Σε ένα βιβλίο που εκδόθηκε στη Λειψία τον Οκτώβριο του 1844 από τον εκδοτικό οίκο Wigand, έκανε την εμφάνισή του ένας τύπος ανθρώπου μέχρι τότε εντελώς άγνωστος, που στους συγχρόνους του φάνηκε ανήκουστος και ανεπίτρεπτος. Έκτοτε, όμως, μας έχει γίνει απολύτως οικείος: είναι ο άνθρωπος που, όπως διαβάζουμε στην πρώτη και την τελευταία σελίδα, «θεμελίωσε την υπόθεσή του στο τίποτα», ένα ον, δηλαδή, στο οποίο η αποσύνθεση κάθε πίστης και κάθε αξίας έχει φτάσει στην ακραία της μορφή. Υπήρξε, ασφαλώς, ο πρώτος και αξεπέραστος μηδενιστής, υπό τον όρο, όμως, να διευκρινιστεί ότι ο μηδενισμός που εξετάζεται εδώ αποτελεί, πλέον, κανόνα για την ανθρωπότητα. Το βιβλίο έχει τίτλο «Ο μοναδικός και η Ιδιοκτησία του», συγγραφέας Μαξ Στίρνερ.
Δεκαοκτώ χρόνια αργότερα, στο περιοδικό «Ο Ρώσος Αγγελιοφόρος», ο Τουργκένιεφ δημοσίευσε ένα μυθιστόρημα στο οποίο ο τύπος του μηδενιστή (η λέξη κάνει την εμφάνισή της εδώ), που ενσαρκώνεται από τον πρωταγωνιστή Μπαζάροφ, ορίζεται ως εξής: «Ένας μηδενιστής είναι ένας άνθρωπος που δεν υποκλίνεται σε καμία εξουσία, που δεν πιστεύει σε κανένα δόγμα, όσο σεβασμό κι αν απολαμβάνει αυτό το δόγμα».
Στους «Δαιμονισμένους», που εκδόθηκε το 1873, ο Ντοστογιέφσκι αποφασίζει να αντιμετωπίσει το μείζον πρόβλημα της εποχής, τον μηδενισμό, ιδιαίτερα μέσα από τη μορφή του Κιρίλωφ. Από τη μηδενιστική άρνηση της ύπαρξης του Θεού, ο Κιρίλωφ οδηγείται σε ένα ριζοσπαστικό συμπέρασμα, το οποίο, μέσα στην απολυτότητά του συνταράσσει το είναι του.
«Αν δεν υπάρχει Θεός», δηλώνει, «τότε εγώ είμαι ο Θεός. […] Αν ο Θεός υπάρχει, όλη η βούληση είναι δική του και εγώ δεν μπορώ να ξεφύγω από τη βούλησή του. Αν δεν υπάρχει, όλη η βούληση είναι δική μου και είμαι αναγκασμένος να διεκδικήσω την ελεύθερη βούλησή μου… Είμαι υποχρεωμένος να αυτοπυροβοληθώ επειδή η πληρέστερη έκφραση της ελεύθερης βούλησής μου είναι να αυτοχειριαστώ … Για μένα, δεν υπάρχει υψηλότερη ιδέα από το αυτή ότι ο Θεός δεν υπάρχει… ο άνθρωπος δεν έκανε τίποτα άλλο από το να επινοήσει τον Θεό για να ζήσει χωρίς να αυτοκτονήσει και αυτό είναι το νόημα όλης της ιστορίας του κόσμου μέχρι σήμερα. Μόνο εγώ, για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία, δεν θέλησα να επινοήσω (έναν) Θεό».
Καθώς στοχάζεται πάνω σε αυτές τις σελίδες, ο Νίτσε αντιλαμβάνεται τον θάνατο του Θεού ως το θεμελιώδες γεγονός της νεωτερικότητας: «Το μεγαλύτερο πρόσφατο γεγονός – ότι «ο Θεός πέθανε», ότι η πίστη στον χριστιανικό Θεό έχει γίνει απαράδεκτη – αρχίζει ήδη να ρίχνει τις πρώτες σκιές του πάνω στην Ευρώπη. […] Αλλά στην ουσία, μπορεί να πει κανείς ότι το ίδιο το γεγονός είναι πολύ μεγάλο, πολύ μακρινό, πολύ ξένο για την αντιληπτική ικανότητα της πλειονότητας των ανθρώπων, ακόμα και για μια απλή ανακοίνωση αυτής της είδησης, ότι ο θεός πέθανε.
Τόσο για τον Νίτσε όσο και για τον Ντοστογιέφσκι, ο θάνατος του Θεού και η έλευση του μηδενισμού σήμαιναν κάτι τόσο τρομερό που οι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν ποτέ να το δεχτούν χωρίς να αμφισβητήσουν εκ βάθρων την ίδια τους την ύπαρξη. Για μια φορά, ο Νίτσε και ο Ντοστογιέφσκι δεν αποδείχτηκαν καλοί προφήτες.
Ο μηδενισμός έχει γίνει η φυσιολογική κατάσταση της ανθρωπότητας, αλλά, σε αντίθεση με τον Κιρίλωφ, ο μέσος άνθρωπος φαίνεται σήμερα να συνυπάρχει με τον θάνατο του Θεού και τον μηδενισμό χωρίς να υποφέρει ούτε να προβληματίζεται, κυριολεκτικά σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Με αυτόν τον επίπεδο και αδιάφορο μηδενισμό έχουμε να κάνουμε, αυτό το φυσιολογικό και καθημερινό τίποτα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε.
Και αν, όπως πρότεινε ο ίδιος ο Νίτσε, ο πλήρης μηδενισμός, όταν γίνεται κατανοητός ως τέτοιος, είναι η μεγάλη ευκαιρία της ανθρωπότητας να ξεφύγει από το θανατηφόρο πεπρωμένο της — αν, όπως πίστευε ο Μπένγιαμιν, ο μηδενισμός μπορεί να γίνει η μέθοδος μιας νέας πολιτικής — τότε το ερώτημα που πρέπει να θέσουμε στον εαυτό μας είναι:
«Γιατί δεν αδράξαμε αυτή η ευκαιρία; Τι μας εμπόδισε να βασίσουμε πραγματικά την υπόθεσή μας στο τίποτα και, αντί να την μετατρέψουμε σε φυσιολογική μας συνθήκη, να βρούμε σε αυτήν μια διέξοδο από τη μοίρα της Δύσης;»
πηγή:

