Ο ΜΙΣΘΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΓΓΙΧΤΕΙ
Το 1935, ο W.E.B. Du Bois δημοσίευσε το «Black Reconstruction in America», μια ιστορική ανασύνθεση της δεκαετίας που ακολούθησε τον Εμφύλιο Πόλεμο, στη διάρκεια της οποίας οι μαύροι του Νότου συμμετείχαν στις κυβερνήσεις των πολιτειών που ανασυγκροτούνταν. Το βιβλίο περιείχε μια ανάλυση που πέρασε σχεδόν απαρατήρητη από τους συγχρόνους του και μόνο δεκαετίες αργότερα θα έβρισκε τη θέση της στην πολιτική θεωρία.
Ο Du Bois υποστήριζε ότι οι φτωχοί λευκοί εργάτες του Νότου λάμβαναν, σε αντάλλαγμα για την αφοσίωσή τους στο φυλετικό σύστημα, έναν «δημόσιο και ψυχολογικό μισθό», δηλαδή την προνομιακή πρόσβαση στους δημόσιους χώρους και την ορατή ικανοποίηση του να μην βρίσκονται στην κατώτατη βαθμίδα της ιεραρχίας. Αυτός ο μισθός δεν είχε χρηματική αξία.
Αντιστάθμιζε, και ο Du Bois πίστευε ότι αντιστάθμιζε με εκπληκτική αποτελεσματικότητα, την έλλειψη του πραγματικού μισθού. Δεν σχηματίστηκε ο διαφυλετικός συνασπισμός μεταξύ μαύρων και λευκών εργατών που θα μπορούσε να είχε αλλάξει τις σχέσεις παραγωγής στο Νότο, επειδή οι φτωχοί λευκοί είχαν ήδη λάβει την αμοιβή τους. Σε σύμβολα. Κάθε κίνημα που θέλει να οργανώσει τους φτωχούς πρέπει να υπολογίζει σε αυτό το νόμισμα. Είναι το πιο δύσκολο να υποτιμηθεί επειδή δεν εμφανίζεται σε κανένα προϋπολογισμό.
Cfr. W.E.B. Du Bois, Black Reconstruction in America (Harcourt, Brace, 1935)
Ο ΣΑΔΟΜΑΖΟΧΙΣΤΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ
Το 1941 ο Έριχ Φρομ εξέδωσε στη Νέα Υόρκη το βιβλίο «Escape from Freedom». Το έγραψε ενώ βρισκόταν σε εξορία από τη Γερμανία μετά το 1934. Το βιβλίο επιχειρούσε να εξηγήσει γιατί εκατομμύρια άνθρωποι είχαν επιλέξει ελεύθερα να παραχωρήσουν την ελευθερία τους σε ένα αυταρχικό σύστημα. Η απάντηση του Φρομ επικεντρωνόταν σε μια συγκεκριμένη κοινωνική τάξη: τη γερμανική μικροαστική τάξη, τους εμπόρους και τους χαμηλόβαθμους υπαλλήλους. Αυτή η τάξη βρισκόταν σε μια θέση που ήταν αφεαυτής μη βιώσιμη. Είχε πλήρη επίγνωση της διαφοράς της από το προλεταριάτο για να μπορεί να ταυτιστεί με αυτό, αλλά ήταν και πολύ αδύναμη για να αντιμετωπίσει τις μεγάλες συγκεντρώσεις κεφαλαίου που διαβρώνανε την οικονομική της βάση. Η λύση ήταν ο σαδομαζοχιστικός χαρακτήρας που ασκούσε σαδισμό προς όσους βρισκόταν χαμηλότερα στην ιεραρχία και μαζοχισμό προς όσους βρισκόταν ψηλότερα. Ο ναζισμός προσέφερε και τις δύο ικανοποιήσεις σε ένα ενιαίο πακέτο. Η μικροαστική τάξη μπορούσε να ταπεινώνει Εβραίους και κομμουνιστές και ταυτόχρονα να υποτάσσεται με ανακούφιση στον Φύρερ. Ο Φρομ υποστήριζε ότι αυτή η ψυχολογική δομή αντιπροσώπευε την προσαρμοστική απόκριση σε μια αντικειμενικά μη βιώσιμη κατάσταση. Ο φασισμός την βρήκε ήδη διαμορφωμένη και την έκανε το εκλογικό του καύσιμο.
Cfr. Erich Fromm, Fuga dalla libertà (Einaudi, 1941)
Ο ΟΡΑΤΟΣ ΣΤΟΧΟΣ
Το 1973 η κοινωνιολόγος Έντνα Μπονατσί δημοσίευσε ένα δοκίμιο στο οποίο εισήγαγε την έννοια της «middleman minority». Οι εθνοτικές ομάδες που καταλαμβάνουν ενδιάμεσες οικονομικές θέσεις, όπως οι έμποροι και οι μικροδανειστές, απορροφούν την οργή των φτωχών τάξεων που εξαρτώνται από αυτούς. Η οργή εντοπίζει τον ορατό έμπορο ως στόχο· ο ιδιοκτήτης του συστήματος, που καθορίζει τις τιμές, παραμένει έξω από το όριο της αντίληψης. Ο μηχανισμός αυτός εκδηλώθηκε ξεκάθαρα στην Ουγκάντα του Ίντι Αμίν. Το 1972, ο Αμίν σε ενενήντα ημέρες απέλασε 80.000, περίπου, Ασιάτες της Ουγκάντας, στην πλειονότητά τους ινδικής καταγωγής, οι οποίοι διαχειρίζονταν το λιανικό εμπόριο και τις μικρές βιοτεχνίες της χώρας. Τα περιουσιακά τους στοιχεία κατασχέθηκαν και διανεμήθηκαν σε Ουγκαντέζους, πιστούς στο καθεστώς. Ο όχλος πανηγύρισε. Μέσα σε δύο χρόνια, η πλειοψηφία των επιχειρήσεων, που μεταβιβάστηκαν, χρεοκόπησε, επειδή έλειπαν τα εμπορικά δίκτυα και το σχεσιακό κεφάλαιο που είχε συσσωρευτεί επί δεκαετίες. Το εμπόριο της Ουγκάντας κατέρρευσε. Οι φτωχοί που είχαν χειροκροτήσει την απέλαση ήταν φτωχότεροι από πριν. Ο Αμίν παρέμεινε στην εξουσία για άλλα επτά χρόνια.
Cfr. Edna Bonacich, «A Theory of Middleman Minorities» (American Sociological Review, 1973)
Ο ΠΟΝΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΛΕΓΜΑ
Το 1939, μια ομάδα ψυχολόγων του Ινστιτούτου Ανθρώπινων Σχέσεων του Γέιλ, με επικεφαλής τον Τζον Ντόλαρντ, δημοσίευσε τη μελέτη «Frustration and Aggression» (Ματαίωση και Επιθετικότητα). Η κεντρική θέση της μελέτης ήταν ότι η επιθετικότητα αποτελεί πάντα συνέπεια της ματαίωσης και ότι η ματαίωση οδηγεί πάντα σε κάποια μορφή επιθετικότητας.
Το πιο σημαντικό στοιχείο αφορούσε τον στόχο: όταν η πηγή της ματαίωσης είναι ισχυρή ή απρόσιτη, η επιθετικότητα μετατοπίζεται σε έναν προσεγγίσιμο και πιο αδύναμο στόχο. Τα πειράματα σε ποντικούς που ένιωθαν ματαίωση εξαιτίας ενός φραγμού έδειξαν ότι τα ζώα επιτίθεντο στους συντρόφους τους στο κλουβί παρά στον ίδιο τον φραγμό. Οι συγγραφείς εφάρμοσαν αυτή τη λογική στον αντισημιτισμό στη Γερμανία της Βαϊμάρης. Οι εργάτες που ήταν απογοητευμένοι από την καπιταλιστική εκβιομηχάνιση εκτόνωσαν την επιθετικότητά τους στον Εβραίο της γειτονιάς, ο οποίος ήταν προσιτός και ευάλωτος, ενώ το σύστημα παραγωγής που τους καταπίεζε παρέμεινε άθικτο. Ο μηχανισμός ήταν τόσο αποτελεσματικός που το σύστημα επωφελήθηκε άμεσα από τα πογκρόμ. Η δυσαρέσκεια εκτονώθηκε πλευρικά, προς μια ασφαλή κατεύθυνση, αφήνοντας άθικτες τις δομές που την είχαν προκαλέσει.
Cfr. John Dollard, Leonard Doob, Neal Miller, O.H. Mowrer, Robert Sears, Frustration and Aggression (Yale University Press, 1939)
ΟΙ YEOMEN ΤΟΥ ΜΑΝΤΣΕΣΤΕΡ
Στις 16 Αυγούστου 1819, περίπου εξήντα χιλιάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στο St. Peter’s Field του Μάντσεστερ για να ακούσουν την ομιλία του Χένρι Χαντ σχετικά με τη μεταρρύθμιση του δικαιώματος ψήφου και τις συνθήκες των εργατών στην κλωστοϋφαντουργία. Οι αρχές διέταξαν τη σύλληψη των ομιλητών. Το ιππικό που επιφορτίστηκε με την πραγματοποίηση των συλλήψεων ήταν οι Manchester and Salford Yeomanry, μια τοπική εθελοντική παραστρατιωτική μονάδα ιππικού, που αποτελούνταν από εμπόρους και ιδιοκτήτες μικρών επιχειρήσεων της πόλης. Η έφοδος στο πυκνό πλήθος προκάλεσε δεκαοκτώ θανάτους και περίπου επτακόσιους τραυματισμούς. Αυτό που η ιστοριογραφία τείνει να παραβλέπει είναι η κοινωνική σύνθεση των εκτελεστών. Οι Yeomen ήταν συνομήλικοι και γείτονες πολλών από τους διαδηλωτές, κατείχαν ελαφρώς υψηλότερη οικονομική θέση και ενήργησαν με έναν ενθουσιασμό που οι μάρτυρες της εποχής χαρακτήρισαν ως υπερβάλλοντα. Ο Γουίλιαμ Κόμπετ, ένας ριζοσπάστης δημοσιογράφος που ήταν παρών, έγραψε ότι οι Yeomen φαινόταν να «απελευθερώνονται από κάτι» στη διάρκεια της εφόδου. Η μικρή διαφορά του στάτους προκάλεσε την πιο έντονη επιθετικότητα. Υπερασπίστηκαν μια τάξη που τους περιελάμβανε με μια ελάχιστη διαφορά, και αυτή τη διαφορά την υπερασπίστηκαν με το σπαθί.
Cfr. Robert Reid, The Peterloo Massacre (Heinemann, 1989); E.P. Thompson, The Making of the English Working Class (Gollancz, 1963)
Η ΔΥΣΤΥΧΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΑΧΘΕΝΤΟΣ
Το 1949, ο Samuel Stouffer δημοσίευσε το βιβλίο «The American Soldier», μια κοινωνιολογική ανάλυση της συμπεριφοράς των αμερικανικών στρατευμάτων κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Το πιο παράδοξο αποτέλεσμα αφορούσε το ηθικό. Πράγματι, οι μονάδες με τα υψηλότερα ποσοστά προαγωγών έδειξαν τα υψηλότερα επίπεδα δυσαρέσκειας, ενώ οι μονάδες στις οποίες οι προαγωγές ήταν σπάνιες έδειξαν υψηλότερο ηθικό. Ο Stouffer ονόμασε τον μηχανισμό «σχετική αποστέρηση». Η υποκειμενική ευημερία μετρά την απόσταση κάποιου από τους ομοίους του, αφήνοντας την απόλυτη θέση σε δεύτερο πλάνο. Σε μια μονάδα όπου πολλοί προάγονται, αυτός που δεν προάγεται υποφέρει βαθιά. Σε μια μονάδα όπου κανείς δεν προάγεται, η στασιμότητα είναι ο κανόνας και δεν γεννά δυσαρέσκεια. Η αρχή εφαρμόζεται στην πολιτική με σχεδόν μηχανική ακρίβεια. Η πιο επικίνδυνη ομάδα είναι αυτή που μόλις ξεπέρασε το όριο της φτώχειας και παρακολουθεί με τρόμο όσους θα μπορούσαν να την φτάσουν. Η αντιδραστική ψήφος προέρχεται από το σκαλοπάτι ακριβώς πάνω από το κατώτατο επίπεδο. Εκεί, η απόσταση που πρέπει να προστατευτεί είναι ελάχιστη και επομένως πρέπει να την υπερασπιστούν με κάθε μέσο.
Cfr. Samuel Stouffer et al., The American Soldier, vol. I (Princeton University Press, 1949)
Η ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΣΕ ΠΟΛΕΜΟ
Το 1985, ο Jonathan Rieder δημοσίευσε το βιβλίο «Canarsie: The Jews and Italians of Brooklyn Against Liberalism». Είναι η εθνογραφική μελέτη μιας εργατικής γειτονιάς του Μπρούκλιν, όπου οι εβραϊκές και ιταλικές οικογένειες πρώτης και δεύτερης γενιάς αντιτάχθηκαν σθεναρά στην σχολική ενσωμάτωση που ξεκίνησε η δημοτική αρχή της Νέας Υόρκης τη δεκαετία του 1970. Οι κάτοικοι της Canarsie οργάνωσαν μποϊκοτάζ και σποραδικές βιαιοπραγίες εναντίον των μαύρων μαθητών που μεταφέρονταν σε σχολεία της περιοχής. Το χαρακτηριστικό που ανέδειξε ο Rieder ήταν η υποκειμενική λογική των πρωταγωνιστών. Ένιωθαν απειλούμενοι από όσους έφταναν από την γειτονική, φτωχότερη γειτονιά του Μπράουνσβιλ, ενώ το οικονομικό σύστημα που είχε δημιουργήσει τόσο τη δική τους κατάσταση όσο και των νεοφερμένων παρέμενε αόρατο στην οργή τους. Οι εταιρείες που πλήρωναν ανεπαρκείς μισθούς και οι τράπεζες που αρνούνταν τα στεγαστικά δάνεια ήταν απρόσιτες. Το μαύρο παιδί που μεταφέρθηκε στο σχολείο της Canarsie ήταν σε απόσταση αναπνοής.
Cfr. Jonathan Rieder, Canarsie: The Jews and Italians of Brooklyn Against Liberalism (Harvard University Press, 1985)
ΤΟ ΚΤΙΡΙΟ ΣΤΙΣ ΦΛΟΓΕΣ
Τον Αύγουστο του 1992, εκατοντάδες νέοι άνεργοι από το Ρόστοκ περικύκλωσαν για τέσσερις ημέρες το «Sonnenblumenhaus», ένα συγκρότημα κατοικιών στο οποίο ζούσαν Βιετναμέζοι εργάτες – που είχαν προσληφθεί από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας- και Ρουμάνοι αιτούντες άσυλο. Το πλήθος έβαλε φωτιά στο κτίριο. Οι πυροσβέστες άργησαν να παρέμβουν. Οι τοπικές αρχές γνώριζαν εδώ και εβδομάδες ότι η κατάσταση εκτραχυνόταν. Είχαν συγκεντρώσει τους μετανάστες σε αυτό το κτίριο χωρίς τις κατάλληλες παροχές σκοπίμως, αγνοώντας τις διαμαρτυρίες των κατοίκων της περιοχής. Η λεπτομέρεια που έχει απωθήσει η συλλογική μνήμη είναι ότι ανάμεσα στο πλήθος που χειροκροτούσε υπήρχαν και οικογένειες από τη γειτονιά, όχι μόνο νεαροί νεοναζί. Η οργή για την ανεργία και τη βάναυση μετάβαση από το πενταετές σχέδιο σε μια οικονομία της αγοράς είχε βρει έναν στόχο τον οποίο οι αρχές είχαν προετοιμάσει καταλλήλως. Οι περιφερειακοί πολιτικοί που είχαν δημιουργήσει αυτές τις συνθήκες δεν κλήθηκαν ποτέ να λογοδοτήσουν. Όσοι καταδικάστηκαν στο τέλος της δίκης ήταν νέοι από το Ρόστοκ. Οι τοπικές αρχές έλαβαν μια υπουργική επίπληξη.
Cfr. Cas Mudde, The Far Right Today (Polity, 2019); Landgericht Rostock, sentenze processo Rostock-Lichtenhagen (1993-1995)
Η ΛΑΘΟΣ ΕΞΕΓΕΡΣΗ
Στις 9 Απριλίου 1948, δολοφονήθηκε στην Μπογκοτά ο Χόρχε Ελιέσερ Γκαϊτάν, ο φιλελεύθερος λαϊκιστής ηγέτης που προσπαθούσε να χτίσει ένα λαϊκό κίνημα ενάντια στην δικομματική ολιγαρχία της Κολομβίας. Η δολοφονία πυροδότησε μια από τις μεγαλύτερες αυθόρμητες εξεγέρσεις στην ιστορία της Λατινικής Αμερικής: το «Bogotazo». Για σαράντα οκτώ ώρες, οι φτωχοί της πρωτεύουσας κατέστρεφαν και λεηλατούσαν τις μικρές επιχειρήσεις και τους θεσμούς της πολιτικής ζωής. Οι συντηρητικοί γαιοκτήμονες που είχαν ενορχηστρώσει τη δολοφονία βρίσκονταν στα εξοχικά τους. Οι βιομήχανοι βρίσκονταν στις αριστοκρατικές συνοικίες, μακριά από τα αυτοσχέδια οδοφράγματα. Τα κεντρικά γραφεία των κομμάτων πυρπολήθηκαν. Οι πλούσιες γειτονιές παρέμειναν άθικτες. Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, είκοσι ενός ετών τότε και παρών στην πόλη, έγραψε δεκαετίες αργότερα ότι ο όχλος κατέστρεφε ό,τι μπορούσε να φτάσει. Η πραγματική εξουσία ήταν ήδη εκτός εμβέλειας όταν η οργή έψαξε ένα σώμα στο οποίο να επιτεθεί. Ικανοποιήθηκε με τους τοίχους που είχε γύρω του.
Cfr. Herbert Braun, The Assassination of Gaitán (University of Wisconsin Press, 1985); Gabriel García Márquez, Vivir para contarla (Mondadori, 2002)
Ο ΓΚΑΜΠΕΛΟΤΟ (μεσάζοντας-ενοικιαστής γης)
Στις δεκαετίες που προηγήθηκαν των Fasci Siciliani* του 1893, η Σικελία είχε αναπτύξει ένα ιδιαίτερο σύστημα αγροτικής διαμεσολάβησης: τον γκαμπελότο. Αυτός ο μεσάζοντας-ενοικιαστής μίσθωνε τις γαίες μεγάλων γαιοκτημόνων που ήταν απόντες -συχνά ευγενών από το Παλέρμο που δεν πατούσαν ποτέ το πόδι τους στα κτήματά τους- και υπενοικίαζε μικρότερα αγροτεμάχια σε εργάτες γης. Ο γκαμπελότο ήταν ταυτόχρονα υποτελής στον γαιοκτήμονα και αφέντης για τους αγροτοεργάτες. Όταν οι Fasci Siciliani οργάνωσαν τους αγρότες σε ενώσεις αντίστασης το 1893, οι γκαμπελότι, σχεδόν σύσσωμοι, τάχθηκαν με το μέρος των γαιοκτημόνων εναντίον των εργατών. Το απαιτούσε η οικονομική τους θέση. Μια βελτίωση των συνθηκών των εργατών θα συμπίεζε τα περιθώρια της υπενοικίασης, τα οποία ήταν η πηγή της επιβίωσής τους.
Όταν ο Κρίσπι** διέλυσε στρατιωτικά τους Fasci το 1894, ο γκαμπελότο ήταν το τοπικό όργανο καταστολής. Γνώριζε τα ονόματα των οργανωτών και έλεγχε την πρόσβαση στη γη. Το σύστημα είχε βρει τον πιο αξιόπιστο εκτελεστή του σε ένα δικό του ενδιάμεσο κοινωνικό σκαλοπάτι. Αυτός ο άνθρωπος καταλάμβανε το σκαλοπάτι ακριβώς πάνω από το κατώτατο επίπεδο. Αυτό αρκούσε για να τον κάνει φύλακα αυτού του επιπέδου.
Cfr. Denis Mack Smith, Storia della Sicilia medievale e moderna (Laterza, 1968); Salvatore Lupo, Il giardino degli aranci (Marsilio, 1990)
* Fasci Siciliani (Σικελικές Εργατικές Ενώσεις) ήταν ένα σημαντικό λαϊκό, δημοκρατικό και σοσιαλιστικό κίνημα που αναπτύχθηκε στη Σικελία μεταξύ 1889 και 1894. Αποτέλεσε το μεγαλύτερο κοινωνικό κίνημα του 19ου αιώνα στην Ευρώπη μετά την Παρισινή Κομμούνα.
** Ο Φραντσέσκο Κρίσπι (Francesco Crispi, 1818-1901) υπήρξε Ιταλός πολιτικός. Ως πρωθυπουργός (1887-1891, 1893-1896), σφράγισε την Ιταλία με αυταρχική πολιτική, επεκτατισμό (Αιθιοπία) και φιλο-γερμανικές συμμαχίες, ενώ άφησε αμφιλεγόμενη κληρονομιά ως θαυμαστής του Μπίσμαρκ.
πηγή: laviniamarchetti.substack.com


