Το Sirat σε σκηνοθεσία Όλιβερ Λάξε, ο οποίος κατάγεται από τη Γαλικία της Ισπανίας και ζει στο Παρίσι, έκλεψε την παράσταση, σόκαρε και δίχασε κοινό και κριτικούς, έχοντας αποσπάσει το Βραβείο Κριτικής Επιτροπής στο περσινό Φεστιβάλ των Καννών, ήταν υποψήφιο για έντεκα βραβείο Γκόγια (κερδίζοντας τα έξι εξ αυτών), ενώ ήταν και υποψήφιο για δύο Όσκαρ (ξενόγλωσσης ταινίας και ήχου). Το σενάριο υπογράφει ο σκηνοθέτης από κοινού με τον Σαντιάγο Φιλόλ και την παραγωγή έχει αναλάβει, μεταξύ άλλων συμπαραγωγών, και ο Πέδρο Αλμοδόβαρ.
Εάν θα θέλαμε να βρούμε μια σκηνοθετική επιρροή στο αταξινόμητο, γήινα μετα-αποκαλυπτικό σύμπαν που εικονοποιεί μπροστά στα μάτια των αιφνιδιασμένων θεατών ο Λάξε, ίσως αυτός να ήταν ο σπουδαίος Καναδός Ντενί Βιλνέβ, τόσο στο ύστερο έργο του με τις απόκοσμες, blockbuster παραγωγές (Blade Runner 2049, Dune), όσο και στις πιο εσωτερικές, σπαρακτικές καταθέσεις που τον καθιέρωσαν ως μια από τις πιο ξεχωριστές φωνές του σύγχρονου κινηματογράφου (Incendies, Prisoners).
Αρχής γενομένης από τον τίτλο, η αραβική λέξη «Sirat» παραπέμπει στην ισλαμική εσχατολογική θεολογία (ή, ακριβέστερα, κοσμολογία) και ορίζει τη στενή γέφυρα που ενώνει την Κόλαση με τον Παράδεισο. Η εν λόγω γέφυρα περιγράφεται πολύ παραστατικά ως πιο λεπτή από τρίχα μαλλιών, αλλά πιο κοφτερή από ξίφος. Σε μεταφορικό context, συμβολίζει το σωστό μονοπάτι που καλείται να διασχίσει ο ηθικά ενάρετος άνθρωπος για τη σωτηρία της ψυχής του.
Το Sirat διαδραματίζεται στις εσχατιές της ερήμου, στα σύνορα του Μαρόκου και της Μαυριτανίας, και, μολονότι, (συγ)κινείται και (εκ)τυλίγεται σε «εξωτικό» (με τα μέτρα και τα σταθμά του δυτικοκεντρικού βλέμματος) περιβάλλον, πραγματεύεται με αλληγορικό τρόπο την παρακμή της Δύσης όχι μόνο ως γεωγραφικής περιοχής αλλά και ως κοσμοθεωρητικής οντότητας, άρα, τρόπον τινά, το απογυμνωμένο τέλος του κόσμου όπως τον ξέραμε ή όπως νομίζαμε και θέλαμε μέχρι τούδε να τον ξέρουμε.
Σε ένα δεύτερο επίπεδο, η ταινία συνομιλεί, αρχικά με ακατάσχετο θόρυβο, έπειτα με συνωμοτικό ψίθυρο και, στο φινάλε, με μια έρημη σιωπή, με την ίδια την κρίση της αφήγησης, η οποία έχει συντελεσθεί μετά το ανεπίστρεπτο τέλος της -θρησκευτικής και εκκοσμικευμένης- μεταφυσικής. Η κρίση της αφήγησης ως απώλεια ενός προκατασκευασμένου, τακτοποιημένου νοήματος για τον εαυτό μας μες στον κόσμο διαπερνά κάθε ενσταντανέ δράσης ή/και αδράνειας των (αντι)ηρώων. Ταυτόχρονα, οι (αντι)ήρωες αποζητούν έναν συνδετικό κρίκο, ένα σημείο αναφοράς, καθώς ναι μεν τα δόγματα, οι ιδεολογίες κ.λπ. εξέπεσαν προ πολλού από το αυτοαναφορικό βάθρο τους, αλλά οι αποδεσμευμένοι εαυτοί γυρνάνε πια στα χαμένα, σε μια διαρκώς επαναλαμβανόμενη τροχιά -παρά την υπόσχεση ξέφρενης επιτάχυνσης- ατάκτως ερριμένων ηλεκτρονίων. Η απουσία μεγάλων αφηγήσεων για το παρόν και η έλλειψη φαντασίας για το μέλλον μας εξοικειώνουν, εξάλλου, με τις μηδαμινές προσδοκίες στις διαπροσωπικές και κοινωνικοπολιτικές μας σχέσεις (από δω και στο εξής, διασυνδέσεις).
Από αυτήν ακριβώς τη λούπα των θρυμματισμένων αφηγήσεων και των ματαιωμένων προσδοκιών προσπαθούν να ξεφύγουν οι «ήρωες» του Sirat, οι ερασιτέχνες ρεϊβάδες και ο επαγγελματίας Σέρχι Λόπεθ, ο οποίος υποδύεται με φυσικότητα ανθρώπου της διπλανής πόρτας τον πατέρα που αναζητά από πάρτι σε πάρτι τη χαμένη κόρη του. Και θέλουν να ξεφύγουν εδώ και τώρα με τα δικά τους -γνώριμα και ανοίκεια, κυριολεκτικά και μεταφορικά- μέσα, δηλαδή την περιπλάνηση, το ταξίδι, την αέναη δίνη μες στους σιδερένιους τροχούς της Ιστορίας.
Απέναντί τους έχουν τα πιο μυθικά και πρακτικά αδάμαστα εμπόδια. Την –τόσο κακοποιημένη από τον άνθρωπο- φύση και τον –τόσο υποτιμημένο από τους «προφήτες» της τεχνοολιγαρχίας- φυσικό νόμο του Νεύτωνα για τη βαρύτητα, την παγκόσμια έλξη των σωμάτων. Σε αυτό, λοιπόν, το άγονο υπέδαφος λαμβάνει χώρα μια hardrock, ολοένα και πιο mutαρισμένη τραγωδία, όπου το σοκ αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο «χορηγούμενο» σε ισχυρές δοσολογίες που είναι εξαιρετικά πιθανόν να επιφέρουν δυσανεξία στο «μέσο» θεατή. Από τη μια πλευρά, ο Λάξε «ξεσκεπάζει» το δικαίωμα μη ενόχλησης του «μέσου» ανθρώπου, αλλά και την ίδια την ασάφεια, απροσδιοριστία και κενότητα της –τόσο βολικής για τις ελίτ- ιδέας της «μεσότητας». Από την άλλη, και στο σημείο αυτό είναι που εντοπίζω το ελάττωμα της -αιφνίδιας και overdose χορηγούμενης- σοκαριστικής οδύνης, μας κόβει την ανάσα και δεν μας αφήνει κανένα περιθώριο να ανιχνεύσουμε πίσω από τις γραμμές τη σαφώς πιο σύνθετη μίξη μεταξύ του τυχαίου και του εμπρόθετου παράγοντα Χ στην ανθρώπινη συνθήκη ακόμα και μες στους πιο απάνθρωπους καιρούς.
Στον βαθύτερο πυρήνα του, το Sirat αναζητά ενδεχομενικές διαύλους του «μαζί» σε μια διαρρηγμένη κοινότητα αποξενωμένων εαυτών και διασυνδεδεμένων μόνων. Έτσι, (δια)πραγματεύεται με ένα ολοκαινούριο βλέμμα δυο (από αρχαιοτάτων χρόνων) -ιδρυτικές της κοινωνίας- έννοιες, ιδέες, θεσμούς, αυταξίες: την οικογένεια και το πλήθος.
Η μεν οικογένεια δεν εκλαμβάνεται ως μια αφηρημένη, πατριαρχικά δομημένη και πατροπαράδοτη αξία, η οποία είναι φτιαγμένη από τη «μάνα» της και καταδικασμένη να απηχεί εις το διηνεκές την καρδιά της συντηρητικής προσδοκίας «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια» αποζητώντας για την πάρτη της «ησυχία-τάξη-ασφάλεια» δεν πα να καίγεται ο κόσμος γύρω της. Στην εναγώνια προσπάθεια του πατέρα να βρει τη χαμένη κόρη του, με τον γιο σε θέση συνοδηγού, η οικογένεια αναπαρίσταται ως ένα χειροπιαστό βίωμα, μια περιδίνηση σκέψεων, συναισθημάτων, προσεκτικά επιλεγμένων λέξεων και –αμελώς ή επιμελώς- ανέγγιχτων σιωπών. Το κουκούλι του «οίκου» σπάει και πυροδοτεί ένα αγχώδες roadtrip στο «σαλόνι» ενός τζιπ τεθωρακισμένου από το νοιάξιμο, μεταχειρισμένου απ’ τη φθορά του χρόνου, ενός ανθρωπόμορφου θηρίου της ασφάλτου, της πέτρας και του χώματος που μπορεί να σκαρφαλώνει απόκρημνους λόφους, να διασχίζει λασπώδεις βάλτους, να πλοηγεί και να πλοηγείται καταμεσής του χάους, να διαλύεται με λυμένο το χειρόφρενο εις τα εξ ων συνετέθη.
Το δε πλήθος δεν μπορεί παρά να είναι άμορφο, ασύντακτο, διάσπαρτο, αλλά, την ίδια στιγμή, είναι και το μόνο που έχει τη δυναμική να φτιάξει κοινότητα, δήμο, λαό, κόσμο. Εν προκειμένω, παίρνει σάρκα και οστά από «μη κανονικά» πρόσωπα, outsiders που παλεύουν όπως-όπως να τα βγάλουν πέρα και να σκαλίσουν τις ρωγμές στις παρυφές μιας κοινωνίας κλεισμένης στο καβούκι της. Αποκτούν «με το καλημέρα», ήδη από την εναρκτήρια σεκάνς, όνομα, ταυτότητα, υπόσταση, συγκροτώντας ατάκτως μια rave κοινότητα, αφιερώνοντας αυτοσχέδιες χορευτικές σπονδές στον εκπίπτοντα Θεό-φτωχοδιάβολο της απόλαυσης. Παρά τη φρίκη ή εξαιτίας της φρίκης, τα «φρικιά» έχουν κυοφορήσει ένα «μαζί», το έσχατο μετερίζι πριν την οριστική και αμετάκλητη απώλεια ανθρωπιάς που συντελείται σε ένα σύμπαν ανεπούλωτα τραυματισμένο από -αυτόκλητους και ετερόνομους- Μεσσίες.
Αυτό το «μαζί», εξάλλου, είναι που αφήνει μια ανεπαίσθητη μεν, υποδόρια αναζωογονητική δε επίγευση στον ουρανίσκο. Εκεί, λοιπόν, που ο σκηνοθέτης μας έχει σύρει στα απόλυτα επίπεδα απόγνωσης με τα μάλλον αχρείαστα απανωτά σοκ στα οποία μας έχει εκθέσει, η τελευταία πράξη-βουβή δήλωση μας προ(σ)καλεί να επιβιβαστούμε και να κυλίσουμε με τη ροή του ανθρώπινου καραβανιού. Η ταπεινή, κατορθωτή με συνεργατικό τρόπο, εξιλέωση είχε, ασφαλώς, ένα πολύ ακριβό τίμημα, την πτώση με τα μούτρα στην αχανή επικράτεια της οδύνης, στο επισφαλές, εύθραυστο σημείο καμπής και τομής ανάμεσα στις ιστορίες μας και την Ιστορία. Υπό αυτό το πρίσμα, το μονοπάτι από την Κόλαση στον Παράδεισο δεν είναι ούτε μονόδρομο ούτε αμφίδρομο, χαράζει απλώς και μόνο πάνω στον κατασκισμένο χάρτη τις εξόδους διαφυγής που μας επιτρέπουν να ρίχνουμε τα ψιχουλάκια μας για να μη χαθούμε μες στα στενοσόκακα αδιέξοδα του απομαγευμένου κόσμου.
Εν κατακλείδι, το Sirat υφαίνει αριστοτεχνικά τα αξεδιάλυτα νήματα ανάμεσα στην προσωπική/οικογενειακή τραγωδία, τη συλλογική/κοινωνική αντίσταση-τριπαρισμένη διαφυγή και το (γεω)πολιτικό εμφύλιο τραύμα, το οποίο καθίσταται εξαγώγιμο «προϊόν» σε οικουμενική κλίμακα. Βγαίνοντας από την αίθουσα, δεν το αφήνεις πίσω σου, καταχωνιασμένο στους τίτλους τέλους, αλλά το κουβαλάς ως φορτίο μέσα σου, σαν να μεταφέρεις ως «μέσος» Σίσυφος στους κυρτούς σου ώμους ένα τεράστιο ηχείο με ενισχυτή καταμεσής της ερήμου. Νιώθεις μέχρι το μεδούλι στο πετσί σου ότι οι οάσεις που σου υποσχέθηκαν ήταν τελικά οφθαλμαπάτες, αλλά έχεις τουλάχιστον πιστέψει ότι κάπου εκεί έξω μπορεί και να υπάρχουν ακόμα οάσεις ή μπορεί να τις εφεύρεις και να ξεδιψάσεις κάποιο καυτό μεσημέρι με τους παλιούς και καινούριους σου συνοδοιπόρους.
Ο Θωμάς Ψήμμας είναι Διδάκτορας Φιλοσοφίας του Δικαίου Νομικής Σχολής ΑΠΘ

