Η συζήτηση που άνοιξε από τη Lea Melandri (https://comune-info.net/una-maggioranza-rumorosa-finora-inascoltata/) έχει το εξής πλεονέκτημα: ονομάζει κάτι που τους τελευταίους μήνες έχει γίνει ολοένα και πιο ορατό. Υπάρχει μια «ηχηρή πλειοψηφία», ευρεία, διαγενεακή, που διασχίζει τις αντιπολεμικές διαμαρτυρίες, τις κινητοποιήσεις για την Παλαιστίνη, τις τοπικές πρωτοβουλίες, την απόρριψη που εκφράστηκε στο δημοψήφισμα για τη δικαιοσύνη, το κίνημα No Kings. Μια πλειοψηφία που δεν είναι πλέον σιωπηλή, αλλά που, σε μεγάλο βαθμό, δεν εισακούεται.
Οι συνεισφορές στη συζήτηση που ακολούθησε – του Andrea Segre, της Emilia De Rienzo, του Marco Bersani, του Guido Viale, της Tiziana Villani και πολλών άλλων (https://comune-info.net/societa-in-movimento) – συγκλίνουν σε ένα σημείο: αυτή η κοινωνική ενέργεια υφίσταται, είναι πραγματική, αλλά πασχίζει να μεταφραστεί σε ένα αποτελεσματικό και σταθερό πολιτικό σχήμα. Γίνεται λόγος για κοινότητες, εδάφη, συνελεύσεις, ανανέωση πρακτικών και αναδυόμενες υποκειμενικότητες. Αλλά το ερώτημα παραμένει: πώς αυτή η δύναμη μπορεί από γεγονός να μετατραπεί σε σχήμα;
Για να προσπαθήσουμε να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, πρέπει να ξεκινήσουμε από την κατάσταση που βιώνουμε σήμερα. Πόλεμος, κλιματική κρίση, φτώχεια, εργασιακή επισφάλεια, ασφαλειοποίηση, αλγοριθμικός καπιταλισμός. Αυτές δεν είναι ξεχωριστές κρίσεις. Είναι, ταυτόχρονα, κρίσεις της αναπαραγωγής της ζωής και εργαλεία για τη διαχείριση της κοινωνικής συνεργασίας. Η κρίση δεν είναι απλώς κάτι που «συμβαίνει». Είναι επίσης κάτι που χρησιμοποιείται από όσους βρίσκονται στην εξουσία για να αναδιατάξουν τις ιεραρχίες, να εντείνουν τον έλεγχο, να υποτάξουν τη συνεργασία ολοένα και περισσότερο στη λογική του κέρδους, της εξουσίας και του ανταγωνισμού.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι πρόσφατες κινητοποιήσεις – από το «Όχι» στο δημοψήφισμα μέχρι τις διαδηλώσεις κατά του πολέμου και του αυταρχισμού – σηματοδοτούν μια σημαντική ρήξη. Δεν είναι απλώς διαμαρτυρίες. Είναι σημάδια εκτεταμένης πολιτικοποίησης, μιας δυσφορίας που γίνεται συνειδητοποίηση, μιας άρνησης που γίνεται συλλογική πρακτική.
Ακριβώς εδώ, όμως, αναδύεται ένα ζήτημα που πρέπει να αποσαφηνιστεί. Το να λέμε ότι αυτή η «ηχηρή πλειοψηφία» δεν είναι ακόμη μια οργανωμένη οντότητα κινδυνεύει να είναι παραπλανητικό αν με τον όρο οργάνωση εννοούμε μόνο σταθερές, αναγνωρισμένες ή θεσμοθετημένες μορφές. Στην πραγματικότητα, οι πλατείες δεν συμβαίνουν τυχαία. Αποτελούν, ήδη, προϊόν οργανωτικών πρακτικών, δικτύων, σχέσεων και δυνατοτήτων κινητοποίησης. Υπό αυτή την έννοια, βρισκόμαστε ήδη μέσα σε οργανωτικά σχήματα.
Το διακύβευμα, λοιπόν, δεν είναι η απουσία οργάνωσης, αλλά το είδος της οργάνωσης. Από τη μία πλευρά, δικτυωμένα, κινητά σχήματα, ικανά για ενεργοποίηση και σύγκλιση· από την άλλη, η ανάγκη για οργάνωση με την κυριολεκτική έννοια. Μια οργάνωση κοινωνικής συνεργασίας σε ποικίλα θεμέλια – ικανή όχι μόνο να κινητοποιήσει άμεσα, αλλά και να διαρκέσει στο χρόνο, να λαμβάνει αποφάσεις, να αναπαράγει και να υποστηρίζει διαχρονικά τόσο τον πολιτικό και κοινωνικό αγώνα όσο και τις υλικές, σχεσιακές και οικολογικές συνθήκες μιας αξιοπρεπούς ζωής, σε ισορροπία με τη Γαία.
Και εδώ υπεισέρχεται μια άλλη χρήσιμη διάκριση: αυτή μεταξύ δικτύων και κυκλωμάτων. Τα δίκτυα είναι απαραίτητα: συνδέουν, διαχέουν, καθιστούν δυνατή την ίδια την ανάδυση αυτής της πλειοψηφίας. Χωρίς δίκτυα, δεν θα υπήρχαν οι πλατείες. Αλλά τα δίκτυα, από μόνα τους, τείνουν να παραμένουν ανοιχτά – με την έννοια ότι δεν οριοθετούνται και έχουν μεταβαλλόμενη δομή- και συνεπώς, είναι συχνά διαλείποντα, ευάλωτα στη διαρροή. Εδώ, η «ανοιχτότητα» υποδηλώνει την ικανότητα επέκτασης και της συμπερίληψης, αλλά δεν εγγυάται αφεαυτής την μακροπρόθεσμη συνέχεια της κοινωνικής συνεργασίας – δηλαδή, των σχέσεων, των πρακτικών και των δυνατοτήτων που την καθιστούν δυνατή.
Γι’ αυτό πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας στα κυκλώματα. Ένα κύκλωμα δεν είναι τίποτα άλλο από ένα δίκτυο που επιστρέφει στον εαυτό του, που κλείνει, δημιουργώντας συνέχεια. Πρόκειται για ένα λειτουργικό, όχι ένα σχεσιακό κλείσιμο. Είναι αυτό που επιτρέπει στην κοινωνική συνεργασία να αναπαραχθεί, να συσσωρεύσει εμπειρία, να οικοδομήσει εμπιστοσύνη, να αναπτύξει ικανότητα λήψης αποφάσεων, να υποστηρίξει πρακτικές αμοιβαιότητας και να ριζώσει στα εδάφη.
Δεν αντιπαραθέτουμε τα δίκτυα με τα κυκλώματα. Τα δίκτυα δίνουν ζωντάνια στα κυκλώματα. Τα κυκλώματα δίνουν διάρκεια στα δίκτυα. Αλλά χωρίς τα κυκλώματα, οι κινητοποιήσεις παραμένουν επεισόδια. Με τα κυκλώματα, μπορούν να γίνουν διαδικασίες κοινωνικής αναπαραγωγής, ικανές, δηλαδή, να υποστηρίξουν σε βάθος χρόνου πρακτικές, σχέσεις, αποφάσεις και τρόπους ζωής. Η απαραίτητη μετάβαση σήμερα είναι επομένως η εξής: από το δίκτυο στο κύκλωμα – ή μάλλον, δίκτυα που γίνονται κυκλώματα, εκατομμύρια κυκλώματα συνδεδεμένα μεταξύ τους.
Αυτό συνεπάγεται μια προσπάθεια σύγκλισης που δεν είναι απλώς το άθροισμα διαφορετικών αγώνων, αλλά η δημιουργία κοινών χώρων όπου τα οικολογικά, κοινωνικά, φεμινιστικά, εργασιακά ζητήματα, καθώς και τα ζητήματα της ειρήνης, της μετανάστευσης, της εκπαίδευσης και της υγείας συνδέονται ουσιαστικά. Όχι ως «θέματα» που απλώς παρατίθενται το ένα δίπλα στο άλλο, αλλά ως αδιαχώριστες διαστάσεις αναπαραγωγής της συλλογικής ζωής.
Από αυτή την οπτική γωνία, η διαλεκτική μεταξύ κομμάτων και κινημάτων πρέπει επίσης να επανεξεταστεί. Δεν τίθεται θέμα επιλογής μεταξύ του ενός ή του άλλου. Τα κινήματα παράγουν υποκειμενικότητες, φαντασιακά, πρακτικές και ρήξεις. Τα κόμματα, από την άλλη πλευρά, είναι μορφές πολιτικής εκπροσώπησης εντός του κράτους και, ως τέτοια, βρίσκονται, αναπόφευκτα, στο πεδίο της έντασης μεταξύ κοινωνικής αναπαραγωγής και αναπαραγωγής του κεφαλαίου.
Ακριβώς για αυτόν τον λόγο, όταν χρειάζονται, θα πρέπει να είναι εργαλεία -όχι σκοποί- ικανά να υποστηρίζουν και να ενισχύουν αυτές τις διαδικασίες χωρίς να τις εγκλωβίζουν, να συνεισφέρουν στην ενσωμάτωση των πολύπλευρων αιτημάτων της κοινωνικής αναπαραγωγής εντός των θεσμών χωρίς να τις ανάγουν στη λογική της εξουσίας και της αγοράς.
Αυτό που χρειαζόμαστε είναι πολιτικά σχήματα που να επιδιώκουν μια βαθιά δημοκρατία στο πλαίσιο της κοινωνικής συνεργασίας, να συμβάλλουν στη δημιουργία τοπικών συνελεύσεων, δικτύων αλληλοβοήθειας, αλληλέγγυων οικονομιών, οικολογικών πρακτικών, χώρων συλλογικής λήψης αποφάσεων, καθώς και στην υπεράσπιση και την επέκταση των δικαιωμάτων — κοινωνικών, εργασιακών, πολιτικών και οικολογικών. Όχι εκλογικές μηχανές που απορροφούν την κοινωνική ενέργεια, αλλά υποδομές που την καθιστούν πιο αυτόνομη, πιο συνδεδεμένη, πιο επιδραστική.
Το κριτήριο για τον προσανατολισμό μας θα μπορούσε να είναι το εξής: κάθε οργανωτικό σχήμα πρέπει να αξιολογείται με βάση αυτό που θέτει στο επίκεντρο. Εάν υποτάσσει τη ζωή, τις σχέσεις και τα εδάφη στη λογική της αγοράς και του κέρδους, αναπαράγει το πρόβλημα. Εάν, αντιθέτως, καταφέρει να υποτάξει την οικονομία, την τεχνολογία και τους θεσμούς στις ανάγκες, τις σχέσεις και τη φροντίδα, τότε ανοίγει έναν διαφορετικό χώρο.
Σε αυτό το πλαίσιο, και η τεχνητή νοημοσύνη χρήζει προβληματισμού. Σήμερα, είναι σε μεγάλο βαθμό ένα εργαλείο εξουσίας. Χρησιμεύει στην οργάνωση της εργασίας, τη μεγιστοποίηση του κέρδους, την επιτήρηση, την πρόβλεψη και τον έλεγχο. Θα μπορούσε, όμως, να χρησιμοποιηθεί με διαφορετικό τρόπο: για να χαρτογραφήσουμε τις ανάγκες και τους πόρους, να διευκολύνουμε τις συλλογικές αποφάσεις, να συνδέσουμε εμπειρίες, να κάνουμε πιο προσιτή τη γνώση και να υποστηρίξουμε τις διαδικασίες της αυτοοργάνωσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι φανταζόμαστε μια «καλή» τεχνολογία γενικά και αφηρημένα, αλλά ότι μπορούμε να την απελευθερώσουμε από τη λογική της εξουσίας και να την θέσουμε στην υπηρεσία της κοινωνικής συνεργασίας.
Το ζήτημα, εν τέλει, μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: δεν αρκεί να μετατρέψουμε τη διαμαρτυρία σε εκπροσώπηση. πρέπει να μετατρέψουμε τη διαμαρτυρία σε ικανότητα αναπαραγωγής της ζωής με τρόπο αυτόνομο από τις πρακτικές αξιοποίησης του κεφαλαίου και της κυριαρχίας του.
Αυτό σημαίνει να οικοδομήσουμε κοινωνικά κυκλώματα ικανά να διαρκέσουν στο χρόνο, να φροντίζουν, να αποφασίζουν, να παράγουν και να αντιστέκονται.
Σημαίνει να περάσουμε από την αντίδραση στη θέσπιση νέων πρακτικών.
Σημαίνει να κάνουμε τη σύγκλιση όχι μια συμφωνία μεταξύ υποκειμένων, αλλά μια νέα οικολογία κοινωνικής συνεργασίας.
Η «ηχηρή πλειοψηφία» υφίσταται ήδη.
Η πρόκληση είναι να της δώσουμε σχήμα χωρίς να την περιορίσουμε.
πηγή: comune-info.net


