Ήταν μόλις στις αρχές του 2022 όταν κυβερνητικά στελέχη, δήλωναν: «Μπαίνει ένα τέλος στην επαιτεία πόρων για να λυθούν περιβαλλοντικά θέματα, όπως ο καθαρισμός του Θερμαϊκού Κόλπου…» και «…βάζουμε το νερό στο αυλάκι για τα περιβαλλοντικά θέματα της Βόρειας Ελλάδας και δρομολογούμε εμβληματικές δράσεις για τη διατήρηση της ποιότητας των υδάτων του Θερμαϊκού και για την πυροπροστασία των δασών, εξασφαλίζοντας σταθερή χρηματοδότηση από τον ΟΦΥΠΕΚΑ». Βέβαια στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι όλα αυτά ήταν «έπεα πτερόεντα», αφού και οι συμβάσεις δεν ήταν συνεχείς και αυτό που εξασφαλιζόταν από τις συμβάσεις, όταν υπήρχαν, ήταν η για λίγες ημέρες ανά βδομάδα και για κάποιες ώρες ανά ημέρα, κίνηση ενός σκάφους με κατάλληλο εξοπλισμό για την περισυλλογή των επιπλεόντων απορριμμάτων από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης μέχρι το Έμβολο στα ανατολικά και το Δέλτα του Αξιού στα δυτικά.
Με λίγα λόγια αυτό που είχε εξασφαλιστεί και όχι μόνιμα ήταν ο περιστασιακός επιφανειακός καθαρισμός τμήματος του Κόλπου Θεσσαλονίκης από τα επιπλέοντα απορρίμματα και όχι οι απαραίτητες δράσεις για την περιβαλλοντική αναβάθμιση του Θερμαϊκού, αφού τα επιπλέοντα απορρίμματα δεν είναι η μόνη πηγή ρύπανσης ή μόλυνσης του κόλπου.
Η πρόσφατη πολυήμερη κατάσταση της έξαρσης παραγωγής φυτοπλαγκτού και της συσσώρευσης βλεννώδους υλικού στον Όρμο Θεσσαλονίκης, απέδειξε, για άλλη μία φορά, την ανεπάρκεια του επιφανειακού (και μάλιστα όχι και πολύ συχνού) καθαρισμού των νερών τμήματος του Κόλπου από τα επιπλέοντα απορρίμματα. Αυτό που ακολούθησε ήταν να ζητηθεί (εκ νέου, όπως γινόταν και παλιά) η συνδρομή της ΕΥΑΘ Α.Ε. για να καλύψει τα έξοδα του σκάφους για την περισυλλογή της βλεννώδους μάζας που είχε καλύψει μεγάλα τμήματα της θαλάσσιας περιοχής στην παραλία της πόλης, όπως και να καλύψει έξοδα για συχνότερους καθαρισμούς. Και βέβαια, μια σύσκεψη των «εμπλεκομένων», όπου ο Αντιπεριφερειάρχης Θεσσαλονίκης πρότεινε να δημιουργηθεί κουμπαράς για να υποστηρίζει έναν αποτελεσματικό μηχανισμό καθαρισμού του Θερμαϊκού.
Υποθέτω στη σύσκεψη θα επισημάνθηκε, εκτός από την αναγκαιότητα του συχνού επιφανειακού καθαρισμού που μπορεί να γίνεται με τη χρήση κατάλληλου σκάφους, ότι αυτή η διαδικασία δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα στις πηγές δημιουργίας του και δεν σταματά την εισροή απορριμμάτων από όλες τις υφιστάμενες εκροές ποταμών, χειμάρρων, τάφρων και αγωγών ομβρίων. Αυτές δε οι εκροές δεν εισφέρουν μόνον επιπλέοντα απορρίμματα, εισφέρουν και σε θρεπτικά (κυρίως ενώσεις αζώτου και φωσφόρου), οργανικό άνθρακα, αιωρούμενα στερεά, φερτές ύλες, και με το συνολικό τους ρυπαντικό φορτίο επηρεάζουν την ποιότητα του θαλασσίου περιβάλλοντος του Θερμαϊκού. Και είναι αυτό το ρυπαντικό φορτίο που συμβάλει στην αύξηση του φυτοπλαγκτού (αρκετά συχνά) αλλά και την αύξηση των βλεννοπαραγωγών ειδών του φυτοπλαγκτού (σε αρκετές περιπτώσεις) και σε συνδυασμό με μετεωρολογικές συνθήκες (π.χ. νότιοι άνεμοι, υψηλή θερμοκρασία) και ωκεανογραφικές συνθήκες (π.χ. χαμηλή ένταση θαλασσίων ρευμάτων, θαλάσσιοι καύσωνες) ευνοείται η μεταφορά και συσσώρευση της βλεννώδους μάζας στο παραλιακό μέτωπο της πόλης, με αποτέλεσμα φαινόμενα όπως αυτά που παρουσιάστηκαν το προηγούμενο διάστημα και διατηρήθηκαν για πολλές ημέρες.
Επομένως αν ο στόχος είναι η ουσιαστική αντιμετώπιση φαινομένων εξάρσεων φυτοπλαγκτού και συσσώρευσης βλεννώδους υλικού στον Όρμο της Θεσσαλονίκης δεν επαρκεί μόνον η έγκαιρη μηχανική απομάκρυνση του βλεννώδους υλικού αλλά και η λήψη μέτρων περιορισμού του ρυπαντικού φορτίου και ιδίως των θρεπτικών (ενώσεων αζώτου και φωσφόρου) που εισέρχεται στον Κόλπο από τις χερσαίες πηγές. Στο σχήμα παρουσιάζονται οι κυριότερες θέσεις εκροών επιφανειακών υδάτων που υπάρχουν στο Θερμαϊκό (στο τμήμα του βορειότερα της εκβολής του Αλιάκμονα). Ενώ σε αυτές θα πρέπει να προστεθούν και οι εκροές που προέρχονται από το σύστημα απορροής των ομβρίων υδάτων του πολεοδομικού συγκροτήματος,. Από όλες αυτές εκτός από επιπλέοντα απορρίμματα εκρέουν στον Κόλπο Θεσσαλονίκης και θρεπτικά (άζωτο και φωσφόρος).

Επίσης με θρεπτικά (άζωτο & φωσφόρο) εισφέρουν και οι αγωγοί διάθεσης των αστικών λυμάτων της πόλης (στην Παλιομάνα στα δυτικά για την ΕΕΛΘ και στο Μικρό Έμβολο ανατολικά για την ΑΙΝΕΙΑ), το όποιο είναι σημαντικά μειωμένο (σε σχέση με αυτό των μη επεξεργασμένων λυμάτων), αφού της διάθεσης προηγείται τριτοβάθμια επεξεργασία και τηρούνται οι σχετικές προδιαγραφές επεξεργασίας και διάθεσης υγρών αποβλήτων.
Από τις ανακοινώσεις που ακολούθησαν τη σύσκεψη που προαναφέρθηκε, δεν φαίνεται να υπήρξε σχεδιασμός εκτός αυτού για την εξεύρεση πόρων για πιο συστηματικό καθαρισμό του Κόλπου Θεσσαλονίκης από τα επιπλέοντα απορρίμματα. Και εύλογα είναι τα ερωτήματα γιατί δεν ζητήθηκε να καλύψει το Υπουργείο Περιβάλλοντος & Ενέργειας (ΥΠΕΝ) ή ο Οργανισμός Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής (ΟΦΥΠΕΚΑ) τη σχετική δαπάνη για τον πιο συστηματικό επιφανειακό καθαρισμό, αφού αυτό απαιτείται και ο Υφυπουργός του ΥΠΕΝ το είχε υποσχεθεί ή γιατί δεν ζητήθηκαν να υλοποιηθούν μέτρα για πιο ουσιαστική αντιμετώπιση του προβλήματος, δηλαδή τη μείωση του ρυπαντικού φορτίου και των θρεπτικών που εισέρχονται στον Κόλπο;
Ειδικά για το 2ο, την ουσιαστική αντιμετώπιση του προβλήματος, υπάρχει (θεωρητικά) μέριμνα, όπως τουλάχιστον αναφέρεται στα σχετικά πρόσφατα αναθεωρημένα Σχέδια Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Ποταμών (ΣΔΛΑΠ) που αφορούν το υδατικό διαμέρισμα της Κεντρικής Μακεδονίας (ΦΕΚ Α 70/17.05.2024, Έγκριση 2ης Αναθεώρησης ΣΔΛΑΠ και της αντίστοιχης ΣΜΠΕ). Στο αναθεωρημένο ΣΔΛΑΠ περιγράφεται (σελ. 2048-2052) το μέτρο Μ10Σ0504: «Masterplan για την αντιμετώπιση φαινομένων ρύπανσης στον Κόλπο της Θεσσαλονίκης», το οποίο αφορά τα υδάτινα σώματα EL1005C0011H: Κόλπος Θεσσαλονίκης και EL1005C0010Ν: Έσω Θερμαϊκός Κόλπος, και με φορείς υλοποίησης: ΟΦΥΠΕΚΑ (Συντονιστής), Αποκεντρωμένη Διοίκηση, Περιφέρεια, ΕΥΑΘ, ΟΛΘ, Λιμενικό Σώμα, Δήμοι. Τι έχει γίνει μέχρι σήμερα αναφορικά με την υλοποίηση αυτού του μέτρου; Υποθέτω εύλογα τίποτα, αφού δεν υπήρξε έως σήμερα καμία ανακοίνωση/ενημέρωση από κανέναν από τους εμπλεκόμενους φορείς υλοποίησης του μέτρου αυτού, αν και έχουν περάσει περισσότερα από 2 χρόνια από την τυπική έγκριση του μέτρου αυτού. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι το μέτρο Μ10Σ0504, αλλά με πιο γενικό τίτλο «Masterplan για τον Κόλπο της Θεσσαλονίκης», για τα ίδια υδάτινα σώματα (EL1005C0011H και EL1005C0010Ν) με φορείς υλοποίησης Περιφέρεια/Αποκεντρωμένη Διοίκηση (χωρίς ορισμό συντονιστή), αναφέρεται και στην 1η Αναθεώρηση των ΣΧΛΑΠ (ΦΕΚ Β 4675/29.12.2017, Έγκριση 1ης Αναθεώρησης ΣΔΛΑΠ και της αντίστοιχης ΣΜΠΕ), χωρίς επίσης να έχει υλοποιηθεί έκτοτε (όπως αναφέρεται και στα τεύχη της 2ης Αναθεώρησης).
Αν είχε υλοποιηθεί το μέτρο, όπως περιγράφεται στη 2η Αναθεώρηση ΣΔΛΑΠ, θα είχαμε αποφύγει τα φαινόμενα της έξαρσης του φυτοπλαγκτού και της συσσώρευσης της βλεννώδους μάζας στον Όρμο; Είναι πιθανόν όχι, αλλά σίγουρα θα είχαν συζητηθεί και προγραμματιστεί μέτρα μείωσης του ρυπαντικού φορτίου και των θρεπτικών που καταλήγουν στον Κόλπο Θεσσαλονίκης και υποθέτω θα είχαν αναζητηθεί και διαδικασίες/μέτρα/έργα για την υλοποίησή τους.
Είναι κατανοητή ακόμη και από μη ειδικούς η δυσκολία αντιμετώπισης φαινομένων όπως αυτά της βλεννώδους συσσώρευσης που πρόσφατα βιώσαμε αφού δεν μπορούμε να παρέμβουμε στις μετεωρολογικές και ωκεανογραφικές συνθήκες που μειώνουν τη δυνατότητα ανανέωσης των θαλασσίων μαζών του Όρμου της Θεσσαλονίκης και ευνοούν τα φαινόμενα αυτά. Ενώ, η επιθυμητή και σημαντική μείωση του φορτίου των θρεπτικών που εισέρχονται στον Κόλπο Θεσσαλονίκης απαιτεί μείωση στη χρήση λιπασμάτων στις καλλιεργούμενες αγροτικές εκτάσεις ή/και επεξεργασία των αγροτικών αποστραγγίσεων και κτηνοτροφικών υγρών αποβλήτων που μέσω των επιφανειακών απορροών (όπως αυτές που παρουσιάζονται στο σχήμα που προηγήθηκε) καταλήγουν στον Κόλπο. Προφανώς είναι αυτονόητο ότι για το σύνολο των αστικών λυμάτων, όχι μόνον του πολεοδομικού συγκροτήματος, αλλά και των γειτονικών οικισμών θα πρέπει να υπάρχουν και να λειτουργούν εγκαταστάσεις τριτοβάθμιας επεξεργασίας, όπως και για όλα τα βιομηχανικά υγρά απόβλητα. Αλλά πλέον πρέπει με συστηματικό τρόπο να σχεδιαστούν και να προγραμματιστούν (με την απαραίτητη εξασφάλιση των αναγκαίων πόρων) μέτρα και έργα και για την αντιμετώπιση και τον περιορισμό και των άλλων πηγών των θρεπτικών που καταλήγουν στον Κόλπο της Θεσσαλονίκης. Και βέβαια παράλληλα να σταματήσουν προγραμματισμοί έργων που θα έχουν ως αποτέλεσμα να αυξήσουν το φορτίο των θρεπτικών και λοιπών ρύπων που θα καταλήξουν στον Κόλπο της Θεσσαλονίκης.
Και μέχρι τον σχεδιασμό και την υλοποίηση μέτρων για τον περιορισμό του ρυπαντικού φορτίου και των θρεπτικών από όλες τις χερσαίες πηγές που καταλήγουν στον Κόλπο της Θεσσαλονίκης, παράλληλα με τον τακτικό και καθημερινό καθαρισμό από τα επιπλέοντα απορρίμματα είναι απαραίτητο να υπάρχει σύστημα προειδοποίησης τέτοιων φαινομένων. Που σημαίνει ότι πρέπει να γίνεται συχνή και συστηματική παρατήρηση και δειγματοληψία φυσικών, χημικών και βιολογικών παραμέτρων, έτσι ώστε με τη χρήση συστημάτων βραχυπρόθεσμης πρόγνωσης των μετεωρολογικών και ωκεανογραφικών συνθηκών να εκτιμάται η εξέλιξη παρόμοιων επεισοδίων έξαρσης του φυτοπλαγκτού και συσσώρευσης βλεννώδους υλικού και να υπάρχει έγκαιρα η προετοιμασία για επιφανειακό καθαρισμό και περισυλλογή και όχι όπως συνέβη, με το πρόσφατο επεισόδιο, να οργανώνεται κάτι πολλές μέρες μετά την εκτεταμένη κάλυψη της παραλιακής ζώνης με βλεννώδη μάζα και αναζητώντας την τελευταία στιγμή χρηματοδότες για τους αναγκαίους επιπλέον καθαρισμούς.
*Ο Γιάννης Ν. Κρεστενίτης είναι Ομότιμος καθηγητής Παράκτιας Τεχνικής & Ωκεανογραφίας, ΑΠΘ


