Συλλογικό (επιμ.: Γιάννης Πεχτελίδης & Νίκη Νικονάνου), Οι αγώνες των κοινών στην εκπαίδευση», Ψηφίδες 2025
Το βιβλίο «Οι αγώνες των κοινών στην εκπαίδευση» είναι ένας συλλογικός τόμος. Οι συγγραφείς έχουν μελετήσει τα κοινά σε τυπικούς και μη τυπικούς χώρους μάθησης και παρουσιάζουν ερευνητικά συμπεράσματα.
Πρόκειται για ένα βιβλίο ψηφιδωτό, μιας και κάθε κεφάλαιο εστιάζει σε κάτι διαφορετικό: στον ψηφιακό κόσμο, σε μουσειοπαιδαγωγικά θέματα, στα μαθηματικά, στις τέχνες, στο πρώτο αστικό βρώσιμο δάσος στην Ελλάδα, στο ελευθεριακό σχολείο «Το μικρό δέντρο» στη Θεσσαλονίκη, στο Αλληλέγγυο Σχολείο Μεσοποταμίας στην Αθήνα κτλ.
Αυτό που διαπερνά όλα τα κεφάλαια είναι η επιθυμία υπέρβασης της παραδοσιακής εκπαίδευσης, που προωθεί την κάθετη ιεραρχία, την πειθαρχία και τον ανταγωνισμό. Η εκπαίδευση εδώ αντιμετωπίζεται ως συλλογικό αγαθό, που δημιουργούν, διαχειρίζονται και απολαμβάνουν όλα τα μέλη της κοινότητας, χωρίς περιφράξεις, δηλαδή αποκλεισμούς. Τα εκπαιδευτικά κοινά καλλιεργούν τη συνεργασία, το μοίρασμα, τη φροντίδα και τις πειραματικές πρακτικές μάθησης. Πολύ συνοπτικά, μιλάμε για έναν συνεργατικό τρόπο συνύπαρξης, στον οποίο αναπτύσσονται μορφές συμμετοχικής δημοκρατίας.
Με πολύ απλό και κατανοητό λόγο, παρότι πρόκειται για ερευνητικό πόνημα, το βιβλίο εξηγεί τις θεωρητικές ρίζες των εγχειρημάτων και μελετά την πρακτική τους εφαρμογή. Παρά τη σαφή τοποθέτηση υπέρ των εκπαιδευτικών κοινών, ωστόσο, δεν καταφεύγει σε εξιδανικεύσεις ούτε προσφέρει έτοιμες λύσεις. Στην πραγματικότητα θέτει πολύ ενδιαφέροντα ερωτήματα για τις δυνατότητες, τον αντίκτυπο και τα όρια αυτών των εγχειρημάτων.
Το πρώτο ερώτημα από τη σκοπιά ενός εκπαιδευτικού είναι αν το βιβλίο πραγματεύεται ένα θέμα που πράγματι απασχολεί όσους/ες διδάσκουμε στα σχολεία. Κατά τη γνώμη μου ναι. Αφενός υπάρχει μια μερίδα εκπαιδευτικών στην Ελλάδα που ασχολείται ενεργά με τη δημοκρατική εκπαίδευση. Υπάρχει για παράδειγμα η πολύ ενεργή ομάδα «Το Σκασιαρχείο» στην Αθήνα, που ασχολείται με την Παιδαγωγική Φρενέ, κι έχει δώσει ζωή μέσα από επιμορφώσεις σε μικρότερα δίκτυα σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Υπάρχουν ιδιωτικές πρωτοβουλίες, όπως είναι «Το Μικρό Δέντρο» στη Θεσσαλονίκη ή το «Ataxia School» στο Στείρι Βοιωτίας. Έχουν υπάρξει κι άλλα εγχειρήματα όπως «Ο Μικρός Ντουνιάς» στη Λέσβο, άτυπα εγχειρήματα στην Άνδρο, στο Σερνικάκι Φωκίδας, στον Υμηττό της Αττικής κ.ά., καθώς και πρωτοβουλίες για τη δικτύωση και τη σύμπραξη αυτών των εγχειρημάτων. Τα περισσότερα αφορούν, για νομικούς λόγους, την προσχολική ηλικία.
Πέρα όμως από αυτή την κοινότητα εκπαιδευτικών που, όχι απλά προβληματίζεται, αλλά ενεργά προσπαθεί να εκμεταλλευτεί όποια χαραμάδα υπάρχει, για να υλοποιήσει στο εδώ και τώρα μια πιο δημοκρατική, συμμετοχική και ισότιμη εκπαίδευση, υπάρχει ένας πολύ ευρύτερος κύκλος συναδέλφων που παρακαλουθεί τη συρρίκνωση των δημοκρατικών ελευθεριών και την αύξηση της γραφειοκρατίας και του ανταγωνισμού στα σχολεία με μεγάλη ανησυχία. Το βιβλίο σίγουρα απευθύνεται και σε αυτούς.
Υπό αυτή την έννοια, το βιβλίο παρουσιάζει ενδιαφέρον ειδικά στη συγκυρία που κυκλοφορεί. Ζούμε σε μια εποχή απροκάλυπτης στροφής προς την ακροδεξιά και τον συντηρητισμό, γεγονός που έχει αναζωπυρώσει εθνικιστικές ιδέες και έχει πυροδοτήσει ανεξέλεγτες πολεμικές συρράξεις παγκοσμίως. Το μόνο θετικό σε τόσο ζοφερούς καιρούς είναι ότι τελειώνουν οι ψευδαισθήσεις και βλέπουμε κατάματα πόσο άνισες και ανελεύθερες είναι οι κοινωνίες μας, πόσοι φραγμοί αποκλείουν συνανθρώπους μας από κοινωνικά αγαθά, πόσο συγκεντρωμένη είναι η εξουσία σε λίγα χέρια πέρα και πάνω από εμάς. Σε τέτοιες περιόδους, λοιπόν, αντιλαμβανόμαστε πόσο σημαντικό είναι να δράσουμε.
Στην Ελλάδα, τα τελευταία χρόνια έχουν συντελεστεί στην επαίδευση δομικές αλλαγές που εντείνουν την ιεραρχική και γραφειοκρατική οργάνωση. Έχει παραχωρηθεί περισσότερη εξουσία στη διοίκηση και στη διεύθυνση των σχολείων, έχει αποδυναμωθεί το συλλογικό αποφασιστικό όργανο των σχολείων, ο Σύλλογος Διδασκόντων, και εσχάτως έγινε ένα βήμα παραπέρα: Μέσω της αξιολόγησης οι εκπαιδευτικοί διασπώνται σε αξιολογητές και αξιολογούμενους, η ενδοσχολική πυραμίδα συμπληρώνεται με μοριοδοτούμενες θέσεις, όπως είναι ο μέντορας και ο ενδοσχολικός συντονιστής, ενώ περιοδικά ελέγχεται, με βάθμο κιόλας, κατά πόσο κάθε σχολείο και κάθε εκπαιδευτικός ατομικά ενεργεί σύμφωνα με τις οδηγίες και τα κριτήρια που θέτει άνωθεν το Υπουργείο.
Αυτή η συρρίκνωση της παιδαγωγικής ελευθερίας, προϋποθέτει τη συρρίκνωση εργασιακών δικαιωμάτων και συνδικαλιστικών ελευθεριών. Είναι αυτό που βιώνουμε καθημερινά στα σχολεία: Από τη μία γραφειοκρατική πίεση από την άλλη ολοένα μικρότερη δυνατότητα να αντιδράσουμε, οδηγώντας εντέλει εκπαιδευτικούς μαζικά στην εργασιακή εξουθένωση.
Κατά τη γνώμη μου, το πλεονέκτημα των εκπαιδευτικών κοινών είναι ότι μπορούν να φέρουν κοντά αυτούς τους ετερόκλητους προβληματισμένους συναδέλφους, μιας και τα εκπαιδευτικά κοινά δεν είναι μια ιδεολογία, αλλά περισσότερο μια μεθοδολογια, ένας τρόπος συνεργασίας.
Επί της ουσίας είναι μια πρόταση τρόπου οργάνωσης, που γεννιέται μέσα από την πράξη εδώ και τώρα. Τα εκπαιδευτικά κοινά προτείνουν την από κοινού διαχείριση και το μοίρασμα χωρίς περιορισμούς ενός αγαθού, της εκπαίδευσης, έναντι της ελιτίστικης αντίληψης ότι η πρόσβαση πρέπει να περιορίζεται μόνο στους καλύτερους (βλ. φίλτρο εξετάσεων και επιδόσεων), στους πλουσιότερους (βλ. φίλτρο διδάκτρων) κτλ. Αυτές οι νησίδες αυτοδιαχείρισης, επεκτεινόμενες και διασυνδεόμενες, αποτελούν αντίβαρο στον καπιταλιστικό τρόπο ζωής, διότι εκπαιδεύουν ανθρώπους να συνομιλούν ισότιμα, να συναποφασίζουν, να αλληλοβοηθιούνται, να μοιράζονται, να υπερβαίνουν περιορισμούς και περιφράξεις, να διαχειρίζονται ισότιμα τα κοινά αγαθά. Όχι μόνο τη γνώση, αλλά και άλλους συλλογικούς πόρους.
Συνεπώς θεωρώ ότι τα εκπαιδευτικά κοινά έχουν το πλεονέκτημα να προτάσσουν μεν κάτι βαθιά πολιτικό, άλλωστε και η ίδια η εκπαίδευση είναι μια de facto πολιτική διαδικασία, αλλά με όρους που μπορούν να αγκαλιαστούν ευρύτερα, μιας και δεν προϋποθέτουν ιδεολογική ταύτιση ούτε προτείνουν μια μετωπική σύγκρουση. Υπό αυτή την έννοια, τα εκπαιδευτικά κοινά είναι μια προωθημένη σκέψη στην εποχή που ζούμε, διότι θέτουν στο προσκήνιο την ιδέα της αυτοδιαχείρισης, της οριζόντιας οργάνωσης και λήψης αποφάσεων, κάτι δομικά αντίθετο με το νεοφιλελεύθερο μοντέλο.
Από την άλλη, η ιδέα των εκπαιδευτικών κοινών, δεν έχει κατά τη γνώμη μου την αιχμηρή πολιτική ανάλυση των ριζοσπαστικών παιδαγωγικών θεωριών του περασμένου αιώνα. Αυτό είναι αναμενόμενο, αν σκεφτούμε τις τεράστιες πολιτικές και ιδεολογικές ζυμώσεις και συγκρούσεις που έλαβαν χώρα στα τέλη του 19ου και στον 20ό αιώνα, που γέννησαν ιδέες και παιδαγωγικές θεωρίες με στιβαρές ιδεολογικές αναφορές.
Σημαίνει αυτό ότι τα εκπαιδευτικά κοινά είναι υποδεέστερα, επειδή δεν θέτουν την αμφισβήτηση της υπάρχουσας εκπαιδευτικής κατάστασης με όρους ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος; Από τη μία ισχύει το αυτονόητο, ότι, εφόσον τα εκπαιδευτικά κοινά αμφισβητούν θεμελιώδιες αξίες του καπιταλισμού, αυτό που προτάσσουν δεν μπορεί να υλοποιηθεί όσο υπάρχει καπιταλισμός, τουλάχιστον σε μεγάλη κλίμακα. Από την άλλη, σε μια εποχή που έχει απαξιωθεί ο πολιτικός λόγος και οι παραδοσιακές πολιτικές και συνδικαλιστικές δομές, όπως τα κόμματα και τα σωματεία, κι έχει επικρατήσει η αποσυλλογικοποίηση, ο φόβος και η απάθεια, δεν είναι ρεαλιστικό να περιμένουμε ότι θα συσπειρωθεί αυθόρμητα ο κόσμος γύρω από ανατρεπτικά προτάγματα.
Εδώ τίθεται ένα πολύ καίριο ερώτημα. Μπορούν να επιβιώσουν μικρές νησίδες δημοκρατίας και ελεύθερης έκφρασης σ’ έναν κόσμο που επιβάλλει, με ωμούς όρους, τον νόμο του ισχυρού; Το βλέπουμε από το επίπεδο διακρατικών συμμαχιών έως το ατομικό επίπεδο, π.χ. στο εργασιακό μας περιβάλλον. Χωρίς να θέλω να απαξιώσω ό,τι κάνουμε ορισμένοι εκπαιδευτικοί με τόσο κόπο, διότι κυριολεκτικά κολυμπάμε κόντρα στο ρεύμα, θεωρώ ότι τέτοια εγχειρήματα έχουν χρόνο ζωής μόνο έως ότου τεθούν στο στόχαστρο. Υπάρχουν όσο θεωρούνται ακίνδυνα, διότι λειτουργούν σε μικρή κλίμακα και δεν αποτελούν γενικευμένο παράδειγμα. Άλλωστε το σύστημα αφομοιώνει και καθιστά ακίνδυνα προτάγματα μέσω της ενσωμάτωσης, π.χ. ενεργή πολιτειότητα ή διά βίου μάθηση ή συμπερίληψη. Όταν δεν αρκεί ο σφετερισμός και η διαστρέβληση όρων, τότε ακολουθεί η ωμή καταστολή.
Ας πάρουμε ως παράδειγμα τα συμβούλια τάξης. Όσοι έχουμε χρησιμοποιήσει αυτή την τεχνική στις τάξεις μας έχουμε συνειδητοποιήσει πώς μεταμορφώνει τους μαθητές μας και τις μεταξύ τους σχέσεις, καθώς είναι μια διαδικασία ισότιμη, όπου ο λόγος όλων έχει αξία, και οι αποφάσεις λαμβάνονται και υλοποιούνται από τα ίδια τα μέλη. Είναι μια διαδικασία που αλλάζει ριζικά τον τρόπο που σκεφτόμαστε και υπάρχουμε μαζί με τους άλλους. Αλλάζει κι εμάς τους εκπαιδευτικούς. Μέσα στις τάξεις που γίνονται συμβούλια τάξης μπορείς η εξουσία να μην εξαλείφεται, στην παιδαγωγική Φρενέ άλλωστε ο εκπαιδευτικός εξακολουθεί να έχει κεντρικό ρόλο, αλλά αναδιανέμεται και τίθεται υπό διαπραγμάτευση, μέσα από τη συναπόφαση. Πρόκειται για μια πρακτική που αμφισβητεί την άκαμπτη εκπαιδευτική ιεραρχία και την άκριτη αποδοχή και εφαρμογή εντολών από τα πάνω.
Οι όμορφες ιδέες και οι αποφάσεις των παιδιών, ωστόσο, μπορούν να υλοποιηθούν στον βαθμό που δεν συγκρούνται με τη νομοθεσία (π.χ. τον αριθμό επισκέψεων που επιτρέπει ο νόμος) ή με την άποψη του Διευθυντή/τριας. Δηλαδή οι μαθητές έχουν μεν την ελευθερία να «ασκήσουν» τη δημοκρατία, αλλά σ’ έναν περιορισμένο πλαίσιο που ελέγχεται από τα πάνω.
Ένα ακόμα πιο αιχμηρό ζήτημα που τίθεται είναι κατά πόσο έχει αξία να προάγουμε από τη μία δημοκρατικές αξίες μέσα στις τάξεις, κεκλεισμένων των θυρών, και την ίδια στιγμή να σωπαίνουμε στους Συλλόγους διδασκόντων, στα σωματεία μας, μπροστά σε ανώτερους διοικητικούς υπαλλήλους, στην ευρύτερη κοινωνία, για πράγματα με τα οποία διαφωνούμε. Οι δημοκρατικές αξίες δεν εφαμόζονται αλά καρτ, αλλά αποτελούν διαρκές διακύβευμα σε όλα τα επίπεδα. Μπορούμε να υπερασπιζόμαστε με ζήλο το δικαίωμα ενός μαθητή να ακούγεται στην τάξη και παράλληλα να σιωπούμε όταν ένας συνάδελφός μας διώκεται πειθαρχικά επειδή εξέφρασε τη γνώμη του;
Δυστυχώς ζούμε οξύμωρες καταστάσεις στην εκπαίδευση τα τελευταία χρόνια. Από τη μία επιβάλλονται από το Υπουργείο οι λεγόμενες «δράσεις ενεργού πολίτη», από την άλλη εκπαιδευτικοί που έκαναν δράσεις για τον πόλεμο στην Παλαιστίνη διώχθηκαν πειθαρχικά. Από τη μία κάνουμε υποχρεωτικά εργαστήρια δεξιοτήτων για τα ανθρώπινα δικαιώματα, από την άλλη έχουμε χιλιάδες πειθαρχικές διώξεις εκπαιδευτικών που ασκούν το δικαίωμα στην απεργία. Η διά βίου μάθηση διαστρεβλώθηκε και πρακτικά σημαίνει συσσώρευση πιστοποιητικών με ιδιωτικό κόστος ή επιμορφώσεις από, συχνά, σκιώδεις φορείς. Και πάει λέγοντας.
Επιστρέφοντας, λοιπόν, στο παράδειγμά μας, μου φαίνεται δύσκολο να φανταστώ συνελεύσεις μαθητών σε κάθε σχολείο, να γαλουχούν τη νέα γενιά στην επικίνδυνη ιδέα της άμεσης δημοκρατίας και της ισότητας, να επεκτείνονται σε συνελεύσεις σχολείων, όπου συναποφασίζουν μαθητές και εκπαιδευτικοί, ή σε συνελεύσεις όλης της σχολικής κοινότητας, δηλαδή να συναποφασίζουν και οι γονείς, χωρίς να πέσει υπουργικός κεραυνός να μας κάψει. Θεωρώ ότι αναπόφευκτα θα χρειαστεί να αγωνιστούμε για την υπεράσπιση της δημοκρατίας στα σχολεία.
Με αφορμή το γεγονός ότι ο τίτλος του βιβλίου αναφέρεται σε αγώνες, αναγνωρίζοντας ότι τα εκπαιδευτικά κοινά τροφοδοτούν και τροφοδοτούνται από αγώνες για την εδραίωσή τους, θέλω να αναφερθώ στο γεγονός ότι υπάρχουν περισσότεροι από 2.000 εκπαιδευτικοί σε όλη την Ελλάδα που, παρότι συμμετέχουν σε νόμιμη απεργία της ΔΟΕ και της ΑΔΕΔΥ, καλούνται σε Πειθαρχικά Συμβούλια και απειλούνται με οριστική απόλυση από τον δημόσιο τομέα, εφόσον συνεχίσουν να απέχουν από την αξιολόγηση. Η καταστολή αυτού του αγώνα υπήρξε δομικό στοιχείο του νέου πειθαρχικού δικαίου για τους δημόσιους υπαλλήλους. Γιατί να δοθεί τόση σημασία και να δαπανηθούν τόσοι δημόσιοι πόροι για την υποχώρηση λίγων χιλιάδων απεργών;
Διότι τέτοιες αντιστάσεις θίγουν και αμφισβητούν, όπως και τα εκπαιδευτικά κοινά, τον πυρήνα της ασκούμενης εκπαιδευτικής πολιτικής:
- Προκρίνουν τη συνεργασία έναντι του ανταγωνισμού, της βαθμοθηρίας και της ατομικής ανέλιξης.
- Προτάσσουν την κάλυψη των μορφωτικών αναγκών όλων των μαθητών, χωρίς περιορισμούς και εξαιρέσεις.
- Υπερασπίζονται την παιδαγωγική ελευθερία των εκπαιδευτικών, το δικαίωμα να επιλέγουν ελεύθερα τα μέσα και το περιεχόμενο της διδασκαλίας, σύμφωνα με τα ενδιαφέροντα και τις ανάγκες των μαθητών, αντί να υλοποιούν άκριτα υπουργικές εγκυκλίους.
- Υπερασπίζονται τον δημόσιο χαρακτήρα των σχολείων, δηλαδή τη δωρεάν πρόσβαση στη γνώση απ’ όλους.
Ο δε αγώνας κατά τη αξιολόγησης δεν είναι καν ριζοσπαστικός, δεδομένου ότι δεν αμφισβητεί την πρωτοκαθεδρία του κράτους στα δημόσια σχολεία. Δεν αμφισβητεί τη δομή λειτουργίας των σχολειών, που είναι κρατικά ελεγχόμενη, ούτε την άνωθεν επιλογή της διδακτέας ύλη, ούτε τον ρόλο του κράτους ως εργοδότη, ούτε τις υπάρχουσες ανισότητες στην πρόσβαση. Στην πραγματικότητα ζητάει να παραμείνουν τα πράγματα ως έχουν και να μην γίνουν χειρότερα εισάγοντας περαιτέρω περιορισμούς, άνιση κατανομή εξουσίας, συρρίκνωση της παιδαγωγικής ελευθερίας και εμπορευματοποίηση. Παραμένει, ωστόσο, ένας ουσιαστικός αγώνας. Σε μια εποχή που εμπορευματοποιούνται και ιδιωτικοποιούνται τα κοινωνικά αγαθά (νερό, ενέργεια, υγεία κτλ.), η δημόσια παιδεία απαξιώνεται μέσω της υποχρηματοδότησης (βλ. κτίρια, υποστελέχωση) και της δυσφήμησης, ενώ πριμοδοτείται ο ιδιωτικός τομέας (σχολεία, φροντιστήρια, κολλέγια, πανεπιστήμια κτλ.). Έτσι η δημόσια παιδεία γίνεται ένα πολύτιμο οχυρό που παλεύουμε να μη χάσουμε.
Φανταστείτε, λοιπόν, αν μια μειοψηφική αμφισβήτηση, νόμιμη κιόλας, της παντοδυναμίας της ιεραρχίας έχει οδηγήσει σε χιλιάδες πειθαρχικές διώξεις, πόσο δύσκολο θα είναι να φτάσουμε στα εκπαιδευτικά κοινά και πόσο σθεναρή θα είναι η αντίδραση του κράτους στην αναδιανομή της εξουσίας, τουλάχιστον στο δημόσιο σχολείο. Οι ιδιωτικές πρωτοβουλίες, στον βαθμό που παραμένουν τουλάχιστον λίγες και μικρές, έχουν μεγαλύτερη ευχέρεια κινήσεων, αν και αυτές ελίσσονται σε νομικές χαραμάδες. Παρ’ όλα αυτά, απευθύνονται σε λίγα παιδιά και συχνά καταλήγουν, άθελά τους, σε εναλλακτικά σχολεία ελίτ. Η εμπειρία από το εξωτερικό έχει δείξει ότι οι εναλλακτικές παιδαγωγικές μπορούν κάλλιστα να εμπορευματοποιηθούν και να καταλήξουν εμπόρευμα σε ιδιωτικά σχολεία για «ψαγμένους» γονείς. Η διαφωνία για το αν είναι πιο αποτελεσματική η δράση εντός των δημόσιων σχολείων έναντι της ίδρυσης ιδιωτικών δημοκρατικών σχολείων καλά κρατεί, δεν είναι όμως της παρούσης.
Οπότε είναι καλύτερο να μην κάνουμε τίποτα; Να βουλιάξουμε στην απελπισία και την απραξία λόγω της σιγουριάς ότι όλα είναι μάταια, ότι είμαστε μια ασήμαντη κουκκίδα που αντιπαλεύει ένα γιγάντιο τέρας; Είναι τελικά τα εκπαιδευτικά κοινά μια ουτοπία;
Γι’ αυτό ακριβώς είναι κομβικής σημασίας να κυκλοφορούν βιβλία όπως «Οι αγώνες των κοινών στην εκπαίδευση». Βιβλία που πραγματεύονται πραγματικά εγχειρήματα, που θέτουν στο σήμερα θεμέλια για έναν άλλον κόσμο. Πολλά από αυτά μπορεί να μην τα γνωρίζουμε ή να μην έχουμε σκεφτεί καν τον τρόπο που λειτουργούν. Πόσοι από εμάς χρησιμοποιούμε ελεύθερο λογισμικό ή τη Wikipedia, χωρίς να συνειδητοποιούμε πώς συνεργάζονται τα μέλη στα ψηφιακά κοινά (βλ. Κεφ. Αλέκου Πανταζή). Πόσοι έχουμε διαβάσει επιστημονικά άρθρα χωρίς να δώσουμε σημασία στην ένδειξη Ανοιχτή Πρόσβαση (Open Access). Ενδεχομένως λίγοι γνωρίζουν όσα γράφουν οι Χρίστος Μάης και Γιάννης Τσάκωνας για τον αγώνα που δίνεται ενάντια στο κατεστημένο των επιστημονικών εκδόσεων, όπου όχι μόνο η πρόσβαση σε ερευνητικές εργασίες αλλά ακόμα και η δημοσίευση γίνεται πληρώνοντας τέλη. Κάθε κεφάλαιο βάζει το λιθαράκι του. Το βιβλίο είναι ένα ψηφιδωτό που καταφέρνει να δώσει θάρρος και ώθηση.
Αν θα μπορούσα να βρω ένα κοινό νήμα στα κεφάλαια του βιβλίου και στις συλλογικότητες που συμμετέχω είναι το εξής: η ατομική ανάγκη να δράσουμε βρίσκει γόνιμο έδαφος όταν δικτυωθούμε με ανθρώπους που συμμερίζονται τις ίδιες ανησυχίες, και όταν αποφασίσουμε από κοινού να γίνουμε εμείς οι ίδιοι σήμερα η αλλαγή που θέλουμε να δούμε στον κόσμο αύριο.
Και αυτές οι συλλογικές προσπάθειες που κάνουμε, αυτά τα φαινομενικά μικρά και λίγα, λειτουργούν πολλαπλασιαστικά. Στο κεφάλαιο για το Αλληλέγγυο σχολείο Μεσοποτομίας ο συγγραφέας δίνει έμφαση στην ατμόσφαιρα αλληλεγγύης, ελευθερίας και δημοκρατίας, που μετασχηματίζει όχι μόνο τα εμπλεκόμενα υποκείμενα και τις μεταξύ τους σχέσεις, αλλά αφήνει κι ένα διακριτό αποτύπωμα και στην ευρύτερη κοινότητα.
Εν κατακλείδι, κάθε εποχή θέτει τα δικά της μικρά και μεγάλα πολιτικά και ηθικά διλήμματα. Σε μας έπεσε ο κλήρος να θέσουμε αναχώματα σε μια εποχή που δεν υπάρχουν ούτε κοσμογονικές παιδαγωγικές θεωρίες, ούτε ένα ενεργό κίνημα με ριζοσπαστικές εκπαιδευτικές ιδέες και δράσεις, ούτε ηρωικές, μαζικές αντιστάσεις.
Κινούμαστε στις χαραμάδες του συστήματος, διατηρώντας ζωντανές πολύ σημαντικές ιδέες, προσπαθώντας να τις αγκαλιάσουν και οι μαθητές μας, με την ελπίδα ότι η νέα γενιά, φέροντας αυτές τις βιωμένες εμπειρίες, θα καταφέρει ένα πιο αποφασιστικό βήμα προς μια κοινωνία ισότητας, αλληλεγγύης και ελευθερίας.
Τα εκπαιδευτικά κοινά, όπως και κάθε πρόταγμα, δεν είναι μόνο προορισμός, αλλά περισσότερο μια διαδικασία, ένας τρόπος να αναλογιζόμαστε τις καθημερινές μας σχέσεις και να τις μετασχηματίζουμε βήμα βήμα μέρα με τη μέρα.
Κλείνοντας, θεωρώ ότι το συγκεκριμένο βιβλίο με απλό, προσεγμένο και προσιτό λόγο, χωρίς βερμπαλισμούς, ηθικολογίες και θεωρητικό ελιτισιμό, πραγματώνει με το παραπάνω τον διακηρυγμένο στόχο του: «να εμπνεύσει και να προβληματίσει, να δώσει ελπίδα και δύναμη σε όσους ασχολούνται με την εκπαίδευση και οραματίζονται μια πιο συμπεριληπτική εκπαίδευση και κοινωνική πραγματικότητα».
Εύχομαι η ανάγνωσή του να γεννήσει παραγωγικές συζητήσεις, που θα τροφοδοτήσουν την πράξη.


