Όταν ο Τιτανικός βυθίζεται, εμφανίζονται θορυβώδεις σωτήρες, που φωνάζουν ότι, αν τους ακολουθήσουμε, θα επέλθει η σωτηρία, εκτοξεύοντας προσβολές και δείχνοντας με το δάχτυλο τους υποτιθέμενους ενόχους, χωρίς ποτέ να προσφέρουν επιχειρήματα ή εξηγήσεις. Αυτοί είναι η λύση, αυτοί και ο αδιάλλακτος και βίαιος πατριαρχικός αυταρχισμός τους που περιορίζεται στο να δίνει εντολές, προωθώντας την ατομική σωτηρία λίγων εκλεκτών και περιφρονώντας όσους αργούν να ακολουθήσουν και όσους απλώς αμφιβάλλουν.
Όταν ο Τιτανικός βυθίζεται, δεν έχει νόημα να κατηγορούμε τους καπιταλιστές που κατασκεύασαν ένα ελαττωματικό πλοίο (όσο ένοχοι κι αν είναι), ούτε τον καπετάνιο που ήταν αφηρημένος ή μεθυσμένος τη στιγμή του μεγαλύτερου κινδύνου. Η ορθολογική και θετικιστική ανάλυση δεν οδηγεί πουθενά επειδή δεν προσφέρει συγκεκριμένους δρόμους για να ξεπεραστεί ο επικείμενος συλλογικός θάνατος. Σε στιγμές σαν κι αυτές, οι αυταρχικοί προφήτες θα κερδίζουν πάντα, ακόμα κι αν η παρέμβασή τους είναι φαινομενικά παράλογη και βουτηγμένη στον φανατισμό.
Το παγκόσμιο σύστημα βυθίζεται. Ή μάλλον, βυθίζεται από τις μεγάλες δυνάμεις που ανταγωνίζονται για την παγκόσμια κυριαρχία. Τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Κίνα, τη Ρωσία, την Ευρωπαϊκή Ένωση και μια μικρή λεγεώνα δυνάμεων που επιδιώκουν την περιφερειακή ηγεμονία, όπως το Ιράν, την Τουρκία, τη Σαουδική Αραβία, την Ινδία, τη Βραζιλία, τη Νότια Αφρική, το Πακιστάν, την Ιαπωνία και μερικές άλλες.
Όπως υπογράμμιζε ο Φερνάν Μπρωντέλ, όταν το πλοίο του κόσμου βυθίζεται, τότε είναι που αναδύονται τα αδύνατα σημεία της κατασκευής του. «Το ναυάγιο είναι πάντα η πιο σημαντική στιγμή· ακόμη πιο σημαντικά από τις βαθιές υλικές δομές της ζωής είναι τα «σημεία θραύσης», η αιφνίδια και αργή φθορά του υπό την επίδραση αντιφατικών πιέσεων», έγραφε στο δοκίμιό του «Ιστορία και κοινωνικές επιστήμες: Η μακρά διάρκεια».
Αλλά προσοχή: υπάρχει ένα αδύναμο σημείο, ένα τυφλό σημείο που δεν θέλουμε να δούμε: και ο πολιτικός πολιτισμός μας βυθίζεται. Αποκαλύπτει τα όριά του, τα «σημεία θραύσης» του, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του δοκιμίου. Το κύριο σημείο, κατά τη γνώμη μου, είναι η τυφλή πίστη στο κράτος, στους κυβερνώντες, στις δικαιωματικές πολιτικές, στην αξία των νόμων και των λόγων. Δηλαδή, σε οτιδήποτε που δεν κάνει τίποτα άλλο από το να νανουρίζει τις μάζες με ιστορίες. «Το λίκνο του ανθρώπου νανουρίζεται από ιστορίες. Οι κραυγές αγωνίας του ανθρώπου πνίγονται από τις ιστορίες», έγραψε ο Λεόν Φελίπε. Με λίγα λόγια, νόμοι και κοινωνικά προγράμματα.
Η αριστερά είναι εξπέρ στο να αφηγείται ιστορίες, να τις πιστεύει και να πείθει τους οπαδούς της να τις πιστέψουν. Στο μεταξύ, οι Μπολσονάρο προσφέρουν λύσεις, δείχνοντας πού βρίσκονται οι πόρτες, ακόμα κι αν οδηγούν στην άβυσσο.
Σε αυτή την κατασκευή σωτήρων και φανατικών προφητών, συγκλίνουν διάφορα ρεύματα: από τους κληρονόμους στρατιωτικών δικτατοριών (συμπεριλαμβανομένων των εκλογικών δικτατοριών) μέχρι τους εγκληματίες και τους μαφιόζους που μπορούμε να συνοψίσουμε ως «καπιταλιστές». Γιατί αυτός είναι ο καπιταλισμός που πραγματικά υπάρχει, ο καπιταλισμός των ναρκομαφιών, των όπλων και των φαρμακευτικών προϊόντων, στον οποίο πρέπει να προσθέσουμε τις βιβλικές μαφίες, τους ευαγγελικούς και τους νεοπεντηκοστιανούς.
Εδώ πρέπει να σταθούμε λίγο. Ένα πρόσφατο άρθρο στην εφημερίδα El País περιγράφει τον μπολσοναρισμό ως το άθροισμα του «ηθικού πανικού, του ευαγγελικού ζήλου και του πολιτισμικού πολέμου». Αλήθεια είναι, αλλά πρέπει να αναρωτηθούμε γιατί εκατομμύρια Βραζιλιάνοι – ή άνθρωποι οποιασδήποτε άλλης εθνικότητας – ακολουθούν φανατικούς προφήτες· γιατί οι φτωχές γυναίκες στις φαβέλες επιλέγουν έναν βίαιο, φαλλοκράτη άνδρα που τις περιφρονεί.
Ο ανταποκριτής το εξηγεί πολύ καθαρά: «Η κινητήρια δύναμη της κοινωνικής αλλαγής ενσαρκώνεται από την φτωχή μαύρη γυναίκα στην οποία η θρησκευτική κοινότητα προσφέρει ένα δίκτυο υποστήριξης πιο αποτελεσματικό από το κράτος. Είναι αυτή η Βραζιλιάνα γυναίκα την οποία ο σύζυγός της σταμάτησε να την κακοποιεί όταν σταμάτησε να πίνει, είναι η γυναίκα που έμαθε να διαβάζει από τις Γραφές ή που βλέπει τα μαθήματα κιθάρας των παιδιών της ως μια ασφαλή εναλλακτική αντί για τον δρόμο, όπου το έγκλημα προσφέρει εύκολο χρήμα και κοινωνικό κύρος» (El País, 27/09/2026).
Αυτοί είναι οι λόγοι για τους οποίους ακολουθούν τους φανατικούς. Όχι οι «ιδεολογικές επιλογές» που διατείνεται η αριστερά. Τη στιγμή του ναυαγίου, αυτό που χρειάζονται οι άνθρωποι είναι συλλογικές σανίδες σωτηρίας, και οι μόνες που γνωρίζουμε, όταν τα έθνη-κράτη βυθίζονται, ονομάζονται αυτονομίες. Δεν υπάρχουν άλλες. Όταν το Σάο Πάολο, η Πόλη του Μεξικού, η Λίμα και πολλές άλλες πόλεις καταρρεύσουν, όσοι βρίσκονται στην κορυφή θα διαφύγουν με ελικόπτερα, αεροπλάνα και συνοδείες προστατευμένοι από ένοπλες συμμορίες.
Όσοι βρίσκονται από κάτω, όσοι παγιδεύτηκαν στα αμπάρια του Τιτανικού από όσους βρίσκονται στην κορυφή επειδή δεν υπήρχαν αρκετές σωσίβιες λέμβοι, θα είναι καταδικασμένοι. Εκτός αν αρχίσουν να χτίζουν από αυτή τη στιγμή αυτονομίες κάθε είδους. Έχουμε δασκάλους που μας δείχνουν αυτό το μονοπάτι, επειδή ήδη το περπατούν, επειδή «η μεταθεωρία των Ζαπατίστας είναι η πρακτική μας» (Υποδιοικητής Γκαλεάνο), και αυτή δεν χρειάζεται πολλά λόγια.
Η αριστερά δεν μπορεί να πάει πέρα από το Κράτος- Τιτανικός για πολλούς λόγους. Μεταξύ άλλων, επειδή δεν μπορεί να σταθεί στο πλευρό των λαών της γης χωρίς την απαίτηση να τους καθοδηγεί.
πηγή: comune-info.net

