in

Τι μπορούμε να γνωρίζουμε. Της Ντίνας Παπούδα

Ο Ίαν Μακ Γιούαν (Πηγή: National Portrait Gallery)

Ίαν Μακ Γιούαν, Τι μπορούμε να γνωρίζουμε (μτφρ.: Κατερίνα Σχινά), Εκδόσεις Πατάκη 2026

Το καινούριο μυθιστόρημα του Ίαν Μακ Γιούαν είναι ένα φιλολογικό μετα-αποκαλυπτικό έργο, που συμπτωματικά έτυχε να διαβάζω ταυτόχρονα με το «Πώς μπορεί να καταρρεύσουν τα πάντα», των P.Servigne και R. Stevens, εισηγητών της καταρρευσιολογίας: πρόκειται για τον διεπιστημονικό κλάδο που διερευνά την πιθανότητα κατάρρευσης του πολιτισμού και, επομένως, του τρόπου ζωής μας.

Έχω την βεβαιότητα ότι ο Μακ Γιούαν διάβασε το συγκεκριμένο και συναφή κείμενα και συγκλονίστηκε από την προσέγγιση της καταρρευσιολογίας. Αν λάβουμε υπόψη μας ότι είναι ένας, τουλάχιστον, οξυδερκής παρατηρητής της σύγχρονης πραγματικότητας, βαθύνους, και με αίσθηση του επείγοντος, γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι το «τι μπορούμε να γνωρίζουμε» αποτελεί ένα κείμενο που αποδίδει με λογοτεχνικό τρόπο αυτό που η θεωρία επιχειρεί να προσεγγίσει και να περιγράψει.

Ο χρόνος της ιστορίας είναι το 2119, όχι πολύ μακριά από εμάς, και η ιστορία είναι η αναζήτηση ενός ποιήματος-σταθμού για την περιβαλλοντική κρίση, που έχει συντάξει για τα γενέθλια της γυναίκας του, Βίβιαν, ο μεγάλος Βρετανός ποιητής Φράνσις Μπλάντυ, «μια κορόνα για την Βίβιαν» (όπου κορόνα, είδος ποιητικής σύνθεσης), και το οποίο έχει χαθεί.  Ο Φράνσις Μπλάντυ είναι αρνητής της περιβαλλοντικής κρίσης. Βρισκόμαστε στο 2014. Ο αναζητητής του 2119 είναι ο Τομ Μέτκλαφ, ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Σάουθ Ντάουνς, σε μια Βρετανία η οποία έχει καταστεί ένα αγνώριστο τοπίο, αφού μεγάλες περιοχές, οι πεδινές, του Ηνωμένου Βασιλείου έχουν καταβυθιστεί από την  άνοδο της στάθμης της θάλασσας.

Δύο χρόνοι συναντιούνται εδώ: ο χρόνος πριν την κατάρρευση και ο χρόνος μετά. Πότε φτάσαμε στα κατώφλια; Πώς ξεπεράστηκαν τα σύνορα; Πώς αγνοήθηκαν τα προειδοποιητικά σημάδια; Τι είδους συσκότιση ήταν αυτή που τύφλωσε τόσο τους ανθρώπους του ύστερου, κυρίως, 20ού και του 21ου αιώνα, ώστε να μην βλέπουν την επερχόμενη καταστροφή; Ο συγγραφέας χαρακτηρίζει την εποχή ως Παράκρουση. Μόνο μια κατάσταση νοητικής, ψυχικής και γνωστικής αδυναμίας, κατά τη γνώμη του και τη γνώμη των επιβιωσάντων του 22ου αιώνα, είναι ικανή να ερμηνεύσει τόση τυφλότητα και τόση βραδύτητα αντιδράσεων κι αδυναμία. Οι P.Servigne και R. Stevens μας λένε ότι αυτό στην κοινωνική ψυχολογία ονομάζεται «κρυφή παγίδα» και ορίζεται ως «η τάση τα άτομα να επιμένουν σε έναν τρόπο δράσης {να συνεχίζουν την καταναλωτική φρενίτιδα, ας πούμε} ακόμα κι όταν αυτός γίνεται παράλογα δαπανηρός και δεν πετυχαίνει πλέον τον στόχο του». Αυτά τα καθυστερημένα αντανακλαστικά , όχι όλων  αλλά όχι κρίσιμα αρκετών, δημιουργούν το πρόβλημα. Αν λάβουμε υπόψη και τους μηχανισμούς κλειδώματος, το «παγκόσμιο lock-in», τότε σίγουρα οι αντιδράσεις, αν και θάπρεπε να είναι καίριες και αδιαμφισβήτητες, δεν υπήρξαν ποτέ ή όχι τουλάχιστον τέτοιες σε δυναμισμό και αποτελεσματικότητα που να έχουν νόημα.

Παρόλο που η καταρρευσιολογία, ως επιστημονικός κλάδος, δεν μπορεί να προβλέψει τον χρόνο της κατάρρευσης και φυσικά, παρότι πιθανολογεί ενδεχόμενα, δεν δίνει χρονολογία, ο Μακ Γιούαν με την ελευθερία της τέχνης και τη δυνατότητα του συγγραφέα να δημιουργεί χάρτινα σύμπαντα τοποθετεί την περίοδο της κατάρρευσης περί το 2040 (μάλλον δεν πέφτει και πολλά χρόνια έξω, σύμφωνα με κάποιες προβλέψεις/ εκτιμήσεις). Έτσι, η αβεβαιότητα καθίσταται πραγματικότητα, αποτιμώντας το αβέβαιο με τιμή καθαρή και απαντώντας λογοτεχνικά στους Νάιτ και Κέινς «οι κίνδυνοι μπορούν να αποτιμηθούν, ενώ το αβέβαιο όχι». Από την άποψη αυτή, ο λόγος του είναι δραστικός και σε κρατάει ξάγρυπνο από την ανησυχία και από την ακρίβεια της περιγραφής μιας παραφροσύνης- παράκρουσης ακατανόητης όσο και αυτοκαταστροφικής. Το χάλι στο οποίο έχουμε οδηγήσει τα πράγματα με την υπερθέρμανση, δεν αρκεί: πέφτουν και «τακτικά» πυρηνικά περιορισμένης (!) εμβέλειας. Κι ακόμα καλύτερα: ενώ, σύμφωνα με τους P.Servigne και R. Stevens η κατάρρευση βιώνεται ως καταστροφή, αναδρομικά χαρακτηρίζεται κοινότοπη.

Ο συγγραφέας τοποθετεί τους ήρωές του σε δυο τόσο διαφορετικές εποχές. Η εποχή πριν την κατάρρευση είναι όπως την ξέρουμε: εποχή κατανάλωσης, ευζωίας ( για όσους μπορούν να πληρώσουν γι’ αυτή), με αρρώστιες και απολαύσεις, με έρωτες και απιστίες και με τους λίγους ξάγρυπνους που κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου. Η μετά την κατάρρευση εποχή έχει τα δικά  της. Έτσι, οι άνθρωποι, όσοι επιβιώνουν, προσαρμόζονται και παλεύουν να οικοδομήσουν μια ζωή σε νέες συνθήκες, με άπειρες ελλείψεις, με νέα δεδομένα και φυσικά πολλούς νέους κινδύνους. Και χωρίς σοκολάτες. Αλλά βέβαια κι αυτοί ερωτεύονται, απιστούν και οι φιλόλογοι ερευνητές καταλαμβάνονται από την φιλολογική αρρώστια. Ο συγγραφέας, υμνώντας αυτήν την προσαρμοστικότητα του είδους, νομίζω, κάνει  κέντρο της ιστορίας του μια φιλολογική αναζήτηση, βαθιά κατανοητή κυρίως από τυμβωρύχους φιλολόγους, των οποίων η εμμονή στην διάρκεια των αιώνων έφερε στην επιφάνεια χαμένα κείμενα.

Το μυθιστόρημα θυμίζει την «Εμμονή» της Α.Σ. Μπάιατ ως προς την αναζήτηση ενός γραπτού κειμένου και των ιχνών ανθρώπων που έζησαν παλιά και που φρόντισαν να κρύψουν επιμελώς, αλλά  όχι απολύτως επιμελώς, τα ίχνη τους. Ο Τομ Μέτκλαφ με την γυναίκα του Ρόουζ Τσερτς, σαν άλλοι Πάρσιφαλ, αναλαμβάνουν, υπό καθεστώς εμμονής και αυτοί, να βρουν το απολεσθέν Γκράαλ/ποίημα, ρισκάροντας πολλά. Ο Μακ Γιούαν προσεγγίζει τους χαρακτήρες του, που τους πλάθει με διεισδυτική ολοκλήρωση, τρυφερά, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις με την οργή αυτού που μπορεί να δει την βλακεία των ανθρώπων και την τυφλότητά τους να συμβάλλει στην καταστροφή. Καταγράφει την ανάγκη των ανθρώπων να προβάλουν στο μέλλον την δική τους αλήθεια, καταγεγραμμένη σε χαρτί, ακόμα κι αν γι’ αυτούς τους ίδιους η οποιαδήποτε μελλοντική αποκάλυψή της δεν θα επιδράσει στην ζωή τους. Αλλά και τη δίψα των άλλων να γνωρίσουν τους προγόνους και ν ’ανακαλύψουν  τα έργα τους. Το χιούμορ του, επίσης, σπάει κόκαλα, ειδικά όταν η αναγκαστική επιμειξία των κατάλευκων Βρετανών με τους μελαμψούς «άλλους» οδηγεί στο μελένιο χρώμα των υποδεέστερων Νότιων, χρώμα που πάλευαν να αποκτήσουν εκτεθειμένοι ώρες ατελείωτες στον καυτό μεσογειακό ή  τροπικό ήλιο.

Οι P.Servigne και R. Stevens μας λένε ότι αυτό που μετράει σε εποχές αιχμής, όταν οι κίνδυνοι μπορούν να αποτιμηθούν, αλλά το αβέβαιο είναι παρόν, είναι η διαίσθηση. Ο Ίαν Μακ Γιούαν, αυτός ο γερόλυκος της λογοτεχνίας, αφήνει την διαίσθησή του να κεντήσει ένα σπουδαίο έργο και να μας τραβήξει από την παράκρουση αυτήν στην οποία βρισκόμαστε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Θράσος χωρίς όρια στις παραλίες της Ρόδου-Καταγγελία από το Δίκτυο Ομπρέλα

Ήταν ένα αγόρι πεσμένο στην άσφαλτο. Της Haidi Giuliani