Γιάννης Μηλιός, Έθνος και ιμπεριαλισμός. Για την κριτική του σύγχρονου καπιταλισμού, εκδόσεις Εκτός Γραμμής, Αθήνα 2025
Το βιβλίο του Γιάννη Μηλιού αναφορικά με το έθνος και τον ιμπεριαλισμό είναι ιδιαίτερα επίκαιρο, αφού μόνο επειδή συνεχίζεται ο πόλεμος που ξεκίνησαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ κατά του Ιράν, αλλά και διότι το διεθνές περιβάλλον χαρακτηρίζεται από μια γενικότερη αστάθεια, που κάνει ακόμα και τις συζητήσεις για το ενδεχόμενο ενός Γ΄ Παγκοσμίου Πολέμου ανατριχιαστικά ρεαλιστικές. Αυτός ο πόλεμος, όπως και οι γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί εν γένει, ξαναφέρνει στο προσκήνιο την έννοια του ιμπεριαλισμού, η οποία από τη δεκαετία του ’90 είχε αντικατασταθεί από τα κλισέ για την παγκοσμιοποίηση. Η συζήτηση για τον ιμπεριαλισμό συνδυάζεται συχνά με εκείνη για το έθνος, με πιο πρόσφατη αφορμή τον ηρωικό αγώνα των Παλαιστίνιων. Το βιβλίο του Μηλιού σκιαγραφεί τις θεωρητικές βάσεις αυτής της συζήτησης, ανοίγοντας ένα ογκώδες εύρος ζητημάτων το καθένα από τα οποία θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο μελέτης από μόνο του. Η παρουσίαση που ακολουθεί περιορίζεται σε έναν επιγραμματικό σχολιασμό μερικών, μόνο, από αυτά.
Η αφετηρία μιας θεωρητικής προσέγγισης του έθνους δεν μπορεί παρά να αναμετρηθεί με το κλασσικό ερώτημα: πώς το ορίζουμε, αντικειμενικά ή υποκειμενικά; Στη μαρξιστική βιβλιογραφία ο αντικειμενικός ορισμός του έθνους έχει συνδεθεί με τα περίφημα κριτήρια του Στάλιν, από τα οποία έδινε προτεραιότητα στην κοινή γλώσσα ακολουθώντας τον Κάουτσκι. Ο Μηλιός αμφισβητεί αυτή τη θέση επισημαίνοντας εύστοχα ότι κατά την επανάσταση του 1821, εθνικά ελληνικοί πληθυσμοί που κατοικούσαν σε περιοχές όπως η Ύδρα, ο Πόρος και οι Σπέτσες ήταν αλβανόφωνοι. Από την άλλη πλευρά, ο συγγραφέας ασκεί κριτική και σε προσεγγίσεις όπως του Μπενεντίκτ Άντερσον (Φαντασιακές κοινότητες. Στοχασμοί για τις απαρχές και τη διάδοση του εθνικισμού) ο οποίος έδωσε έμφαση στο υποκειμενικό στοιχείο του συνανήκειν που διαμόρφωσε ο «καπιταλισμός της τυπογραφίας» αφήνοντας όμως αναπάντητο το ερώτημα πώς και γιατί αναπτύχθηκε αυτό το αίσθημα. Έτσι, ο Μηλιός ενστερνίζεται την ανάλυση του Χομπσμπάουμ στο Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, που αντιμετωπίζει το έθνος ως παράγωγο του εθνικισμού, όπως αυτός έγινε αντιληπτός από τα τέλη του 18ου αιώνα και μετά, και άρα ως συνώνυμο της πολιτικοποίησης των μαζών που εισβάλλουν στην Ιστορία από τη Γαλλική Επανάσταση και μετά.
Σε αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί ότι, όπως και σε προηγούμενο βιβλίο του (Βενετία: Μία συνάντηση που στέριωσε απρόβλεπτα. Πραγματεία για τον καπιταλισμό και τη διαδικασία γένεσής του), ο Μηλιός υποστηρίζει ότι η Αγγλική και η Γαλλική Επανάσταση έλαβαν χώρα πολύ μετά την κυριαρχία του καπιταλισμού. Για τον Μηλιό, αυτές οι επαναστάσεις δεν έφεραν τον καπιταλισμό στην εξουσία, ήταν μαζικά κινήματα που κλόνισαν τους συσχετισμούς δύναμης μεταξύ των τάξεων και αναδιαμόρφωσαν την ισορροπία μεταξύ τους. Αυτή η εκτίμηση συνδέεται με τη θέση του για εδραίωση των καπιταλιστικών σχέσεων, ήδη από τη Βενετία της Αναγέννησης και τον 16ο αιώνα. Δεν είναι όμως πολύ πειστική, αφού, παρά την πρωτοφανή ανάπτυξη του εμπορίου μεγάλων αποστάσεων, όσο ο καπιταλισμός δεν κατακτούσε την παραγωγή, ήταν αναγκασμένος να συνυπάρχει με τη φεουδαρχία. Με άλλα λόγια, εκείνη την περίοδο έχουμε την «είσοδο στην καπιταλιστική εποχή», όπως έγραψε χαρακτηριστικά ο Μαρξ, όχι για την εδραίωσή της.
Αναφορικά με τις αστικές επαναστάσεις, η επιχειρηματολογία του Μηλιού δείχνει στιβαρή απέναντι σε σχηματοποιήσεις με βάση τις οποίες στην Αγγλία του 1640 υπήρχε φεουδαρχία ενώ το 1660 υπήρχε καπιταλισμός. Υποτιμά όμως το γεγονός ότι η νέα μορφή κράτους μετά την αγγλική επανάσταση είχε ένα διαφορετικό περιεχόμενο από την παλιά. Όπως έχει επισημάνει ο Κρίστοφερ Χιλ, η Αγγλία ήταν πλέον ένα κράτος από το οποίο είχαν καταργηθεί οι θεσμοί που εμπόδιζαν περισσότερο την καπιταλιστική ανάπτυξη (πχ τα παλαιού τύπου δικαστήρια, οι φεουδαλικές υποχρεώσεις κλπ), είχε ενισχυθεί με ένα πανίσχυρο ναυτικό και το Κοινοβούλιο κυριαρχούνταν από ανθρώπους της ιδιοκτησίας. Αυτή η συζήτηση συνδέεται με μια άλλη θέση του Μηλιού, που αντιμετωπίζει το απολυταρχικό κράτος ως αστικό κράτος. Είναι ιδιαίτερα προκλητική (και με τις δύο έννοιες στα αγγλικά, challenging και provocative) η θέση του ότι για αυτόν τον λόγο πρέπει να αποδώσουμε τον τίτλο του ιμπεριαλισμού και στην εποχή της αποικιοκρατικής εξάπλωσης και των πολέμων μεταξύ των αποικιακών δυνάμεων από τον 16ο ως τον 18ο αιώνα. Ωστόσο, η προσέγγιση του απολυταρχικού κράτους ως αστικού κράτους δεν ερμηνεύει γιατί τον 17ο και 18ο αιώνα κυριάρχησαν στην παγκόσμια οικονομία η Ολλανδία και η Αγγλία (που δεν ήταν απολυταρχικές) και όχι η Γαλλία. Όπως έχει δείξει ο Πέρυ Άντερσον, οι απόλυτες μοναρχίες μπορεί κατά καιρούς να ευνοούσαν το εμπόριο και τη βιοτεχνία, όμως μπορούσαν και να τα ελέγξουν για τους δικούς σκοπούς, ιδίως τους στρατιωτικούς. Ίσως πιο σημαντικό είναι το γεγονός ότι μέχρι τις αστικές επαναστάσεις δεν είχε ξεπεραστεί ακόμα το «σημείο μη επιστροφής» της οριστικής μετάβασης στον καπιταλισμό, στοιχείο κρίσιμο αν συνυπολογιστεί ότι μέχρι τότε είχαν υπάρξει χώρες που έφτασαν στο «κατώφλι» του καπιταλισμού, όπως η Κίνα, αλλά η εξέλιξη μπλοκαρίστηκε από τις παλιές κυρίαρχες τάξεις.
Από εκεί και πέρα, ο Μηλιός ασκεί εύλογη κριτική στις υπεριστορικές θεωρίες κάθε έθνους που το αντιμετωπίζουν ως μια ενότητα που έχει πίσω της μια ιστορία πολλών αιώνων ή, στην ελληνική περίπτωση, τριών χιλιετιών. Για τον συγγραφέα, σε κάθε έθνος ενυπάρχει μια «τάση ελευθερίας», που συνυπάρχει με μια «τάση ολοκληρωτισμού». Δεν πρόκειται για το σχήμα «προοδευτικός εθνικισμός κατά των Αυτοκρατοριών τον 19ου αιώνα» vs «αντιδραστικός εθνικισμός της ιμπεριαλιστικής εποχής τον 20ο αιώνα», ούτε ακριβώς για αντιπαραβολή ανάμεσα στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα και τον επεκτατικό εθνικισμό. Ο Μηλιός θυμίζει ότι η επανάσταση του 1821 συνάρθρωνε αυτήν την «τάση ελευθερίας» όπως φαίνεται στις επαναστατικές διακηρύξεις του Ιασίου ή της Επιδαύρου, με την «τάση ολοκληρωτισμού» που εκδηλώθηκε πχ με τη σφαγή χιλιάδων γυναικόπαιδων κατά την άλωση της Τριπολιτσάς. Κάτι αντίστοιχο θα μπορούσε να ειπωθεί και για το τουρκικό έθνος την περίοδο 1918-1922, όταν το κίνημα του Κεμάλ ενσάρκωνε από τη μια πλευρά τον αγώνα του τουρκικού λαού ενάντια στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που διαμέλιζαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία, την ίδια στιγμή που προέβαινε σε μαζική σφαγή των Ποντίων και των Αρμενίων. Το έθνος, από αυτήν την άποψη, μοιάζει με Ιανό και είναι αδύνατο να διαχωριστεί η μια του όψη από την άλλη.
Από αυτήν τη σκοπιά αντιμετωπίζει ο Μηλιός και τις μαρξιστικές προσεγγίσεις για την αυτοδιάθεση των εθνών, που είχαν βεβαίως τις δικές τους διαφοροποιήσεις. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αντιπαράθεση ανάμεσα στον Λένιν και τη Ρόζα Λούξεμπουργκ κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Ρόζα επικαλούνταν τη σύνδεση μεταξύ της ανάπτυξης του καπιταλισμού και της ανάπτυξης του εθνικού κράτους για να αποκηρύξει τα εθνικά κινήματα ως «ουτοπικά» ή «αντιδραστικά». Ο Λένιν επέκρινε αυτήν τη θέση διότι ανήγαγε την πολιτική σε μηχανιστικό αποτέλεσμα της οικονομίας και υποστήριζε το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των εθνών. Η αναγνώριση αυτού του δικαιώματος αφενός ήταν απαραίτητη ώστε οι εργάτες του έθνους που καταπιέζει να σφυρηλατήσουν δεσμούς ταξικής ενότητας με τους εργάτες του καταπιεσμένου έθνους και αφετέρου αδυνάτιζε τον ιμπεριαλισμό. Σε κάθε περίπτωση, όμως, δεν πρέπει να λησμονείται ότι αυτή η διαφωνία εκφράστηκε στο εσωτερικό της διεθνιστικής πτέρυγας της αριστεράς, η οποία βρισκόταν από κοινού σε σύγκρουση με τις ηγεσίες των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων που υποστήριξαν τις κυβερνήσεις των κρατών τους.
Εκείνη την περίοδο αναπτύχθηκε και η προβληματική για τον ιμπεριαλισμό. Για τον Μηλιό, ιμπεριαλισμός είναι η εγγενής τάση των συνολικών κεφαλαίων και κρατών να επεκτείνουν τον χώρο επιρροής ή και της επικράτειάς τους, ενώ κρίσιμη είναι και η πρόσληψη της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας ως μιας αντιφατικής και ανισοβαρούς συνάρθρωσης διαφορετικών κοινωνικών σχηματισμών στο διεθνές πεδίο. Βασική διαφορά της προσέγγισής του με τις περισσότερες από τις θεωρίες που σχολιάζει είναι η πεποίθησή του ότι η ύπαρξη της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας προϋποθέτει την αντιστοιχία ανάμεσα στο κεφάλαιο και στο κράτος. Τούτο σημαίνει ότι η θέση ισχύος κάθε κράτους και τα περιθώρια ιμπεριαλιστικής του δράσης καθορίζονται από το σύνολο των εσωτερικών ταξικών συσχετισμών, που με τη σειρά τους είναι ήδη επικαθορισμένοι από τη διεθνή συγκυρία. Όπως γράφει χαρακτηριστικά, οι ανταγωνισμοί αφορούν διαφορετικά εθνικά συνολικά κεφάλαια. Από εκεί και πέρα, οι άνισοι κρίκοι της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας μοιράζονται ως στρατηγικό συμφέρον την αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος εξουσίας. Ο Μηλιός θεωρεί ότι όπως η κοινωνία δεν είναι άθροισμα ατομικών πρακτικών, έτσι και η ιμπεριαλιστική αλυσίδα δεν είναι άθροισμα κρατών αλλά το πεδίο διευρυμένης αναπαραγωγής της καπιταλιστικής εξουσίας. Σε αυτό το πλαίσιο, υποστηρίζει ότι το εθνικό συμφέρον των καπιταλιστικών υπερδυνάμεων ενσωματώνει καθήκοντα κρίσιμα για την αναπαραγωγή της παγκόσμιας τάξης. Έτσι, τονίζει ότι οι ΗΠΑ είναι μια διεθνής δύναμη απαραίτητη για τη διευρυμένη αναπαραγωγή των συμφερόντων των αστικών τάξεων του δυτικού καπιταλισμού.
Ο Μηλιός αναδεικνύει εύστοχα τις αδυναμίες του Χόμπσον που υποστήριζε ότι το ελεύθερο εμπόριο είναι ο πιο επικερδής δρόμος για την πλειοψηφία των καπιταλιστών, του Κάουτσκι που επέμενε εν μέσω του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ότι «κάθε διορατικός καπιταλιστής θα έπρεπε να φωνάξει στους συναδέλφους του, Καπιταλιστές όλου του κόσμου ενωθείτε», αλλά και των σύγχρονων αναλύσεων περί Αυτοκρατορίας. Επίσης, η κριτική του στις θεωρίες της εξάρτησης (Μπάραν, Σουήζυ, Γκύντερ Φρανκ, Αργύρη Εμμανουήλ κ.α.) είναι πειστική στον βαθμό που επισημαίνει τις αδυναμίες αναλύσεων οι οποίες πίστευαν ότι οι χώρες του Τρίτου Κόσμου είχαν χάσει κάθε δυνατότητα να χαράξουν μια ανεξάρτητη πορεία συσσώρευσης κεφαλαίου. Πραγματικά, χώρες όπως η Βραζιλία και η Ινδία προχώρησαν στον δρόμο της ανεξάρτητης οικονομικής ανάπτυξης, με τεράστιο κόστος για την εργατική τάξη αυτών των χωρών βέβαια, και μετά άνοιξαν ξανά τις οικονομίες τους στο ξένο κεφάλαιο. Αντίστοιχα, ο Μηλιός δεν έχει άδικο όταν επισημαίνει ότι ο άμεσος παράγοντας εκμετάλλευσης, όχι μόνο στις αναπτυγμένες αλλά σε όλες τις χώρες, είναι το εθνικό κράτος. Το γεγονός ότι στις μικρότερες από αυτές ή στις πρώην αποικίες, η ντόπια αστική τάξη συνεργάζεται συνήθως με κάποια ιμπεριαλιστική δύναμη γίνεται για τα συμφέροντά της, όχι επειδή «ξέχασε» ότι έχει κάποιο κοινό εθνικό συμφέρον με αυτούς που εκμεταλλεύεται.
Από εκεί και πέρα, άλλα σημεία του βιβλίου είναι λιγότερο πειστικά, όπως η προσέγγιση για τον ιμπεριαλισμό ως ανταγωνισμό ανάμεσα σε διαφορετικά εθνικά συνολικά κεφάλαια, εφόσον δεν εξηγεί για ποιο λόγο υπάρχουν αναντιστοιχίες μεταξύ οικονομικής, στρατιωτικής και γεωπολιτικής ισχύος σε πολλές χώρες. Η Ρωσία στρατιωτικά είναι υπερδύναμη αλλά οικονομικά βρίσκεται πίσω από πολλές άλλες χώρες, ενώ στην περίπτωση της Γερμανίας συμβαίνει το αντίστροφο. Αντίστοιχα, όταν ο Μηλιός υποστηρίζει ότι οι ΗΠΑ διασφαλίζουν τη διευρυμένη αναπαραγωγή των αστικών τάξεων του δυτικού καπιταλισμού δεν προκύπτει ποια θέση επιφυλάσσεται για τις χώρες που δεν συμμετέχουν στη δυτική συμμαχία, την Κίνα, τη Ρωσία, τις χώρες των BRICS κλπ. Ούτε είναι σαφές με ποιον τρόπο οι ΗΠΑ μεριμνούν, ως καπιταλιστική υπερδύναμη, για την αναπαραγωγή της παγκόσμιας τάξης εφόσον ηγούνται ενός από τους ανταγωνιστικούς πόλους της. Επιπλέον, η απόλυτη ταύτιση του κράτους με το κεφάλαιο και η μη αναγνώριση μιας σχετικής αυτονομίας δεν εξηγεί φαινόμενα στα οποία τα κράτη κινούνται αυτοτελώς είτε στο εσωτερικό τους πχ κάνοντας εκτεταμένες κρατικοποιήσεις ακόμα και ενάντια στις αντιδράσεις ισχυρών καπιταλιστών, είτε στη διεθνή σκακιέρα. Με αυτήν την αφορμή, αξίζει να σημειωθεί ότι ο Μηλιός καταλογίζει στον Καλλίνικος «μεθοδολογικό ιστορικισμό», ενώ το γεγονός ότι, σε ορισμένα σημεία, φαίνεται να υποτιμά τη σημασία της εμπειρικής – ιστορικής επαλήθευσης της θεωρητικής ανάλυσης αποτελεί αδυναμία μάλλον του δικού του έργου.
Σε κάθε περίπτωση, το βιβλίο, με όλες τις ενστάσεις και αντιρρήσεις που μπορεί να έχει κανείς, περιέχει έναν τεράστιο θεωρητικό πλούτο που φανερώνει την ευρυμάθεια του συγγραφέα και τροφοδοτεί τη σχετική συζήτηση. Επίσης, είχε την τύχη οι εκδόσεις Εκτός Γραμμής να του δώσουν την προσοχή που του άξιζε, με αποτέλεσμα η έκδοση να είναι καλαίσθητη και άρτια επιμελημένη. Γενικότερα, η Αριστερά έχει πολλά να ωφεληθεί αντλώντας από αυτήν τη συζήτηση συμπεράσματα για τα καθήκοντά της. Τόσο για τη στήριξη των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων, όπως της Παλαιστίνης, όσο και για την πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τα μέτωπα που ανοίγει, από τη Βενεζουέλα ως το Ιράν. Αυτή η μάχη, στη χώρα μας, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον αγώνα ενάντια στη συμμετοχή της Ελλάδας στους πολέμους του ΝΑΤΟ, στην αντιδραστική στρατηγική συμμαχία με το Ισραήλ, στις βάσεις, τους εξοπλισμούς, την προετοιμασία για «ευρωπαϊκά φέρετρα». Από αυτή τη σκοπιά, η οικοδόμηση ενός μαζικού αντιπολεμικού κινήματος είναι η μεγαλύτερη ανάγκη της εποχής μας.
*Το κείμενο αποτελεί επιμελημένη και διορθωμένη εκδοχή της εισήγησης του γράφοντος στην παρουσίαση του βιβλίου του Γιάννη Μηλιού, Έθνος και ιμπεριαλισμός. Για την κριτική του σύγχρονου καπιταλισμού (εκδόσεις Εκτός Γραμμής, Αθήνα 2025), που πραγματοποιήθηκε στις 7 Απριλίου 2026 στο Café Manifesto στη Θεσσαλονίκη με τη στήριξη των εκδόσεων Εκτός Γραμμής και του συνεργατικού βιβλιοπωλείου «Ακυβέρνητες Πολιτείες». Συνεισηγητής ήταν ο Χρήστος Λάσκος τον οποίο ευχαριστώ και από εδώ για τον διάλογο και τις παρατηρήσεις του.


