in ,

Η γεωπολιτική της ψευδαίσθησης: Πώς ο γερμανικός συντηρητισμός παγίδευσε την Ευρώπη και τους Πράσινους

Του Γιώργου Μπλιώνη

Τα εγκαίνια του Nord Stream 1, Νοέμβριος 2011. Πηγή: Sean Gallup / Getty Images

Η ενεργειακή κρίση που συγκλόνισε την Ευρώπη τα τελευταία χρόνια συχνά παρουσιάζεται ως μια αναπόφευκτη παράπλευρη απώλεια του πολέμου στην Ουκρανία. Πρόκειται για βολικό αφήγημα, το οποίο όμως συσκοτίζει την αλήθεια. Η σημερινή στρατηγική γύμνια της Ευρώπης δεν είναι προϊόν ανωτέρας βίας, αλλά το άμεσο αποτέλεσμα μιας δεκαετούς, «επαρχιώτικης» πολιτικής του γερμανικού συντηρητισμού (CDU/CSU), στην παγίδα της οποίας εγκλωβίστηκαν τελικά και οι Γερμανοί Πράσινοι.

 

Το δόγμα του «φθηνού Γερμανισμού».

Για περισσότερα από είκοσι χρόνια, το Βερολίνο – με αποκορύφωμα τη διακυβέρνηση της Άνγκελα Μέρκελ – λειτούργησε με βάση το δόγμα Wandel durch handel (αλλαγή μέσω του εμπορίου). Η θεωρία ήταν απλή και καθησυχαστική: αν δέσμευαν οικονομικά τη Ρωσία μέσω των αγωγών, η Μόσχα δεν θα ρίσκαρε ποτέ μια σύγκρουση με τον καλύτερο πελάτη της.

Πίσω όμως από το ευγενές προπέτασμα καπνού της «ειρηνικής συνύπαρξης», κρυβόταν ένας στενά εθνικός, σχεδόν επαρχιώτικος οικονομικός εγωισμός. Η Γερμανία επιδίωξε να εξασφαλίσει ένα μόνιμο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για τη δική της βαριά βιομηχανία, βασιζόμενη στο φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο.

Για να προστατεύσει αυτό το μοντέλο, το Βερολίνο υιοθέτησε μια βαθιά αντι-ευρωπαϊκή στάση. Αφενός, τορπίλισε κάθε προσπάθεια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη δημιουργία μιας κοινής, ενοποιημένης αγοράς ενέργειας και κοινών αποθεμάτων ασφαλείας. Και αφετέρου, αγνόησε επιδεικτικά τις δραματικές προειδοποιήσεις των Ευρωπαίων συμμάχων της – κυρίως της Πολωνίας και των χωρών της Βαλτικής – ότι ο αγωγός Nord Stream 2 αποτελούσε μια γεωπολιτική θηλιά στον λαιμό της Ανατολικής Ευρώπης.

Όταν η Μέρκελ αποφάσισε το 2011 την κατάργηση της πυρηνικής ενέργειας (ως μια κίνηση για να απορροφήσει τους κραδασμούς από το ατύχημα στη Φουκουσίμα και για να αποκλείσει την υπερβολική ενίσχυση των Πράσινων), το κενό στο ηλεκτρικό δίκτυο δεν καλύφθηκε από τον ήλιο και τον άνεμο. Καλύφθηκε από τις στρόφιγγες της Gazprom. Το ρωσικό αέριο βαφτίστηκε «πράσινο καύσιμο-γέφυρα», και η Γερμανία παρέδωσε τα κλειδιά της ενεργειακής της ασφάλειας στο Κρεμλίνο.

Την ίδια περίοδο, η κυβέρνηση της Άνγκελα Μέρκελ επέβαλε στην ευρωπαϊκή περιφέρεια (και κυρίως στην Ελλάδα) το δόγμα της άγριας λιτότητας για να προστατεύσει τις γερμανικές τράπεζες που είχαν εκτεθεί στα τοξικά προϊόντα της αμερικανικής οικονομικής κρίσης του 2008. Την ίδια ακριβώς στιγμή που το Βερολίνο κουνούσε το δάχτυλο στον ευρωπαϊκό Νότο για «δημοσιονομική πειθαρχία», η ίδια η Γερμανία παραβίαζε κάθε κανόνα στρατηγικής πειθαρχίας, υπογράφοντας την ενεργειακή της παράδοση στη Ρωσία.

 

Η ιδεολογική παγίδα των Πράσινων

Η τραγική ειρωνεία της ιστορίας γράφτηκε στα τέλη του 2021, όταν το κόμμα των Πράσινων συμφώνησε να ενταχθεί στην κυβέρνηση συνασπισμού. Έχοντας χτίσει την ταυτότητά τους για δεκαετίες πάνω στον αντιπυρηνικό αγώνα και την προστασία του περιβάλλοντος, οι Πράσινοι βρέθηκαν να διαχειρίζονται τα συντρίμμια της πολιτικής των συντηρητικών προκατόχων τους.

Αντιμέτωποι με τη σκληρή πραγματικότητα της ρωσικής εισβολής το 2022, οι Πράσινοι οδηγήθηκαν σε μια σειρά από αντιφατικές αποφάσεις. Για να μην παγώσουν οι γερμανικές πόλεις, ο πράσινος Υπουργός Οικονομίας, Ρόμπερτ Χάμπεκ, αναγκάστηκε να υπογράψει την επαναλειτουργία εξαιρετικά ρυπογόνων εργοστασίων λιγνίτη, ενώ αναγκάστηκε να περιοδεύσει στη Μέση Ανατολή και τις ΗΠΑ για να εξασφαλίσει και υγροποιημένο φυσικό αέριο.

 

Από τη Μόσχα στο Τέξας

Το αποτέλεσμα αυτής της συνδυασμένης αποτυχίας ήταν η πλήρης απώλεια της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας. Οι ΗΠΑ, λειτουργώντας ως επιθετικός γεωπολιτικός παίκτης, εκμεταλλεύτηκαν το ευρωπαϊκό κενό. Προώθησαν το δικό τους LNG (σε τιμές πολλαπλάσιες από αυτές της εγχώριας αμερικανικής αγοράς) και, μέσω του νόμου Inflation Reduction Act (IRA), άρχισαν να απορροφούν τις ευρωπαϊκές βιομηχανίες που αναζητούσαν φθηνότερο ενεργειακό κόστος στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Η Ευρώπη δεν έπεσε θύμα μιας άμεσα «εχθρικής ενέργειας» των ΗΠΑ, αλλά κυρίως της δικής της άρνησης να ωριμάσει πολιτικά. Η γερμανική συντηρητική ελίτ πίστεψε ότι μπορούσε να απολαμβάνει τα οφέλη της παγκοσμιοποίησης (φθηνή ρωσική ενέργεια, αμερικανική στρατιωτική προστασία, κινεζικές αγορές) χωρίς να αναλαμβάνει το γεωπολιτικό κόστος της ισχύος.

Αρνούμενο να επενδύσει σε μια πραγματικά κοινή ευρωπαϊκή εξωτερική και ενεργειακή πολιτική, το Βερολίνο παρέσυρε ολόκληρη την ΕΕ σε μια βίαιη προσαρμογή. Η Ευρώπη πλήρωσε και συνεχίζει να πληρώνει το τίμημα αυτής της «επαρχιώτικης» λογικής, έχοντας απλώς αντικαταστήσει την εξάρτησή της από τους αγωγούς του Πούτιν με την εξάρτηση από τα δεξαμενόπλοια του Τέξας.

 

Υπάρχει εναλλακτική για μια άλλη Ευρώπη

Όσο η Ευρώπη αρνείται να γίνει ενεργειακά αυτόνομη, θα παραμένει έρμαιο των γεωπολιτικών ανταγωνισμών. Ταυτόχρονα, η απάντηση στην ανασφάλεια δεν μπορεί να είναι ο τυφλός και πανάκριβος στρατιωτικός επανεξοπλισμός της ηπείρου, ο οποίος αφαιρεί πολύτιμους πόρους από την κοινωνική συνοχή και την κλιματική δράση. Η πραγματική, βιώσιμη ασφάλεια για την Ευρώπη δεν χτίζεται με νέα οπλικά συστήματα, ούτε με την επιστροφή στο επικίνδυνο λόμπι της πυρηνικής ενέργειας.

Η αληθινή αυτοδυναμία της Ευρώπης είναι πράσινη και ειρηνική. Σημαίνει 100% καθαρές, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ήλιο, άνεμο, γεωθερμία), ριζική εξοικονόμηση, ενεργειακή δημοκρατία με αποκεντρωμένα δίκτυα και ισχυρούς ευρωπαϊκούς θεσμούς που θα προστατεύουν τους πολίτες από την αισχροκέρδεια των αγορών.

Μόνο αν αποσυνδεθούμε οριστικά από τη γεωπολιτική των ορυκτών καυσίμων και των εξοπλισμών θα μπορέσουμε να οικοδομήσουμε μια Ευρώπη αυτόνομη, δημοκρατική και πραγματικά ελεύθερη.

 

Είναι ρεαλιστική μια τέτοια προοπτική;

Υπάρχουν τρία τεράστια εμπόδια που κάνουν αυτή την πράσινη, ειρηνική αυτοδυναμία να μοιάζει με ουτοπία στην παρούσα φάση:

  • -Το πρόβλημα της «αποθήκευσης» και του δικτύου:Ο ήλιος και ο άνεμος είναι στοχαστικές πηγές (δεν φυσάει πάντα, δεν έχει πάντα λιακάδα). Χωρίς πυρηνικά και χωρίς φυσικό αέριο, χρειαζόμαστε γιγαντιαίες, πανάκριβες υποδομές αποθήκευσης ενέργειας (μπαταρίες υδρογόνου, αντλησιοταμίευση) που η Ευρώπη δεν διαθέτει ακόμα σε κλίμακα.
  • -Η νέα εξάρτηση από την Κίνα:Για να φτιάξουμε ανεμογεννήτριες, φωτοβολταϊκά και μπαταρίες, χρειαζόμαστε σπάνιες γαίες και μέταλλα (λίθιο, κοβάλτιο). Αυτή τη στιγμή, η Κίνα ελέγχει το 70-90% της παγκόσμιας επεξεργασίας αυτών των υλικών. Άρα, φεύγοντας από το αέριο των ΗΠΑ και της Ρωσίας, κινδυνεύουμε να πέσουμε στην πράσινη εξάρτηση του Πεκίνου.
  • -Η γεωπολιτική απειλή:Με έναν πόλεμο σε ευρωπαϊκό έδαφος (Ουκρανία) και την αστάθεια στη Μέση Ανατολή, η ιδέα μιας Ευρώπης χωρίς ισχυρούς στρατιωτικούς εξοπλισμούς φαντάζει επικίνδυνη για το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού συστήματος. Η Realpolitik επιβάλλει άμυνα, και η άμυνα κοστίζει δισεκατομμύρια.

Από την άλλη, η οπτική της πολιτικής οικολογίας έχει ένα ακλόνητο επιχείρημα: το σημερινό μοντέλο απλώς δεν είναι βιώσιμο. Η κλιματική κρίση δεν είναι θεωρητική. Το κόστος από τις πλημμύρες, τους καύσωνες και την ξηρασία στην Ευρώπη κοστίζει ήδη δισεκατομμύρια κάθε χρόνο. Το να συνεχίζουμε να καίμε ορυκτά καύσιμα (έστω και αμερικανικό LNG) είναι οικονομική και περιβαλλοντική αυτοκτονία. Το να χτιστεί ένα νέο πυρηνικό εργοστάσιο στην Ευρώπη παίρνει πλέον 15-20 χρόνια και κοστίζει αστρονομικά ποσά (όπως φάνηκε από τα πρόσφατα έργα στη Γαλλία και τη Φινλανδία). Ακόμη και αν αφήσουμε κατά μέρος τις περιβαλλοντικές αντιρρήσεις, θα διαπιστώσουμε ότι δεν μας φτάνει ούτε ο χρόνος για να βασιστούμε εκεί. Τελικά, ένας κεντρικός αγωγός ή ένα πυρηνικό εργοστάσιο είναι εύκολοι στόχοι σε έναν πόλεμο ή σε ένα σαμποτάζ (όπως είδαμε στον Nord Stream). Αντίθετα, 5 εκατομμύρια στέγες με φωτοβολταϊκά, διάσπαρτα αιολικά πάρκα και τοπικές ενεργειακές κοινότητες δεν μπορούν να καταστραφούν με ένα χτύπημα. Αυτή είναι η πραγματική αμυντική θωράκιση.

Συμπέρασμα

Μια τέτοια προοπτική είναι ρεαλιστική μόνο αν η Ευρώπη αποφασίσει να λειτουργήσει ως Ομοσπονδία και όχι ως 27 διαφορετικά μαγαζιά.

Αν δημιουργηθεί ένα κοινό ευρωπαϊκό δίκτυο (όπου ο ήλιος του ευρωπαϊκού Νότου θα τροφοδοτεί τον χειμώνα του Βορρά και οι άνεμοι της Βόρειας Θάλασσας θα στηρίζουν τον Νότο), αν επενδύσουμε μαζικά στην εγχώρια ανακύκλωση μετάλλων και στην εξοικονόμηση ενέργειας, τότε ναι, είναι εφικτό.

Δεν είναι ζήτημα ουτοπίας, αλλά πολιτικής βούλησης. Αν η ΕΕ συνεχίσει να ξοδεύει τα λεφτά της σε επιδοτήσεις ορυκτών καυσίμων και σε σπασμωδικούς εξοπλισμούς χωρίς κοινή ευρωπαϊκή στρατηγική, τότε απλώς θα αγοράσει λίγο ακόμα χρόνο, παραμένοντας ο αδύναμος παίκτης του πλανήτη.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Για τη Σεζόν

Οι μποσταντζήδες του Γεντί Κουλέ