in

Μάχες για πράγματα που, ίσως, χάθηκαν για πάντα. Του Χρήστου Λάσκου

Κώστας Καραβίδας, Η περιπέτεια των ιδεών – Διανόηση, λογοτεχνική κριτική και δημόσια σφαίρα στη σύγχρονη Ελλάδα, Πόλις 2026, σελ. 524

Το πρόβλημα του νερού παραμένει ανοιχτό

Τίτος Πατρίκιος

Το νερό φαίνεται να διατηρεί μια σταθερή σχέση με τη  ελληνική αριστερή ποίηση. 28 χρόνια πριν από τον Πατρίκιο, το 1953, ο Μιχάλης Κατσαρός διατύπωνε έναν πολύ διασημότερο στίχο.

Μην αμελήσετε /πάρτε μαζί μας νερό. Το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία.

Αυτός ειδικά ο στίχος έχει απαγγελθεί κι έχει ερμηνευθεί πολλές φορές μέχρι σήμερα.

Ό,τι έχει σημασία, όμως, για μένα σήμερα είναι πως συνιστά μια διαχρονική απάντηση στο τόσο ταλαιπωρημένο ζήτημα των «ριζών» και της παράδοσης. Το νερό –και το φως– έχουν μείζονα σημασία. Ιδίως για το μέλλον.

Το ζήτημα, λοιπόν, των «ριζών» μας, της όμορφής μας «παράδοσης», της λαϊκής «ψυχής», πολύ απασχόλησε την περίοδο της πολιτισμικής μετάβασης, που αποτέλεσε η μεταπολίτευση, σύμφωνα με τον Καραβίδα. Μεγαλειώδεις (sic) ήταν οι μάχες που δόθηκαν τότε. Κατεξοχήν, μάλιστα, στο εσωτερικό της Αριστεράς. Για την οποία, ως γνωστόν, το ζήτημα της «λαϊκότητας» βρισκόταν στην καρδιά της ιδεολογικής της πολιτικής, από τον πόλεμο κι έπειτα – πράγμα που δεν συνέβαινε στις πρώτες δεκαετίες του ΚΚΕ, όταν ο διεθνισμός ήταν τόσο αδιαπραγμάτευτος, που η «αντιπατριωτική» τοποθέτηση αποτελούσε τιμή. Μια τιμή πολύ ακριβά πληρωμένη.

Ας ακούσουμε τον Μοσκώφ: «Ο “λαϊκός πολιτισμός” είναι έτσι ο εθνικός μας πολιτισμός που αντιμάχεται την υποτέλεια…» (σελ. 312). Δεν είναι τυχαίο πως, πολύ γρήγορα, μια τέτοια προσέγγιση της παράδοσης εξέβαλε στη νέο-ορθοδοξία. Πράγμα που δικαιολογεί, απολύτως, την επιλογή του συγγραφέα να συμπεριλάβει στη διαμάχη και τον, γνωστό και μη εξαιρετέο, Χρήστο Γιανναρά. Ο οποίος, ήδη στην ώρα του, θα διερωτηθεί τι συνέβη και το ανυπέρβλητο (sic) λαϊκό ήθος των ελληνικών κοινοτήτων μεταβλήθηκε σε μουσειακό είδος και αντικείμενο.

«Τι συνέβη και το λαϊκό αισθητήριο ταυτίστηκε με το νάυλον τραπεζομάντηλο και τα πλαστικά λουλούδια, τα εργολαβίστικα τσιμεντοκιβούρια με τις fer forger τζαμόθυρες -πώς έγινε και το λαϊκό ήθος ενσαρκώθηκε στον πνευματικό ευνουχισμό του ποδοσφαιρόφιλου και στην ακατάσχετη επιθεωρησιακή σαχλαμάρα;» (σελ. 318). Τι συνέβη; Να, τι συνέβη: «Αυτά όλα τα τίναξαν στον αέρα οι Κοραήδες, [οι φωταδιστές]».

Βέβαια, το γεγονός πως πολλά από τα αναφερόμενα ως δείκτες παρακμής του «ελληνισμού», της λαϊκής ψυχής και δημιουργίας ήταν κιτς και άθλια, σε τίποτε δεν κάνει τα προηγούμενα καλύτερα. Θα πρόσθετα δε πως το ευτελές νάυλον ήταν και φτηνότερο, ώστε να δώσει στους φτωχούς ανθρώπους, την, εξίσου «ευτελή», δυνατότητα να βγουν από τη μαύρη φτώχεια, έστω «πλαστικοποιούμενοι».

Ευτυχώς υπήρξε και η άλλη πλευρά, μειοψηφική προφανώς, αλλά «αντεθνικώς» αντιστασιακή, τόσο ώστε να σώζει την πιθανότητα επιβίωσης μιας αριστερής διεθνιστικής  στάσης. Που είναι, όπως το έθετε ο Αλέξης Πολίτης τότε, «ο πόνος και το γέλιο, η ελπίδα όλων των συντρόφων μας και όλων όσοι θέλησαν κάποια στιγμή να αντισταθούν στη παράδοση και να φτιάξουν καινούργια κοινωνία -είτε αυτοί λέγονται Διονύσιος Σολωμός είτε Ερρίκος Ίψεν είτε Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι είτε Μπολιβάρ…» (σελ. 388).

Γιατί, σε ό,τι αφορά αυτήν την επιθυμία για το λαϊκό,

«[α]ς το πούμε ξεκάθαρα. Είμαστε αντίθετοι με τη διάχυτη ψευτοαριστερή διανόηση που βλέπει μονάχα “απλότητα και ομορφιά” στον παραδοσιακό οικισμό, κι όχι στενότητα χώρου, έλλειψη κάθε βολής, τα ζώα πλάι με τους ανθρώπους· που στο ερωτικό δημοτικό τραγούδι βλέπει μόνο αγνότητα ή γνησιότητα, χωρίς να προσέχει πως είναι η άλλη μορφή μιας κοινωνίας όπου ο αδελφός σφάζει την αδελφή όταν «τον» έχει ατιμάσει· που θέλει τον Καραγκιόζη ήρωα και κοινωνικό πρότυπο και όχι, όπως όλος ο λαός, καρπαζοεισπράκτορα κακομοίρη· που θαυμάζει τα λαϊκά υφαντά και ξεχνάει πόσες νύχτες έμεινε ξάγρυπνη η υφάντρα· που προβάλλει τη νοστιμιά του παραδοσιακού φαγητού και δεν νοιάζεται για την πείνα που συνόδευε την παραδοσιακή κοινωνία» (σελ. 388).

Η καίρια αυτή συζήτηση, εκεί γύρω στο ’80, έδειξε, ήδη από την αρχή, τους δρόμους χωρίς διέξοδο τους οποίους έπαιρνε ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής Αριστεράς, που την έκανε «πατριωτική», στη συνέχεια τουρκοφαγική και, στο τέλος, κενή κάθε μετασχηματιστικού περιεχομένου. Όταν το αγλαό -λαϊκό, πάντα- παρελθόν είναι το μέλλον, το μέλλον είναι αυτό που ζούμε. Δεν οφείλεται μόνο σε αυτό, αλλά σίγουρα και σε αυτό.  Όπως το έθετε ο Χομπσμπάουμ, η παράδοση δεν αφορά ποτέ το παρελθόν· πάντοτε το παρόν αφορά -κι έτσι το μέλλον.

Με τον ίδιο τρόπο, η λαολατρεία σπανίως καταλήγει προς όφελος του υπάρχοντος λαού. Άλλωστε, ο λαϊκισμός έρχεται πάντοτε από επάνω, ποτέ δεν «παράγεται» από τον λαό.

Τα αποτυπώματα του ’80 ακολουθήθηκαν από αυτά του ’90. Όταν αριστεροί έδιναν τη μάχη «για το όνομα», που «είναι η ψυχή μας». Για να φτάσουμε να αντιλαμβανόμαστε τα Μνημόνια ως «ανθελληνικό» και όχι ως το προφανώς ταξικό εργαλείο μεταφοράς της κρίσης σε βάρος της εργατικής τάξης, προς όφελος των αφεντικών, «δικών» μας και «ξένων».

Ο Καραβίδας θα διηγηθεί, μεταξύ άλλων, την ιστορία των διαμαχών της μεταπολιτευτικής πολιτιστικής μετάβασης, αναλύοντας τις εξελίξεις στον χώρο των αριστερών περιοδικών, του Πολίτη, του Αντί, του Σχολιαστή, της λογοτεχνικής –και πολύ πολιτικής– κριτικής, κομβικών φυσιογνωμιών της αριστερής διανόησης, όπως του Αναγνωστάκη και του Ραυτόπουλου. Και όπως ήδη ανέφερα, στις περιοχές της παράδοσης και της επινόησής της, του λαϊκού και της λαϊκότητας, του πολιτισμικού λαϊκισμού – ο οποίος, στο πλαίσιο της Αριστεράς εμφανίστηκε συχνά ως «τρυφερός λαϊκισμός»· και του πατριωτισμού, βεβαίως, και του σύστοιχου, όσο κι αν φαίνεται περίεργο, ευρωπαϊσμού μας.

Το βιβλίο θα μας φέρει σε επαφή με τα θεμελιώδη ζητήματα των σχέσεων δημόσιου και ιδιωτικού και την καθοριστική για όσα ακολούθησαν αδυναμία της Αριστεράς να κατανοήσει την ανελέητη πορεία προς την επικράτηση του καπιταλιστικού –ατομικιστικού, καταναλωτικού– φαντασιακού και να απαντήσει σε αυτήν· μπροστά σε αυτήν τη δυσκολία προτίμησε την καταγγελία και την απόσυρση.

Ο Καραβίδας θα επισημάνει πόσο γρήγορα ο δημόσιος διανοούμενος μεταβλήθηκε σε πανεπιστημιακό επαγγελματία, για να καταλήξει «ιδιωτικοποιημένος» ο ίδιος – ως προς τις επιδιώξεις, τα κίνητρα και τις μέριμνες. Η αλλαγή της δομής της δημοσιότητας περιλάμβανε και αυτό. Ο Ελεφάντης γρήγορα κατάλαβε πως ο Πολίτης, από ένα σημείο κι έπειτα, αντικειμενικά συνεισέφερε σε πανεπιστημιακές καριέρες – μεγάλη ειρωνεία για κάποιον που είχε τόσο φανερά απορρίψει μια τέτοια επιλογή. Το πρόβλημα, προφανώς, δεν είναι πως υπάρχουν αριστεροί πανεπιστημιακοί διανοούμενοι· το πρόβλημα, μεγάλο για μια ριζοσπαστική Αριστερά, είναι όταν το σύνολο σχεδόν των διανοουμένων της δεν είναι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, οργανικοί, αλλά εξαρτημένοι από τον δημόσιο προϋπολογισμό.

Ο Καραβίδας δίνει το βάρος που αξίζει στην δεκαετία του ’80. Όπως επισημαίνει, [η] δεκαετία του ’80 έχει αναγνωριστεί από την κοινωνική και πολιτισμική έρευνα ως η πιο κομβική χρονοσήμανση για τις μεταβάσεις της Μεταπολίτευσης. Ο «μακρύς χειμώνας», που ξεκίνησε τότε, μαζί με την επέλευση του νεοφιλελευθερισμού έφερε την εξάντληση και υποχώρηση των ιδεών, που μέχρι τότε καθόριζαν, σε σημαντικό βαθμό, τον ορίζοντα των προσδοκιών. Γιατί, λίγα χρόνια πριν, όπως έχει γράψει ο Ολύμπιος Δαφέρμος, «είμασταν γεμάτοι νοήματα».

Από τις σελίδες του συναρπαστικού βιβλίου περνούν εκατοντάδες σημαντικά και ξεχασμένα ονόματα. Που έδωσαν τις μάχες.

Αν ήταν μάχες για πράγματα που χάθηκαν για πάντα, μένει να φανεί – ίσως στη μακρά διάρκεια. Άλλωστε, κατά τον Αλτουσέρ, σε ό,τι αφορά τις επιδιώξεις της Αριστεράς, πάντοτε πρόκειται για ιστορία τελειωμένη, για ιστορία χωρίς τελειωμό.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Παρέμβαση στη Μητρόπολη ενάντια στο εκκλησιαστικό real estate – Ναι στο νηπιαγωγείο στα πρώην Μάρμαρα Μόσχου

H διοίκηση των «αρίστων» στο πανεπιστήμιο: ένας απολογισμός