in

Η πολλή «φαγούρα» με το έθνος και την ελληνικότητα

Του Θανάση Μαρβάκη

Αν δεν θέλουμε να πέσουμε στη μεθοδολογική παγίδα που έχουν στήσει φαινομενικά αντίπαλα στρατόπεδα στη διαμάχη για την κυριαρχία τους στην κοινωνία – κάτι που εκφράζεται, για παράδειγμα, και στις (δια)μάχες για την ιθαγένεια παιδιών μεταναστών -, θα πρέπει να συλλάβουμε το «έθνος» ως chiffre, δηλαδή κωδικό για την «κοινωνία» (μας). Όταν μιλάμε δηλαδή για το «έθνος», μιλάμε για την κοινωνία, χωρίς να μιλάμε γι’ αυτή. Η διαμάχη για το «έθνος» συνιστά συνεπώς μια διαμάχη για τη μορφή και την οργάνωση αυτής της κοινωνίας, μια διαμάχη για το ποιος (θα) μπορεί να συμμετέχει σ’ αυτή την κοινωνία και με ποιους όρους. Κατά κάποιον τρόπο, αυτή είναι η ουσία της διαμάχης για την «ουσία» της ελληνικότητας.

Ο εθνικισμός – τουλάχιστον ο εθνικισμός «από κάτω» – είναι, συνεπώς, ιδεολογία και πρακτική περιορισμού της κοινωνικής αλληλεγγύης – εν προκειμένω περιορισμός σε «ημέτερους». Ο περιορισμός αυτός της αλληλεγγύης πραγματοποιείται με διαφορετικές πολιτικές από-νομιμοποίησης δικαιωμάτων και διαφορετικές πρακτικές στέρησης δυνατοτήτων, οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα ακριβώς τον περιορισμό πρόσβασης στο πλούτο και τα κοινωνικά αγαθά των κοινωνιών, τα οποία, σύμφωνα με τις εθνικιστικές επιταγές, πρέπει να είναι διαθέσιμα μόνο (ή πρώτα) στους εκάστοτε «δικούς μας».

Ωστόσο, ο περιορισμός της κοινωνικής αλληλεγγύης στους «ημέτερους» δεν αποτελεί χαρακτηριστικό μόνο αυτών που δηλώνουν εθνικιστές. Άλλωστε για την επιβολή του περιορισμού της αλληλεγγύης δεν απαιτείται μόνο, και δεν επαρκεί μόνο μια ιδεολογική, φρονηματική δήλωση, αλλά χρειάζεται και η αντίστοιχη κοινωνική, πολιτική δύναμη. Συνεπώς, αυτοί που συμβάλλουν – ίσως όχι πάντοτε ρητά, αλλά εμπράκτως ή έμμεσα – σε έναν τέτοιο περιορισμό της αλληλεγγύης στην κοινωνία μας είναι, στην παρούσα ιστορική στιγμή, πολύ περισσότεροι, καθώς η λίστα περιλαμβάνει ex officio τη μεγάλη πλειονότητα των κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά (πιο) ισχυρών.

Ο εθνικισμός, από όποια πολιτική μπάντα και να διατυμπανίζεται, δεν πραγματώνεται (μόνο) από εκείνους που δεδηλωμένα αρνούνται την «πρόσβαση» στο έθνος, στην «ιθαγένεια», σε κάποιους που θεωρούν ότι δεν ανήκουν σ’ αυτό. Ούτε συνιστά πράξη αντίστασης η αμφισβήτηση των κριτηρίων που αυτός θέτει για το «ανήκειν στο έθνος» ούτε και η αντικατάσταση των κριτηρίων με πιο δημοκρατικά, φιλελεύθερα, αριστερά, ουμανιστικά, κλπ. Τέτοιες προτάσεις, στην καλύτερη περίπτωση, συμμετέχουν απλά σε ένα παιχνίδι στο γήπεδο του αντιπάλου και διαπραγματεύονται μόνο τα κριτήρια για τα φάουλ. Στη χειρότερη – αλλά συνήθη – περίπτωση, τέτοιου είδους προτάσεις συμβάλλουν στη συγκάλυψη τόσο του γηπέδου όσο και των ορών του παιχνιδιού, καθότι αποδέχονται άκριτα τα κίβδηλα κριτήρια του αντιπάλου τους.

Ο εθνικισμός δεν συνιστά άρνηση «ένταξης» σε ένα «σώμα»!

Οι δηλώσεις «αποκλειστικότητας» πρέπει να ερμηνευτούν πολύ πιο κυριολεκτικά – ως «απλή» άρνηση συμμετοχής στη συγκεκριμένη κοινωνία επί ίσοις όροις (όπου οι «όροι» καθορίζουν και καθορίζονται από το ιστορικά κεκτημένο, δηλαδή τον ιστορικό συμβιβασμό ισχύος)! Οι όποιες δηλώσεις αποκλειστικότητας για το «έθνος» (κώδικας για την «κοινωνία»), όπως καταδεικνύουν και οι πιο προφανείς καθημερινές εμπειρίες των μεταναστ(ρι)ών και στην Ελλάδα (κ όχι μόνο εδώ!), ωστόσο, δεν περιλαμβάνουν πάντα κάποια γενική αντίρρηση ή ένσταση για την «κοινωνική ένταξη» και τη «κοινωνική συμμετοχή», αρκεί αυτή να γίνεται «επί ανίσοις όροις», όπου βέβαια η «ανισότητα» μπορεί να φτάνει και στην άρνηση της ασφάλειας για την ίδια την ζωή, στη διακινδύνευση της ίδιας της ζωής.

Σε αντίθεση με τις πολύκροτες και θορυβώδεις δηλώσεις και φανφάρες των ακροδεξιών στις οποίες όμως δυστυχώς συμμετέχει – από την ανάποδη – και η άλλη άκρη του πολιτικού φάσματος, ο εθνικισμός είναι μια κωδικοποιημένη άρνηση της ισότητας των ανθρώπων, μια άρνηση του δικαιώματός τους να προσδοκούν καλές συνθήκες διαβίωσης και συμμετοχής, περιλαμβανομένης και της ασφάλειας για τη ζωή και τον σχεδιασμό της.

Μια τέτοια σύλληψη του εθνικισμού ως κώδικα για μια άνιση κοινωνία, μας επιτρέπει να τον «ανακαλύπτουμε» όχι μόνο σε εκείνους που δηλώνουν εθνικιστές, οι οποίοι είναι πιθανόν και να πανηγυρίζουν ιδεολογικά την άρνησή τους αυτή. Μας ανοίγει τα μάτια και για τον εθνικισμό των φαινομενικών αντιπάλων των δεδηλωμένων εθνικιστών, οι οποίοι μπορούν μεν να αυτοπαρουσιάζονται ως φιλελεύθεροι, ευαίσθητοι «μεταναστόφιλοι», ακόμη και αντι-εθνικιστικές, αλλά κατά τ’ άλλα δεν έχουν κανένα πρόβλημα με τον περιορισμό των «ίσων ευκαιριών» μόνο σ’ αυτούς του ίδιους και τους «δικούς τους». Θέλουν δηλαδή και αυτοί να απολαμβάνουν μεν τις δυνατότητες που απορρέουν από την συμμετοχή επί ίσοις όροις στην κοινωνία, αλλά δεν θέλουν επ’ ουδενί να απολαύσουν αυτές τις δυνατότητες και οι «άλλοι». Προτιμούν δηλαδή έναν «διαστρεβλωμένο» ανταγωνισμό – υπό την ομπρέλα και προστασία του «έθνους», της κοινωνίας δηλαδή, εφόσον αυτός είναι υπέρ τους.

Η κοινότητα αυτή των υποτιθέμενων αντιπάλων, επί της ουσίας όμως συμπολεμιστών, ενάντια στην ισότητα των ανθρώπων και τη συμμετοχή όλων στην κοινωνία επί ίσοις όροις, είναι ακριβώς το στοιχείο που πρέπει να συγκαλυφθεί, και που, πράγματι, συγκαλύπτεται πολύ συχνά ακόμα και από εκείνους που εμφανίζονται ως κριτικοί του εθνικισμού, καθόσον συμμετέχουν σε στημένες δημόσιες «διαμάχες» μεταξύ των δεδηλωμένων ακροδεξιών εθνικιστικών και των «εθνικιστών» εν τοις πράγμασι, στο πλευρό των δεύτερων.

Οι διαφορές μεταξύ αυτών των ψευδο-αντιπάλων ωστόσο, δεν πρέπει να γίνονται αντιληπτές ως απλές λεπτομέρειες καθώς αφορούν τους συγκεκριμένους τρόπους και τα κριτήρια με τα οποία επιδιώκεται η από-νομιμοποίηση των «ίσων όρων» συμμετοχής στην κοινωνία. Ακριβώς γι’ αυτό, οι εχθροί του εθνικισμού οφείλουν να λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τους τις διαφορετικές εκδοχές του εθνικισμού και τους «κοινωνικούς φορείς» του.

Οι δεδηλωμένοι εθνικιστές δίνουν έμφαση σε διαφορετικά κριτήρια απ’ ό,τι οι κεκαλυμμένοι, με τα οποία νομιμοποιούν την άρνηση ίσων όρων ανταγωνισμού σε διάφορες ομάδες ανθρώπων – τώρα των μεταναστών, άλλη φορά των Ελλήνων Ρομά ή όποιων άλλων κοινωνικά και πολιτικά αδύναμων ομάδων, Ελλήνων και μη-Ελλήνων. Η ιστορία είναι γεμάτη με παραδείγματα της «ελαστικότητας» των κριτηρίων των δεδηλωμένων εθνικιστών αναφορικά με τα θύματα τους.

Η «ελαστικότητα» αυτή αναφορικά με τις κοινωνικές ομάδες που κάθε φορά μπαίνουν στο στόχαστρο χαρακτηρίζει και τους αντιπάλους/συμπολεμιστές των δεδηλωμένων εθνικιστών. Μπορούμε ίσως να πούμε ότι στην πλευρά αυτή κυριαρχεί μια σχετική αδιαφορία για το ποιες ομάδες θα αποτελέσουν κάθε φορά τα «θύματα» της άρνησης των ίσων όρων στον κοινωνικό ανταγωνισμό. Η αδιαφορία αυτή των «από πάνω» φιλελεύθερων δεν σημαίνει τίποτε άλλο πέρα από το γεγονός ότι κανείς από τους «από κάτω» δεν μπορεί να είναι σίγουρος για το αν και πότε θα βρεθεί «εκτός» και θα πρέπει να παλέψει για το δικαίωμα να έχει δικαιώματα. Στην κατηγορία αυτή συμπεριλαμβάνονται σαφώς και Έλληνες, δηλαδή άνθρωποι που μέχρι σήμερα αναγνωρίζονται ως «ανήκοντες» στο έθνος, οι οποίοι έχουν, βεβαίως, ελληνική ιθαγένεια. Αυτές οι διαστάσεις του εθνικού ανήκειν, μπορούν ακόμα και να εκπέσουν στην κατάσταση ενός εθνικού life style που μπορεί κανείς μεν να το επικαλεστεί, αλλά χωρίς να ξέρει αν πράγματι θα κερδίσει κάτι στη νέο-φιλελεύθερη αγορά και τα φιλελεύθερα τζάκια – τα οποία όντως δεν έχουν απολύτως τίποτε ιδιαίτερο εναντίον των «ξένων», μεταναστών, κλπ. Αυτό, όμως, που δεν πρέπει να λησμονείται είναι ότι δεν έχουν και απολύτως τίποτε υπέρ των ξένων, μεταναστών, κλπ. – στον βαθμό που δεν προσδοκούν κάποιο κέρδος από την παρουσία τους στην κοινωνία. Παρ’ όλη τη φιλελεύθερη στάση τους, και αυτοί οι μη-εθνικιστές εθνικιστές έχουν μεγάλο πρόβλημα με τους ίσους όρους για τους «από κάτω» – και αυτό συνδυάζεται με την αδιαφορία τους για τα όποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά έχουν αυτοί οι «από κάτω» – αναφορικά π.χ. με την καταγωγή, τη θρησκεία, την ηλικία, τους ειδικούς προσανατολισμούς στη ζωή τους, πέραν της εκμεταλλευσιμότητάς τους και της ατομικής απόδειξής της.

Και οι δύο αυτές κοινωνικές ομάδες, παρά τις επί μέρους αντιπαλότητές τους, συστρατεύονται εν τοις πράγμασι εναντίον της κοινωνικής ισότητας, εναντίον των ίσων όρων για όλους τους ανθρώπους μιας κοινωνίας. Και εδώ οι μετανάστ(ρι)ες αποτελούν μόνο ένα παράδειγμα μιας αδύναμης κοινωνικά ομάδας που δέχεται τα πυρά και των δύο αυτών αντιπάλων συμπολεμιστών.

*Ο Θανάσης Μαρβάκης είναι καθηγητής Κλινικής Κοινωνικής Ψυχολογίας στο Α.Π.Θ. (marvakis@auth.gr)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Τα Αντιμιμίδια του Σαμ Χιουζ. Της Ντίνας Παπούδα

Αντίο albedo. Του Franco Berardi