in ,

Μια ηχηρή πλειοψηφία που δεν έχει ακουστεί μέχρι στιγμής. Της Lea Melandri

Πηγή: Comune-info.net, Μετάφραση: Καλλιόπη Ράπτη

Η επικράτηση του «Όχι» (στο πρόσφατο δημοψήφισμα για την τροποποίηση άρθρων του Συντάγματος)  δεν μπορεί να θεωρηθεί νίκη των αριστερών κομμάτων, αλλά εκείνου του τμήματος της κοινωνίας των πολιτών που έχει πάψει εδώ και καιρό να ψηφίζει κόμματα που δεν το εκπροσωπούν, που υποφέρει από την αυξανόμενη φτώχεια, την εργασιακή επισφάλεια, τις ανεπαρκείς υπηρεσίες για την εκπαίδευση και την υγεία, που φαίνεται «σιωπηλό» μόνο σε όσους δεν θέλουν να το ακούσουν, που διαδηλώνει ενάντια στη γενοκτονία στη Γάζα, ενάντια στους επανεξοπλισμούς, τον ρατσισμό, τη βία κατά των γυναικών, την επίθεση στα πολιτικά δικαιώματα που κατακτήθηκαν με κόπο.

Είναι η νίκη μιας νέας γενιάς, που τη βαραίνει η έλλειψη μέλλοντος, η απενοχοποίηση μιας ακραίας μοχθηρίας στα υψηλότερα επίπεδα εξουσίας, ο θρίαμβος του νόμου του ισχυρότερου κόντρα στους ίδιους τους διεθνείς οργανισμούς που δημιουργήθηκαν για την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ήταν όμως και η νίκη ενός διαγενεακού κινήματος που σήμερα επαναπροτείνει ριζοσπαστικά αιτήματα – τα οποία είχαν εμφανιστεί ήδη τη δεκαετία του 70 – με στόχο την αλλαγή ενός πατριαρχικού και καπιταλιστικού συστήματος το οποίο, καταπατώντας τις στοιχειώδεις αρχές της δικαιοσύνης, της ελευθερίας, του σεβασμού της διαφορετικότητας και του περιβάλλοντος, μετατρέπει τον κόσμο σε σύστημα πολέμου.

«Είναι η ίδια που εξέπληξε τον Οκτώβριο στις διαδηλώσεις της Flottilla, η ίδια που ξεχύθηκε στους δρόμους με το τρανσφεμινιστικό κίνημα μετά την τραγωδία της Τζούλια Τσεκετίν, η ίδια που διέσχισε τον πλανήτη συμμετέχοντας στις Fridays for Future και σε άλλες δράσεις για την κλιματική έκτακτη ανάγκη, η ίδια που σε όλες τις πόλεις της Ιταλίας έδωσε ζωή σε κοινωνικές, πολιτιστικές και, ως εκ τούτου, βαθιά πολιτικές πρωτοβουλίες αντίστασης και συμμετοχής και που αποτελεί τον ζωντανό και εναργή  πολιτικό ιστό της χώρας, ριζοσπαστικά δημοκρατικό και αντιφασιστικό» (Andrea Segre in Comuneinfo.net, 25/3/26).

Υπάρχουν όμως και εκείνοι οι οποίοι, στην ενδιαφέρουσα συζήτηση που πυροδοτήθηκε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, εγείρουν μια ένσταση που δεν είναι αμελητέα. Η Emilia De Rienzo γράφει: «Υπάρχει μια παρεξήγηση που διαπερνά τον δημόσιο διάλογο εδώ και χρόνια: η ιδέα ότι η πολιτική μπορεί να υπάρξει χωρίς πολιτικά κόμματα. Δεν νομίζω ότι είναι δυνατό ή έστω ευκταίο. (…) Το θέμα δεν είναι να επιλέξουμε μεταξύ της κοινωνίας των πολιτών και των πολιτικών κομμάτων σε μια σχέση υποταγής, αλλά να καλλιεργήσουμε έναν συνεχή διάλογο (…) Εάν η κοινωνία των πολιτών και τα πολιτικά κόμματα σταματήσουν να συνομιλούν, το κενό που προκύπτει δεν είναι ουδέτερο. Είναι το πρόσφορο έδαφος για την αυταρχική εκτροπή». Για να υπάρξει διάλογος, απαιτείται ακρόαση και προσοχή εκατέρωθεν.  Αυτή η αμοιβαιότητα, μεταξύ της κοινωνίας των πολιτών, των κινημάτων και των πολιτικών κομμάτων, δεν έχει υπάρξει μέχρι στιγμής. Τα πλειοψηφικά κόμματα πίστευαν ότι μπορούν να βασίζονται στη συναίνεση μιας ανοργάνωτης μάζας μέσω της δημαγωγίας και του λαϊκισμού.

Δεν είναι η πρώτη φορά στην ιστορία και πιστεύω ότι πρέπει, τουλάχιστον, να ληφθεί υπόψη κάτι καινοφανές: η κυβέρνηση Μελόνι, παρά το γεγονός ότι κινήθηκε εμφανώς προς αυτή την κατεύθυνση, σε τέτοιο βαθμό που να γίνεται λόγος για «καθεστώς», δεν τα κατάφερε. Αυτό σημαίνει ότι οι μάζες δεν είναι πάντα ίδιες. Υπάρχουν νέες συνειδητοποιήσεις που πρέπει να ληφθούν υπόψη, ακόμη και «απρόβλεπτες» μορφές οργάνωσης, όπως τα άτομα που τις κινούν. Αναφέρομαι ιδιαίτερα στο διεθνές δίκτυο Non Una Di Meno, ένα γυναικείο κίνημα που λειτουργεί με ισχυρό πολιτικό δυναμισμό και μεγάλη ικανότητα κινητοποίησης εδώ και δέκα χρόνια, έχοντας πίσω του την κληρονομιά μισού αιώνα ριζοσπαστικού φεμινισμού, παρά τις όποιες συγκρούσεις του.

Από την μακρά πολιτική μου διαδρομή, μπορώ να πω ότι, μέχρι τώρα, τα πολιτικά κόμματα δεν έχουν δώσει καμία προσοχή σε ό,τι συνέβαινε στην κοινωνία γύρω τους, και όταν έστρεφαν το βλέμμα,  το έκαναν μόνο και μόνο για να εντάξουν έναν ηγέτη ή μια ηγέτιδα του κινήματος στις τάξεις τους στο Κοινοβούλιο.

Η κρίση της δημοκρατίας είναι επίσης κρίση της μορφής των κομμάτων, ενός διαχωρισμού που φέρει τα σημάδια πολλών άλλων δυϊσμών, όπως αυτού μεταξύ σεξουαλικότητας και πολιτικής, μεταξύ πολίτη και ατόμου. Όταν τα όρια μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου μετατοπίστηκαν και έγινε σαφές πόσο βαθιά ήταν τα «ανεξερεύνητα νερά του ατόμου» (Rossana Rossanda), προέκυψε επίσης η δυνατότητα  επαναπροσδιορισμού της πολιτικής και των θεσμών της.

Οι καθολικές ανθρώπινες εμπειρίες, όπως η σεξουαλικότητα, η μητρότητα, η γέννηση, η γήρανση, η ασθένεια και ο θάνατος, που θεωρούνταν «μη πολιτικές», εισήλθαν στην ιστορία και την κουλτούρα – με την παραδοσιακή έννοια – όπου εξάλλου υπήρχαν πάντα, και ήταν ξεκάθαρο ότι τίποτα δεν θα παρέμενε ως είχε.

Ένα από τα πιο σημαντικά μαθήματα που αντλούμε από τα αντιαυταρχικά κινήματα είναι ότι η πολιτική, για να είναι αποτελεσματική, πρέπει να φτάνει «στις ρίζες του ανθρώπου», να ξεριζώνει, πρωτίστως από τον Εαυτό της, τις λογικές της εξουσίας που ισχυρίζεται ότι αντιμάχεται.

Μετά την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους, κάποιος έγραψε ότι μια «αυτογνωσία» στη Δύση θα ήταν αναγκαία προκειμένου να κατανοήσει τους λόγους για το μίσος που έσπειρε σε όλο τον κόσμο και τα προβλέψιμα εκδικητικά αντίποινα.

Αναρωτιέμαι αν δεν θα ήταν σήμερα επιθυμητό τα αριστερά κόμματα – που οι ηγέτες τους είναι ήδη έτοιμοι να αναμετρηθούν στις «προκριματικές εκλογές» – να αναρωτηθούν για ποιους λόγους η «εκπροσώπηση» μετατρέπεται σε μια ολοένα και πιο διογκούμενη εκδήλωση αποξένωσης.

πηγή: https://comune-info.net/

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Συναυλία σε υποστήριξη των DIY στούντιο στην οδό Ερνέστου Εμπράρ ακυρώθηκε από ιδιοκτήτες καταλυμάτων βραχυχρόνιας μίσθωσης

Σάντα Μάρτα 2026 – μια ακόμη «παράλληλη» διάσκεψη για το κλίμα