνουν να προτείνουν ακόμη και την αισθητική ομοιομορφία για τις προσόψεις. Σταδιακά, η επιλογή να κρατήσουν τις κουρτίνες κλειστές γίνεται μειοψηφική, και όσοι το κάνουν αντιμετωπίζονται με καχυποψία. Τι να γίνεται, λοιπόν, σε εκείνο το σπίτι, που είναι τόσο παράξενο, ώστε να πρέπει να «οχυρωθούν» μέσα; Η αστυνομία αρχίζει να κάνει περισσότερους ελέγχους ακριβώς εκεί όπου υπάρχουν κλειστά παράθυρα.
Μια ομάδα πολιτών οργανώνει μια διαδήλωση και βγαίνει στους δρόμους με κουρτίνες τυλιγμένες στους ώμους τους σαν κάπες. Η σκηνή, όπως φαίνεται από μακριά, έχει κάτι το κωμικό, και τα δελτία ειδήσεων επιλέγουν τις πιο γραφικές εικόνες.
Ένας νεαρός, εξοργισμένος από την παρουσία των αστυνομικών δυνάμεων εναντίον μιας ειρηνικής διαμαρτυρίας, προσβάλλει έναν αστυνομικό. Ακολουθεί συμπλοκή, και το βράδυ η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από την επιθετικότητα των «κουρτινολατρών», εκείνων που έχουν κάτι να κρύψουν.
Κάποιος ρωτάει γιατί αυτοί οι άνθρωποι επιμένουν τόσο πεισματικά. Είναι δυνατόν, με όλα τα προβλήματα στη χώρα, οι άνθρωποι να βγαίνουν στους δρόμους για ένα κομμάτι ύφασμα; Τι έχουν να κρύψουν; Είναι απλώς βίαιοι!
Οι διαδηλώσεις διαδέχονται η μία την άλλη και, ως εκ τούτου, κρίνεται σκόπιμο να παρουσιαστεί νομοσχέδιο για τη ρύθμιση της κατάστασης. Διακυβεύεται η ασφάλεια όλων. Οι κουρτίνες περιορίζονται σε συγκεκριμένες ώρες της ημέρας, ενώ επιτρέπονται κατά τη διάρκεια της νύχτας και μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες, ώστε να διευκολύνεται ο ύπνος, και, ενδεχομένως, μόνο σε περιπτώσεις που τεκμηριώνονται από ιατρικό πιστοποιητικό.
Η κυβέρνηση καθησυχάζει τους πάντες. «Κανείς δεν θα εισέλθει στις οικίες των πολιτών». Πρόκειται απλώς για την προσαρμογή των κανόνων σε ήδη διαδεδομένες συνήθειες. Η πλειοψηφία εγκρίνει ατάραχα. Στο κάτω κάτω, σχεδόν κανείς δεν τις χρησιμοποιεί πια.
https://laviniamarchetti.substack.com/p/il–giorno–in–cui–vietarono–le–tende

