in

Επιστημοποίηση της πολιτικής ή υπερπολιτικοποίηση της επιστήμης; Του Θωμά Ψήμμα

Γιάννης Κτενάς, Η επιστημολογική στροφή στην πολιτική, εκδ. Εκκρεμές, 2026 

Οι συχνές και πάντα ποιοτικές συμβολές του Γιάννη Κτενά στην επιστημονική συζήτηση και εν γένει στο δημόσιο διάλογο έχουν ένα αξιέπαινο και αξιοζήλευτο γνώρισμα. Τα δοκίμιά του συνδέουν άρρηκτα το κοινωνικοπολιτικά επίκαιρο με το φιλοσοφικά διαχρονικό, εμπλουτίζοντας το στέρεο ακαδημαϊκό υπόβαθρο με την εύστοχη αξιοποίηση παραδειγμάτων από την απτή πραγματικότητα, όπως αυτή σχολιάζεται από τους δημόσιους διανοούμενους, αλλά και πιο αδιαμεσολάβητα («χοντροκομμένα») στην ψηφιακή δημόσια σφαίρα.

Στο πιο πρόσφατο βιβλίο του, «Η επιστημολογική στροφή στην πολιτική», το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εκκρεμές, ο συγγραφέας στρέφει το βλέμμα του στην ολοένα και πιο εμφανή διεξαγωγή του πολιτικού παιγνίου (ακριβέστερα, των πολιτικών διαξιφισμών) με όρους επιστημολογίας, δηλαδή με τη μορφή «μαχών», όπου τα σχετικά «στρατόπεδα» συγκροτούνται και παρατάσσονται γύρω και πίσω από την έννοια της αλήθειας. Με τα λόγια του ίδιου: «Η γνώση σήμερα γίνεται κεντρικό σκέλος της πολιτικής σύγκρουσης, μιας σύγκρουσης που αφορά όλο και περισσότερο…» (σελ. 223).

Ο Γ. Κτενάς παραθέτει, από κοινωνιολογική, φιλοσοφική και πρακτική πολιτική σκοπιά, τρία χαρακτηριστικά φαινόμενα-ολοένα και πιο ευδιάκριτες τάσεις που επιβεβαιώνουν εμπειρικά την παραπάνω κεντρική του ιδέα και οξύνουν τη δυσπιστία της κοινωνίας απέναντι στην εξουσία. Με τα δικά του λόγια, και τα τρία υπό διεξοδική ανάλυση φαινόμενα «εγγράφονται στον αστερισμό της μετα-επιχειρηματολογίας. Α) Το whataboutism θέτει ένα ερώτημα όχι επί του βασικού επιχειρήματος, αλλά για το αν η έλλειψη συνέπειας εκ μέρους του εκφραστή του γεννά ζήτημα εγκυρότητας. Β) Η απόπειρα γενεαλογικής υπονόμευσης εξ ορισμού εξετάζει την αναξιόπιστη προέλευση μιας ιδέας ή θέσης ως κριτηρίου δεύτερου βαθμού για την απόρριψη της. Γ)  Η κατασκευασιοκρατία υπογραμμίζει ότι οι αποδεκτές επιστημονικές θεωρήσεις, οσοδήποτε συνεκτικές ή αποδεκτές, σταθεροποιούνται αν μη τι άλλο και για λόγους που δεν έχουν να κάνουν με το αντικείμενο της γνώσης ως τέτοιο, αλλά με κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές και εξουσιαστικές λειτουργίες» (σελ. 59).

Εντοπίζοντας καίρια μια αναλυτική σύγχυση ανάμεσα στις προϋποθέσεις και στο περιεχόμενο της γνώσης, ο συγγραφέας θέτει επί τάπητος ένα κρίσιμο (μάλλον ρητορικό) ερώτημα σχετικά με το αντικείμενο της εντεινόμενης δυσπιστίας. Πρόκειται για μια καθόλα θεμιτή, εύλογη και αναγκαία αμφισβήτηση της ad hoc επιστημονικής γνώσης, η οποία παράγεται στα δεδομένα της ύστερης νεωτερικότητας, δηλαδή εντός του νεοφιλελεύθερου, νεοσυντηρητικού, μεταδημοκρατικού καπιταλισμού; Ή μήπως πρόκειται για μια μηδενιστική, a priori απόρριψη της δυνατότητας παραγωγής έγκυρης, τεκμηριωμένης γνώσης βασισμένης σε αντικειμενικά, μετρήσιμα εμπειρικά δεδομένα, δηλαδή για μια εξόχως προβληματική καταστατική αμφισβήτηση των κατηγοριακών δομών της ανθρώπινης σκέψης;

Ενόψει της παραπάνω διάκρισης, ο Γ. Κτενάς δεν είναι εκ προοιμίου αφοριστικός ως προς την -ολοένα και πιο εμφανώς διαπιστωμένη- επιστημολογική στροφή της πολιτικής. Με τη δική του διατύπωση: «Η ανάδειξη της σχέσης μεταξύ υποκειμενικών προϋποθέσεων της τοποθέτησης για τον αντικειμενικό κόσμο μπορεί να αποδειχθεί επιστημολογικά (και πολιτικά) γόνιμη ή παραλυτική, ανάλογα με το αν θα αποκτήσει αναστοχαστικά και διαρθωτικά ή, αντίθετα, αναγωγιστικά χαρακτηριστικά» (σελ. 96).

Πάντως, οι echo chambers παράλληλων μονολόγων που ενδημούν στα social media, η διασπορά της παραπληροφόρησης και των fake news και, γενικότερα, η διάχυτη ψηφιοποίηση της δημόσιας ζωής εντείνουν την απαισιοδοξία, την καχυποψία και την κριτική επαγρύπνηση απέναντι στην παρατηρούμενη επιστημοποίηση της πολιτικής. Και τούτο συμβαίνει διότι καταδεικνύουν περίτρανα την αντίφαση ανάμεσα στην υποτιθέμενη υποκατάσταση της ιδεολογίας από την αλήθεια και στην δογματική αμφισβήτηση της ιδέας ότι υπάρχει έγκυρη, καθολικά αποδεκτή αλήθεια, ή έστω γνωστικές απόπειρες με βλέψεις καθολικότητας και αμεροληψίας. Έτσι, πλασάρονται ως «κοινή λογική» μότο, όπως το τέλος των ιδεολογιών, το παρωχημένο της διάκρισης Δεξιάς-Αριστεράς και ότι «τα πάντα είναι σχετικά».

Τι διακρίνει, λοιπόν, την επιστήμη από την πολιτική, δεδομένης της σχεδόν αυτονόητης πια, πολυδιάστατης αλληλοδιαπλοκής τους στην εποχή των πολλαπλών, brute υλικών κρίσεων (με χαρακτηριστικά ζωής και θανάτου κατά την περίοδο της πανδημίας); Όπως τονίζει ο συγγραφέας: «Πλέον γνωρίζουμε πολύ καλά τι καθιστά την επιστήμη κοινωνικό προϊόν. Δυσκολευόμαστε όμως να πούμε τι καθιστά την επιστήμη επιστήμη» (σελ. 218), όμως έχουμε αναλύσει πολύ «την κοινωνικότητα της γνώσης λησμονώντας ολοένα και περισσότερο τη γνωσιακότητα της γνώσης» (σελ. 226).

Αναρωτιέμαι ειλικρινά αν πρόκειται πράγματι για επιστημοποίηση της πολιτικής ή, μήπως, για υπερπολιτικοποίηση της επιστήμης; Εξάλλου, η πολιτική εργαλειοποίηση της επιστήμης, δηλαδή η μεροληπτική χρήση δεδομένων προκειμένου όχι μόνο να αποκαλυφθεί αλλά να κατασκευαστεί μια προκατασκευασμένη, δήθεν ενιαία, αδιαίρετη και μοναδική κοινωνικοπολιτική «αλήθεια», αφορά συλλήβδην όλες τις ιδεολογίες, παρουσιάζοντας ραγδαία αυξανόμενη απήχηση στους κόλπους της άκρας-εναλλακτικής Δεξιάς.

Το πολύπλευρο, κοινωνιολογικής υφής εγχείρημα του Γ. Κτενά προϋποθέτει φιλοσοφικά έναν ερμηνευτικό εμπλουτισμό της σχετικιστικής αντίληψης για τον κόσμο, κι αυτή ακριβώς η φιλοσοφική θεμελίωση αποτελεί βασική μέριμνα του συγγραφέα. Πως θα μπορούσαμε άραγε να διασώσουμε ψήγματα αντικειμενικότητας στον -καταρχήν λυτρωτικό από τα μεταφυσικά δεσμά των αφηρημένων αξιών- επιστημολογικό σχετικισμό;

Ερχόμενος στα δικά μου, πιο γνώριμα νερά της θεωρίας και φιλοσοφίας του δικαίου, θα ήθελα να αξιοποιήσω τη σκέψη των Hans Kelsen («Τι είναι δικαιοσύνη;», μτφρ. Θοδωρή Δρίτσα, εκδ. Αντίποδες) και John Dewey («Φιλελευθερισμός και κοινωνική δράση», μτφρ. Μαγδαληνής Τσεβρένη/Θανάση Γιαλκέτση, εκδ. Πόλις). Οι εν λόγω, σπουδαίοι και ετερόκλητοι μεταξύ τους, σχετικιστές θεωρητικοί του δικαίου αναζητούν το νομιμοποιητικό θεμέλιο της έννομης τάξης και τους συγκροτητικούς όρους μιας δίκαιης κοινωνίας στις συνειδητές ανθρώπινες ενέργειες, στα κοινωνικά φαινόμενα και στον πειραματισμό των δρώντων ατόμων-πολιτικών υποκειμένων, απορρίπτοντας την ύπαρξη ενός «απόλυτου» συστήματος ορθολογικών αξιών-αρχών δικαιοσύνης.

Ωστόσο, στον πυρήνα της σχετικιστικής θεωρίας τους ενυπάρχει ένα αντικειμενικό υπόστρωμα. Για τον Kelsen, η εγκυρότητα των κανόνων δικαίου εδράζεται στη διαδικαστική νομιμοποίησή τους και υφίσταται ανεξαρτήτως της συμφωνίας ή μη ως προς το περιεχόμενό τους. Για τον Dewey, η εμπρόθετη αλληλεπίδραση των ανθρώπων που διαβιούν σε μια πολιτική κοινωνία παρέχει τον διϋποκειμενικό ορίζοντα της νομιμοποίησης του δικαίου. Και στους δύο στοχαστές, η δημοκρατία είναι ο θεμέλιος λίθος της παραγωγής γνώσης και του -πρακτικού και αξιακού- εγχειρήματος νομιμοποίησης του δικαίου. Στον μεν Kelsen, η αρχή της ανεκτικότητας λειτουργεί ως απαράβατος όρος πραγμάτωσης της υποκειμενικότητας στο διατομικό πεδίο και ως έμπρακτη συνηγορία υπέρ της δημοκρατίας σε πολιτικό επίπεδο. Στον δε Dewey, κομβικό ρόλο στη συγκρότηση μιας γνήσια πλουραλιστικής κοινωνίας διαδραματίζει η συνεργατική διάνοια ισοελεύθερων πολιτικών υποκειμένων.

Επιπρόσθετα, όμως, φρονώ ότι θα ήταν ευκταία η ηθικοπολιτική ενίσχυση του σχετικιστικού υποβάθρου της γνώσης, προκειμένου να ξεφύγουμε από το –εξαιρετικά πενιχρό και βαθιά υποτιμητικό για την ανθρώπινη σκέψη και δράση- «anything goes». Τα ανταγωνιστικά επιχειρήματα που χρησιμοποιούμε στις κοινωνικές-ανθρωπιστικές επιστήμες δέον να συνδεθούν με ηθικοπολιτικές αρχές, τις οποίες πράγματι οφείλουμε να αποφυσικοποιήσουμε και να ενσωματώσουμε στους συλλογισμούς μας περί του πρακτέου με αντιουσιοκρατικό τρόπο. Εξάλλου, αυτόν ακριβώς τον αντιουσιοκρατικό ρόλο επιτελούν τα δύο διανοητικά σημεία αναφοράς, τα οποία αξιοποιούνται με τόσο γόνιμο τρόπο στις πρωτότυπες συμβολές του Γ. Κτενά, η «πρώτη φυσική στιβάδα» του Κορνήλιου Καστοριάδη και η -τόσο παρερμηνευμένη και διαστρεβλωμένη- «αξιολογική ουδετερότητα» του Max Weber.

Εν κατακλείδι, και αυτό έχει να κάνει με την ελαφρώς διαφορετική προερμηνευτική αντίληψή μου σε σχέση με τον συγγραφέα, η μεθοδολογική συνέπεια και η απουσία αντιφάσεων κατά τη διεξαγωγή του αναστοχαστικού διαλόγου στη δημόσια σφαίρα γύρω από τη συνδιαμόρφωση και σύνθεση των εν πολλοίς ανταγωνιζόμενων αξιών, αποτελεί αναγκαία μεν αλλά όχι επαρκή βάση για την ποιότητα της δημοκρατικής διαπάλης σε μια ανοιχτή κοινωνία. Και, εν προκειμένω, στο ζήτημα που απασχολεί το παρόν δοκίμιο, για την βέλτιστη δυνατή παραγωγή, τεκμηρίωση και διάχυση της γνώσης.

Προκειμένου να διασφαλιστεί η νομιμοποίηση των ηθικοπολιτικών και κανονιστικών κρίσεων περί του πρακτέου στις οποίες φιλοδοξεί να καταλήξει κάθε συμμετοχική δημοκρατική διαδικασία σε κάθε υπαρκτό (άρα και ατελές) forum: στους χώρους δουλειάς, στις συνελεύσεις γειτονιάς και στα αστικά Κοινοβούλια, απαιτείται να εκκινήσουμε θεμελιακά από την a priori παραδοχή των τριών κορυφαίων αρχών της νεωτερικότητας, ήτοι την ελευθερία, την ισότητα και την αλληλεγγύη. Για την αποφυγή μιας μεταφυσικά περιχαρακωμένης, έκθετης στις διακριτές υποκειμενικές προσλαμβάνουσες, νοηματοδότησής τους, αρκεί η υιοθέτηση μιας minimal εκδοχής τους, την οποία εύλογα θα αποδέχονταν όλοι/ες οι συμμετέχοντες/ουσες ενός υποθετικού διαλόγου.

Υπό αυτό το πρίσμα, θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε ότι η προσωπική ελευθερία συνίσταται στην απουσία εξαναγκασμού κατά τη διατύπωση των υποκειμενικών κρίσεων περί του πρακτέου, η πολιτική ισότητα στην καθολική και ισότιμη συμμετοχή στο δημοκρατικό διάλογο και η κοινωνική αλληλεγγύη στη διαπροσωπική αναγνώριση των συμμετεχόντων ως συμπολιτών-«συγκοινωνών» που αναστοχάζονται γεμάτοι αβεβαιότητες περί του κοινού καλού της res publica.

Πάνω απ’ όλα, η πιο πολύτιμη συμβολή του εξαιρετικού βιβλίου του Γ. Κτενά είναι η επίγνωση πως η αβεβαιότητα είναι η μόνη βεβαιότητα στις περιπέτειες της πολιτικής και της επιστήμης, αλλά αυτό δεν πρέπει να μας κάνει να υπαναχωρήσουμε από την -άοκνη και πάντα ημιτελή- προσπάθεια για την τεκμηρίωση της πολιτικής μας «αλήθειας» μέσα από την αξιοποίηση των επιστημονικών αληθειών δίχως να ενδίδουμε στις ευκολίες της αμοιβαίας υποκατάστασής τους.

Ο Θωμάς Ψήμμας είναι Διδάκτορας Φιλοσοφίας του Δικαίου Νομικής Σχολής ΑΠΘ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Γιατί το κύριο πρόβλημα δεν είναι ο Vannacci. Της Emilia De Rienzo

Συσκέψεις και κουμπαράδες για το Θερμαϊκό. Του Γιάννη Κρεστενίτη