Στα ογδόντα χρόνια της ύπαρξής του, το κράτος του Ισραήλ έχει μετατρέψει ένα πλήθος μεταναστών και προσφύγων που αναζητούσαν «σπίτι» σε μια φάλαγγα εγκληματιών. Το Ισραήλ είναι η Σπάρτη της τρίτης χιλιετίας. ‘Oλοι οι πολίτες του, άνδρες και γυναίκες, εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα σε στρατιωτικές δραστηριότητες.
Παρά την αξιοθαύμαστη προσπάθεια ορισμένων οργανώσεων, κυρίως ισραηλινο-παλαιστινιακών, που σήμερα αντιτίθενται, μετά την επανέναρξη του πολέμου στο Ιράν και τον Λίβανο (ο πόλεμος στη Γάζα δεν σταμάτησε ποτέ), οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι μεταξύ 78% και 92% των πολιτών του εγκρίνουν τις ενέργειες του Νετανιάχου, υποστηρίζουν τους πολέμους που έχει εξαπολύσει και πιστεύουν ότι είναι αναγκαίο να «τελειώσει η δουλειά».
«Να τελειώσει η δουλειά» σημαίνει να εξαφανίσουν τους Παλαιστίνιους από τα κατεχόμενα εδάφη και από τη Γάζα, εξοντώνοντάς τους, τρομοκρατώντας τους, απελαύνοντάς τους ή αναγκάζοντάς τους να καταφύγουν αλλού. Αυτές οι μέθοδοι – που εναλλάσσονταν ή συνδυάζονταν με την πάροδο των χρόνων- ήταν εγγραμμένες εξαρχής στα κείμενα που οδήγησαν στην ίδρυση του Κράτους των εβραϊκών κοινοτήτων που μετανάστευσαν ή κατέφυγαν στην Παλαιστίνη: «Μια γη χωρίς λαό για έναν λαό χωρίς γη».
Η Παλαιστίνη προοριζόταν να είναι, ή πρέπει να γίνει, μια γη χωρίς λαό. Τα τελευταία δυόμισι χρόνια, επικράτησε η σφαγή των ανθρώπων και των εδαφών. Αλλά τα επόμενα χρόνια, όποια και αν είναι η έκβαση αυτού του πολέμου που διεξάγεται εναντίον ενός ανυπεράσπιστου πληθυσμού, θα βγουν στο φως οι συνέπειές του. Σε αυτή τη γη «χωρίς λαό» θα πρέπει να επιβιώσει ένας πληθυσμός σε μεγάλο βαθμό ανάπηρος, τρομοκρατημένος, αποδυναμωμένος από τον υποσιτισμό και την έλλειψη φροντίδας, ειδικά αυτής που στερείται από τα σημερινά παιδιά. Μια ολόκληρη γενιά χωρίς υγεία, χωρίς βασική εκπαίδευση, χωρίς σπίτια, χωρίς θεσμούς αναφοράς, χωρίς κτίρια που να διατηρούν τη μνήμη τους.
Όμως, δεν θα υπάρξει νίκη για τους υπεύθυνους αυτής της σφαγής. Στους πολέμους δεν κερδίζει ποτέ κανείς. Στην εβραϊκή διασπορά – η οποία για χρόνια είχε το Ισραήλ ως σημείο αναφοράς, «παραβλέποντας» συχνά τις ενδείξεις μιας πορείας που επέφερε καταφανείς επιπτώσεις- έχει πλέον ανοίξει ένα αγεφύρωτο ρήγμα, το οποίο δεν θα αργήσει να επανεμφανιστεί στον ισραηλινό πληθυσμό καθώς θα γίνονται αισθητές οι οικονομικές, κοινωνικές, ηθικές και υλικές συνέπειες του διαρκούς πολέμου.
Ειδικά όταν γίνει ξεκάθαρο σε όλους ότι η «δουλειά» που πρέπει να ολοκληρωθεί το συντομότερο δυνατόν, με οποιοδήποτε κόστος, δεν θα τελειώσει ποτέ· ότι ο δρόμος που έχουν πάρει δεν οδηγεί πουθενά· ότι μια εμπόλεμη κατάσταση που εντείνεται και γενικεύεται δεν είναι βιώσιμη για μεγάλο χρονικό διάστημα, ανεξάρτητα από την διεθνή υποστήριξη που μπορεί να απολαμβάνει. Αυτή είναι η κατάσταση που έχει ονομαστεί «αυτοκτονία του Ισραήλ», η διάλυσή του, η οποία θα μπορούσε να μεταφραστεί σε σύγκρουση μεταξύ των φατριών που θα το πλήξει εκ των έσω, και θα θέσει σε κίνδυνο την ίδια του την ύπαρξη σε ένα περιβάλλον χωρίς πολλούς από τους φίλους στους οποίους είχε συνηθίσει να βασίζεται. Αλλιώς, εναλλακτικά, θα μπορούσε να μεταφραστεί στο πείραμα μιας επιστροφής στις ρίζες, τις ρίζες ενός λαού χωρίς κράτος, σε ένα έδαφος που δεν προορίζεται για αποκλειστική κυριαρχία, αλλά για ειρηνική συνύπαρξη με τον πληθυσμό που το κατοικεί εδώ και αιώνες. Μια συνομοσπονδία από κοινότητες και δίκτυα, εν μέρει μικτά (όπου είναι δυνατόν), εν μέρει συγκροτημένα σε εθνοτική βάση, αλλά σε κάθε περίπτωση ανοιχτά και πρόθυμα να συνυπάρξουν ειρηνικά.
Φυσικά, είναι δύσκολο ακόμη και να διανοηθεί κανείς ένα τέτοιο αποτέλεσμα. Όμως, αν το καλοσκεφτούμε, φαίνεται παρόλα αυτά μια πιο λογική και ρεαλιστική προοπτική από αυτή των «δύο λαών και δύο κρατών»: το ένα πλούσιο, οπλισμένο μέχρι τα δόντια, πλήρως ενσωματωμένο στο διεθνές πλαίσιο και το άλλο φτωχό, ρημαγμένο, με υψηλή πληθυσμιακή πυκνότητα λόγω της επιστροφής πολλών εξορίστων, χωρίς εδαφική συνέχεια, αφοπλισμένο και λεηλατημένο από τους σημαντικότερους πόρους του.
Αλλά αυτή η προοπτική είναι και πιο ρεαλιστική από την ουτοπία ενός ενιαίου κράτους. Όχι μόνο λόγω των προβλημάτων – τα οποία είναι κοινά και στη λύση χωρίς κράτος – που προκύπτουν από τη συνύπαρξη κοινοτήτων που έχουν τόσους πολλούς λόγους να μισιούνται και τόσο λίγους να αγαπιούνται (αν και το έργο ορισμένων σε αυτόν τον τομέα είναι εξαιρετικό και αν οι γυναίκες μπορέσουν στο μέλλον να διαδραματίσουν αποφασιστικό ρόλο στην ανατροπή της κατάστασης)· αλλά, κυρίως, επειδή κράτος σημαίνει τόσα πολλά αδιαχώριστα πράγματα: ένα όνομα (ποιο;), γραφειοκρατικές δομές, όπλα (στην προκειμένη περίπτωση, ακόμη και πυρηνικά όπλα), έναν στρατό, εγκαταστάσεις, αποκλειστικότητα των γνώσεων, ένα νόμισμα και πολλά άλλα πράγματα.
Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι αυτοί που τα ελέγχουν σήμερα θα μπορούσαν να συμφωνήσουν να τα μοιραστούν εξίσου. Επομένως, είναι καλύτερο να διαλυθούν, όπου είναι δυνατόν, ή να εξουδετερωθούν υπό τον έλεγχο ενός αμερόληπτου διεθνούς οργανισμού (μια νέα εντολή), που μπορεί να είναι μόνο ο ΟΗΕ, εάν επιβιώσει από την πολιορκία που τον καταστρέφει.
Αν το πρώτο μοντέλο συνύπαρξης σύγχρονων κοινοτήτων χωρίς κράτος που εμφανίστηκε στη διεθνή σκηνή ήταν η Δημοκρατική Συνομοσπονδία της Ροζάβα, η οποία δημιουργήθηκε σε συνθήκες εξαιρετικά σοβαρών δυσκολιών, η προοπτική μιας δημοκρατικής συνομοσπονδίας των λαών της Παλαιστίνης, η οποία σίγουρα θα κληθεί να αντιμετωπίσει πολύ μεγαλύτερες δυσκολίες, θα μπορούσε όμως, ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, να χαράξει τον δρόμο για την υπέρβαση της οργάνωσης του κόσμου που βασίζεται στα κράτη.
Μια πορεία δύσκολη ακόμη και να την διανοηθεί κανείς, αλλά αναπόφευκτη για όσους σκοπεύουν να εργαστούν για μια πραγματική εναλλακτική λύση στην παρούσα κοινωνική διάρθρωση, στην οποία τα κράτη, παρά την παγκοσμιοποίηση που βρίσκεται σε κρίση, παραμένουν τα εκκολαπτήρια ή τα κελύφη τόσο των πιο άγριων συστημάτων κυριαρχίας, από την πατριαρχία μέχρι τον ρατσισμό και τον καπιταλισμό, όσο και των πιο καταστροφικών μορφών βίας: από τους πολέμους μεταξύ κρατών μέχρι τον πόλεμο κατά του περιβάλλοντος και της Γης.
Πηγή: comune-info.net


