Το βιβλίο «Ακροναυπλία: Θρύλος και Πραγματικότητα» του Γιάννη Μανούσακα, επανεκδόθηκε το 2025 από τις εκδόσεις «Ραδάμανθυς», δεκαετίες μετά την πρώτη του έκδοση το 1975. Θεωρείται μια ιδιαίτερα σημαντική πηγή για την κατανόηση της περιόδου 1939-1945, των διώξεων των κομμουνιστών και των αγωνιστών της Αριστεράς ευρύτερα, για τις πολιτικές αντιθέσεις, για τα στρατόπεδα και τους τόπους εγκλεισμού, θεματική που αναπτύσσεται και συνεχώς εμπλουτίζεται τις τελευταίες δεκαετίες στην ελληνική ιστοριογραφία1.
Διακρίνεται σε έξι ενότητες. Η αφήγηση ξεκινά από την Ειδική Ασφάλεια στην Αθήνα τον Φεβρουάριο του 1939, όπου οδηγήθηκε ο Μανούσακας μετά τη σύλληψή του, και συνεχίζει με τον εγκλεισμό στα στρατόπεδα της Ακροναυπλίας, της Κατούνας, της Βόνιτσας και του Λαζαρέτου. Κλείνει με την απελευθέρωση στην Κέρκυρα και στη συνέχεια στην Αλβανία. Η γραφή του Γιάννη Μανούσακα κινείται ανάμεσα στην αυτοβιογραφία, το χρονικό και τα απομνημονεύματα με μία πηγαία ρέουσα γραφή2 . Δεν περιορίζεται στην καταγραφή γεγονότων, διεισδύει στους ανθρώπινους χαρακτήρες, αναλύει τις πολιτικές αντιφάσεις, τη συλλογική οργάνωση, την πίστη των ανθρώπων αυτών στον αγώνα για έναν καλύτερο κόσμο.
Για την Ειδική Ασφάλεια και τα βασανιστήρια στα οποία υποβλήθηκε για να υπογράψει δήλωση χωρίς αποτέλεσμα, γράφει ο Γιάννης Μανούσακας: «Η τέχνη και η ταχτική των ανακριτών, που οι μισοί απ’ αυτούς, όπως έλεγαν οι κρατούμενοι και όπως κοκορεύοντανε κι αυτοί οι ίδιοι, είχαν «σπουδάσει» στη χιτλερική Γερμανία, ήτανε να πονάει όσο πιο πολύ ο ανακρινόμενος, να του περονιάζει το μυαλό ο πόνος, μα να μην πεθαίνει ούτε να εξαντλείται πολύ, γιατί τότε σταματούσαν οι ανακρίσεις. Για το λόγο αυτό είχε σταματήσει το καθεστώς να καθίζει τα θύματα στον πάγο ή να τα ποτίζει ρετσινόλαδο. Γιατί πάθαιναν δυσεντερία απ΄ το λάδι και πνευμονία απ’ τον πάγο. Του έστελναν τότες στους γιατρούς και στα νοσοκομεία, σταματούσαν οι ανακρίσειςˑ κι εξάλλου, ερχόνταν σε επαφή με κόσμο οι κρατούμενοι, πράμα που δεν ήθελε η δικτατορία, γιατί ποτές βέβαια δεν παραδέχτηκε ότι βασανίζει ανθρώπους και ότι είναι φασιστικό το καθεστώς. Για τους ίδιους λόγους πρόσεχε να μη σκοτώνει, να μη σπάει κόκαλα (χέρια, ποδάρια), να μην βγάζει δόντια. Ακόμη, πρόσεχε να μην τρελαίνουν ολότελα τα θύματα. Έτσι εφαρμόζανε τα πολύμηνα βασανιστήρια στο κορμί, την ψυχική κούραση και το σβήσιμο της προσωπικότητας του αντιφασίστα, ώσπου να τον αναγκάσουν να υποκύψει, να παραδεχτεί τις κατηγορίες -τις αληθινές και τις ψεύτικες- να υποταχτεί στο φασιστικό καθεστώς, αποκηρύσσοντας τη δημοκρατία και τον κομμουνισμό. Λεγότανε πως για όλα τούτα είχε δώσει εντολή και επέβλεπε με τους ανθρώπους του ο βασιλιάς, γιατί επειδής καθότανε αυτός και θα καθόντανε και απόγονοι του μόνιμα, όπως λογαριάζανε στην καμπούρα των Ελλήνων, δεν ήθελε να πληθαίνει τους εχθρούς της δυναστείας και να χωρίζεται με αίμα, κάνοντας φανατικούς εχθρούς – είχε που είχε ενάντιά του κοντά όλο το έθνος»3.
Οι συνθήκες στην Ειδική Ασφάλεια ήταν τόσο άσχημες, που η μεταφορά στην Ακροναυπλία έμοιαζε με απελευθέρωση! Το στρατόπεδο συγκέντρωσης της Ακροναυπλίας είχε «ανοίξει τις πύλες» του το Φλεβάρη του 1937. Ήταν το παλιό ενετικό φρούριο, το Ιτς Καλέ, που ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας I. Καποδίστριας το είχε μετατρέψει σε στρατώνα4.
«Έτσι γινήκανε τότες τα πράγματα στην Ειδική Ασφάλεια. Και να ’μαι τώρα. σπρωγμένος μέσα σ’ αυτό το τρίπατο σπίτι, την Ακροναυπλία, λεύτερος απ’ τα τόσα βάσανα του μπουντρουμιού και της «αίθουσας», τριγυρισμένος από ένα πλήθος γεροδεμένους, νέους και μεσόκοπους άντρες. «Καλώς ήρθες, σύντροφε!» μου λένε φιλικά.
Ξαφνιάζομαι, γιατί βλέπω ανθρώπους με ζωντάνια, υγεία, αμεριμνησία, άφταστο ηθικό. (…) Η πρώτη εντύπωσή μου ήταν ότι τούτοι δω είναι αυτοί που τους είπαν «ελεύθερους πολιορκημένους». Την ίδια εκείνη στιγμή σαν από ένστικτο τους ένιωσα ολότελα δικούς μου, τους αγάπησα και γίνηκα ένα μ’ αυτούς»5.
Από τις πρώτες κιόλας μέρες είχε συγκροτηθεί η Ομάδα Συμβίωσης των Κρατούμενων Ακροναυπλίας (ΟΣΚΑ), επικεφαλής της οποίας ήταν άλλοτε 7μελής και άλλοτε 9μελης επιτροπή, η οποία αναφέρεται στο κείμενο ως «Γραφείο». Αποτελούσε όργανο καθοδηγητικό και ήταν επιφορτισμένο με την οικονομική, μορφωτική και πολιτιστική ζωή των κρατουμένων. Η διοίκηση του στρατοπέδου αναγνώριζε αρχικά και δεχόταν ως εκπροσώπους των κρατουμένων μόνο τους επικεφαλής των θαλάμων. Οι θάλαμοι ήταν τέσσερις και οι θαλαμάρχες εκλέγονταν κάθε χρόνο. Για τη λειτουργία των θαλάμων σημειώνει ο συγγραφέας:
«…Στον καθένα από τους τέσσερις μεγάλους θαλάμους και στην απομόνωση, που εκεί είχανε καμιά τριανταριά γραμματιζούμενους, είχε οριστεί ένα θαλαμικό γραφείο, με υπεύθυνο για τη μόρφωση, υπεύθυνο της ψυχαγωγίας και θαλαμάρχη. Ο θαλαμάρχης ήταν η ψυχή του θαλάμου: Φρόντιζε για την τάξη και την ησυχία του θαλάμου τις ώρες του μαθήματος και της μελέτης κι εκανόνιζε πλήθος από μικροζητήματα στις σχέσεις των ανθρώπων εκεί μέσα…, φρόντιζε να μη γίνεται κάτι που θα μας έφερνε σε σύγκρουση με τη διεύθυνση…»6 .
Ο Μανούσακας αναφέρεται στις αντιθέσεις κομμουνιστών με αρχειομαρξιστές και τροτσκιστές, οι οποίοι όμως ήταν λίγοι στον αριθμό, αφηγείται την ομορφιά των μαθημάτων, ιστορία, νέα ελληνικά, κομματικά μαθήματα, μιλάει για την κοινωνική διαστρωμάτωση μέσα στην Ακροναυπλία, κυρίως εργάτες, αγρότες αλλά και διανοούμενοι.
Είναι πολύτιμη πηγή για την οργάνωση μέσα στη φυλακή αλλά και για τις κατηγορίες περί φραξιονισμού, π.χ. εναντίον των Σταύρου Γάκη και Θανάση Καπένη, μεσαίων καθοδηγητικών στελεχών οργανώσεων του ΚΚΕ. Οι Γάκης και Καπένης (μαζί με άλλους) διαφωνούσαν με τον Γιάννη Ιωαννίδη, ανώτερο καθοδηγητικό στέλεχος του ΚΚΕ, σχετικά με τα προβλήματα διαβίωσης στο στρατόπεδο. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, για αυτόν τον λόγο, τέθηκαν υπό διωγμό μέσα στο Στρατόπεδο και αποπέμφθηκαν από την Ομάδα Συμβίωσης. Στα χρονιά της Κατοχής συμμετείχαν στις αντιστασιακές οργανώσεις, συνελήφθησαν με διαταγή της ηγεσίας και εξοντώθηκαν, ο Στ. Γάκης στο Βόλο, ο Θ. Καπένης στην Αιτωλοακαρνανία. Αναφέρονται και οι δύο αγωνιστές στο «Πόρισμα της Επιτροπής Πρωτοβουλίας για την Αποκατάσταση της Μνήμης των Αγωνιστών της Αριστεράς που συκοφαντήθηκαν και εξοντώθηκαν από τμήμα της ηγεσίας της». Η Επιτροπή Πρωτοβουλίας είχε συγκροτηθεί τον Σεπτέμβριο του 1987 με πρωτοβουλία του Τάσου Βουρνά, ιστορικού συγγραφέα και δημοσιογράφου και του Βασίλη Νεφελούδη και με τη συμμετοχή των Κώστα Αναστασιάδη, δημοσιογράφου, Γιάννη Δαμασκόπουλου ανταρτοεπονίτη στα χρονιά της κατοχής, Μπάμπη Δρακόπουλου πρώην Γραμματέα του Κ.Κ.Ε. ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ, Γιώργου Ζαρογιάννη, Ταξίαρχου – Καπετάνιου του Ε.Λ.Α.Σ. και Γαβρίλη Λαμπάτου στελέχους της ΕΚΟΝ ΡΗΓΑΣ ΦΕΡΑΙΟΣ. Το πόρισμα δημοσιεύτηκε στις 17 Μαΐου 19887.
Ο Μανούσακας θέλει με την εξιστόρησή του να αναδείξει τα λάθη που έγιναν στο στρατόπεδο αλλά και στον αγώνα στη συνέχεια, νιώθει χρέος του να πει την αλήθεια, όπως επισημαίνει.
Ο συγγραφέας, με τη ματιά και τη γνώση πια της Μεταπολίτευσης έγραφε για το πώς αντιλαμβάνονταν οι έγκλειστοι το σύμφωνο Μολότωφ-Ρίμπεντροπ (23 Αυγούστου1939) μέσα στην Ακροναυπλία: «Είχαμε όμως την ατυχία οι καθοδηγητές μας να είναι οι πιο αμόρφωτοι και με δίχως το πνεύμα του στρατοπέδου μας. Ανίκανοι να κάνουν μια ανάλυση τι είναι στην ουσία του ο εθνικοσοσιαλισμός και τι ζητά να κάνει στον κόσμο ο κομμουνισμός; Ότι αυτά τα δύο, παρά το σύμφωνο μη επίθεσης και εμπορικών συναλλαγών που ήταν συμφωνίες ανάγκης, τα χώριζε μιαν άβυσσος και ότι αργά ή γρήγορα θα ’ρχόντανε σε σύγκρουση. Τα μέλη της καθοδήγησης δε διάβαζανˑ και αν διάβαζαν, δεν αφομοίωναν τίποτα. Έμεναν ανιστόρητοι, γιατί απορροφούσε όλη τη σκέψη τους η διατήρησή τους στην εξουσία. Εδώ τα είχανε καταφέρει μια χαρά. Είχαν στεριωθεί καλά»8 .
Ελληνοϊταλικός πόλεμος, ερχομός των Γερμανών, απεγνωσμένες προσπάθειες από τον Μανούσακα να πείσει τους καθοδηγητές να αποδράσουν. Η μη απόδραση των περίπου 600 πολιτικών κρατουμένων (στην πλειοψηφία τους κομμουνιστές) από την Ακροναυπλία τον Απρίλιο του 1941, κατά την κατάρρευση του μετώπου, αποτελεί ένα από τα πιο πολυσυζητημένα θέματα της ιστορίας του ΚΚΕ. Μαρτυρίες επιζώντων (Γιάννης Μανούσακας, Βασίλης Γιαννόγκωνας, Γεράσιμος Ποδαράς, Βασίλης Έξαρχος) αναφέρουν ότι υπήρξαν ευκαιρίες, αλλά η καθοδήγηση του Κόμματος δεν έδωσε εντολή9 .
Ωστόσο, η ιστορική έρευνα έχει αναδείξει τις δυσκολίες της περιόδου, την κρίση που περνούσε το ελληνικό Κομμουνιστικό Κόμμα (πλήρης διάβρωση των παράνομων δικτύων, «Προσωρινή Διοίκηση ΚΚΕ» της Ασφάλειας, δυσχέρεια στην επικοινωνία), τόσο λόγω της κρατικής καταστολής όσο και εξαιτίας της ευρύτερης κρίσης των δυτικοευρωπαϊκών Κομμουνστικών Κομμάτων (ασυνέχειες στον πολιτικό σχεδιασμό της Κομμουνιστικής Διεθνούς μετά το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο μη επίθεσης, δυσλειτουργίες λόγω της έκρηξης του πολέμου)10 . Το κείμενο του Γιάννη Μανούσακα είναι σημαντικό να ιδωθεί μέσα στις συγκεκριμένες συνθήκες της εποχής στην οποία αναφέρεται αλλά και σε αυτές γράφεται. Επιπλέον, είναι απαραίτητες οι συγκρίσεις και με άλλους τόπους εγκλεισμού όπου σημειώθηκαν αποδράσεις κομμουνιστών την ίδια περίοδο.11. Η στάση της κομματικής καθοδήγησης στην Ακροναυπλία12 ίσως να οφειλόταν στην προσπάθεια για τήρηση πειθαρχίας και στην αναμονή εντολών, στην προσδοκία για απελευθέρωση από το κράτος, στο φόβο για αντίποινα, σε εσφαλμένη εκτίμηση ή και σε ένα συνδυασμό των παραπάνω. Η μη απόδραση οδήγησε στην παράδοση των κρατουμένων από την ελληνική διοίκηση (η οποία είχε και την κύρια ευθύνη για αυτήν την εξέλιξη) στους Ιταλούς (και στη συνέχεια στους Γερμανούς) κατακτητές, με αποτέλεσμα την μεταφορά τους σε άλλα στρατόπεδα (Λάρισα, Τρίκαλα) και αργότερα την εκτέλεση πολλών εξ αυτών.
«Σηκωθείτε, σύντροφοι!… Τ’ αφεντικά του κόσμου ήρθανε!» φώναξε στους συντρόφους του ο Μανούσακας, όταν είδε τους Γερμανούς να έρχονται στην Ακροναυπλία. Νέα δεδομένα, ελλείψεις, πείνα, οργάνωση ξανά, μάχη της Κρήτης. Στο τρίτο κεφάλαιο, ο Μανούσακας αναφέρεται στην απελευθέρωση μιας ομάδας 27-28 κρατουμένων κομμουνιστών από τις φυλακές της Ακροναυπλίας τον Ιούνιο/Ιούλιο του 1941, οι οποίοι χαρακτηρίστηκαν ως «Σλαβομακεδόνες» (ή σλαβόφωνοι Μακεδόνες). Πρόκειται για στελέχη του ΚΚΕ, κυρίως σλαβόφωνους, αλλά όχι μόνο, που κατάγονταν από τη Μακεδονία και κρατούνταν στην Ακροναυπλία από τη μεταξική δικτατορία. Οι Βούλγαροι (ως σύμμαχοι του Άξονα) παρενέβησαν με τον πρέσβη τους ζητώντας την απελευθέρωση των σλαβόφωνων κρατουμένων, παρουσιάζοντάς τους ως «Βούλγαρους» ή «Σλαβομακεδόνες» που βρίσκονταν υπό τη δική τους «προστασία», με σκοπό να τους εντάξουν στη βουλγαρική προπαγάνδα στην κατεχόμενη Μακεδονία. Αν και απολύθηκαν με βουλγαρική παρέμβαση, οι περισσότεροι από αυτούς τους κομμουνιστές δεν συνεργάστηκαν με τις βουλγαρικές αρχές κατοχής, αλλά εντάχθηκαν στο ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, συνεχίζοντας την αντίσταση. Αρκετοί σκοτώθηκαν μαχόμενοι ή εκτελέστηκαν. Επρόκειτο για μια ευκαιρία απελευθέρωσης στην πραγματικότητα, την οποία αξιοποίησαν13 . Ο Μανούσακας επισημαίνει ότι αυτή η εξέλιξη ήταν αποτέλεσμα τη πρωτοβουλίας του γέροντα Νεδέλκου14, που είχε απελευθερωθεί λόγω της Γερμανίδας συζύγου του και πήγε στη Βουλγαρική πρεσβεία για να θίξει το ζήτημα και να βοηθήσει κάποιους συντρόφους του να απελευθερωθούν.
Οι μέρες περνούσαν με αφόρητη πείνα, με μαθήματα, με καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, με αγωνία, με δύναμη ψυχής. Ο Μανούσακας τον Δεκέμβρη του 1942 μεταφέρθηκε στην Κατούνα με άλλους 99 Ακροναυπλιώτες. Η Κατούνα βρίσκεται σχεδόν 246 χιλιόμετρα (152 μίλια) βορειοδυτικά της Αθήνας και σχεδόν 200 χιλιόμετρα (124 μίλια) βορειοδυτικά του Ναυπλίου. Το στρατόπεδο της Κατούνας στήθηκε σε ένα επιταχθέν σχολείο και η αυλή του, έκτασης περίπου 5.000 τετραγωνικών μέτρων (σχεδόν 53.820 τετραγωνικά πόδια), ήταν περικυκλωμένη από συρματόπλεγμα. Πριν οι Ιταλοί καταλάβουν την περιοχή, ο Ελληνικός Στρατός χρησιμοποίησε το στρατόπεδο για να κρατά Ιταλούς κρατούμενους κατά τη διάρκεια του ιταλο-ελληνικού πολέμου. Υπό ιταλική διοίκηση, στην Κατούνα κρατούνταν 200 πολιτικοί κρατούμενοι που μεταφέρθηκαν από το στρατόπεδο της Ακροναυπλίας. Είχαν μεταφερθεί με τρένο και ορισμένοι, ήδη εξαντλημένοι και άρρωστοι από την πείνα, άφησαν την τελευταία τους πνοή εκεί, όπως ο Αλέξανδρος Τούντας ή ο γιατρός Γιάννης Σιδερίδης, σύζυγος της Ηλέκτρας Αποστόλου15.
Τον Μάρτιο του 1943 ο Μανούσακας μεταφέρθηκε στη Βόνιτσα. Στις 20 Μαρτίου του 1943, η ιταλική διοίκηση του νομού αποφάσισε τη διάλυση του στρατοπέδου συγκέντρωσης στην Κατούνα. Οι κρατούμενοι μεταφέρθηκαν αρχικά σε ένα μικρό στρατόπεδο κοντά στη Βόνιτσα και μετέπειτα στις φυλακές της Κέρκυρας, στο Λαζαρέτο, όπου και κρατήθηκαν για το υπόλοιπο της περιόδου της Κατοχής. Οι Ιταλοί διέλυσαν το στρατόπεδο της Κατούνας, λόγω της έντασης των επιχειρήσεων του ΕΛΑΣ στην περιοχή16 .
Τον Σεπτέμβριο του 1943 με τη συνθηκολόγηση των Ιταλών, απελευθερώθηκαν οι ακροναυπλιώτες του Λαζαρέτου, παρά την αντίθετη γνώμη της τοπικής κερκυραϊκής ελίτ και ύστερα από παλλαϊκά συλλαλητήρια στην Κέρκυρα. Δύο βενζινόπλοια με πληρώματα από μέλη του ΕΑΜ, παρέλαβε τους φυλακισμένους. Επιτέλους ήταν ελεύθεροι. Ο Γιάννης Μανούσακας έφυγε με άλλους συντρόφους στην Αλβανία για αναδιοργάνωση και στη συνέχεια πολέμησε στην Αντίσταση, στον Εμφύλιο ενώ ακολούθησαν φυλακές και παρανομία στα χρόνια της χούντας, όπου έγραψε τρία βιβλία.
Το βιβλίο του παραμένει μία εξαιρετική πηγή για τη δικτατορία Μεταξά και την Κατοχή, τον αντικομμουνισμό και τον εγκλεισμό, για το ΚΚΕ, για τα στρατόπεδα που υπήρχαν στον ελληνικό χώρο, για την εμβληματική φυλακή της Ακροναυπλίας, τον τρόπο ζωής και οργάνωσης εκεί, για την αντίσταση. Κυρίως όμως είναι ένα δυνατό κείμενο «για τα οράματα, τις αξίες, για το εσωτερικό νήμα που κίνησε έναν ολόκληρο λαό να αγωνιστεί για έναν διαλεχτό κόσμο»17.
Ας κλείσουμε με τα λόγια του ίδιου του Μανούσακα «Θυμάμαι πάντα και νιώθω περηφάνια για αυτούς τους ωραίους συντρόφους που έτσι σεμνά και αθόρυβα έδιναν τη ζωή τους και υπόμεναν με καρτερία κάθε κατατρεγμό. Δεν έβαψε τη γη μας το αίμα τους άσκοπα. (…) Για τη δημοκρατία, που δίχως αυτή, για τον εξελιγμένο άνθρωπο, δεν έχει νόημα η ζωή».
- Ενδεικτικά, Δήμητρα Λαμπροπούλου, Γράφοντας από τη Φυλακή. Όψεις της υποκειμενικότητας των πολιτικών κρατουμένων, 1947-1960, Νεφέλη, Αθήνα, 1999, Πολυμέρης Βόγλης, Η εμπειρία της φυλακής και της εξορίας, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2004. Διαμάντης Θεόφιλος, Η οργάνωση της ζωής στις πολιτικές φυλακές και στους τόπους εξορίας: Κοινωνικές και Οικονομικές διαστάσεις του πολιτικού εγκλεισμού κατά την περίοδο 1945-1967, διδ. διατριβή, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Ρόδος 2019 [↩]
- Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Κριτική στο περιοδικό Ηριδανός, τ. 3-4, 1975. Περιλαμβάνεται στην έκδοση που παρουσιάζεται εδώ Γιάννης Μανούσακας, Ακροναυπλία, Εκδόσεις Ραθάμανθυς, Χανιά 2025, σ 340-341. [↩]
- Μανούσακας, ό.π., σ. 34-35. [↩]
- Nikos Tzafleris, «Katouna», in Geoffrey Megargee (edit.), Encyclopedia of Camps & Ghettos 1933-1945, vol. III, United States Holocaust Museum, σ. 505-506. Χαράλαμπος Αντωνιάδης, «Στρατιωτικές φυλακές Ναυπλίου: Η άγνωστη φυλακή της πόλης», Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού,
https://argolikivivliothiki.gr/tag/%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B1%CF%85%CF%80%CE%BB%E1%BC%B0%CE%B1/ [↩]
- Μανούσακας, ό.π., σ. 87. [↩]
- Μανούσακας, ό.π., σ. 101-102. [↩]
- Πόρισμα της Επιτροπής Πρωτοβουλίας για την Αποκατάσταση της Μνήμης των Αγωνιστών της Αριστεράς που συκοφαντήθηκαν και εξοντώθηκαν από τμήμα της ηγεσίας της, Μαρξιστική Διαδικτυακή Βιβλιοθήκη.
https://www.marxists.org/ellinika/odmaaa/apokatastasi_170588.htm [↩]
- Μανούσακας, ό.π., σ. 140. [↩]
- Βασίλης Γιαννόγκωνας, Ακροναυπλία, εκδόσεις Δίφρος, Αθήνα 1963. Γεράσιμος Ποδαράς, «Η Ακροναυπλία και μερικές ιστορικές αλήθειες…», περιοδικό Αντί, τ. 79, 3 Σεπτεμβρίου 1977. Βασίλης Έξαρχος, «Μπορούσαμε να αποδράσουμε από την Ακροναυπλία», Αυγή, 2 και 3 Απρίλη 1980. [↩]
- Βλ. ενδεικτικά, Ιωάννα Παπαθανασίου, «Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας στην πρόκληση της Ιστορίας», στο Χρήστος Χατζηιωσήφ, Προκόπης Παπαστράτης (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα. Β’ π.π., Κατοχή, Αντίσταση 1940-1945, τ, Γ2, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, σ. 79-151. Επίσης, Κωστής Καρπόζηλος, Ελληνικός Κομμουνισμός. Μια διεθνική ιστορία (1912-1974), Αντίποδες, Αθήνα 2024. [↩]
- Κώστας Μπίρκας, Με Την Ψυχή Στα Δόντια – Κατοχή – Ανάφη, Μέλισσα, Αθήνα 1966. Αλέκος Ψηλορίτης, «Η Μάχη της Κρήτης», Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, 1965, για τη δραπέτευση κομμουνιστών από τη Φολέγανδρο και τη συμμετοχή τους στη μάχη της Κρήτης [↩]
- Μανούσακας, ό.π., σ. 159. [↩]
- Βλ. ενδεικτικά Ιωάννης Κολλιόπουλος, Η Μακεδονίας στη δίνη του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1986, Στράτος Ν. Δορδανάς, Αντίποινα των γερμανικών αρχών κατοχής στη Μακεδονία, 1941-1944, διδ. διατριβή ΑΠΘ, 2002, σ. 50-51. Αθανάσιος Καλλιανιώτης, Οι Πρόσφυγες στη Δυτική Μακεδονία (1941-1946), διδ. Διατριβή, ΑΠΘ, 2007, σ. 83-96 [↩]
- Πρόκειται για τον Δέλιο (ή Νεδέλκο) Παπανεδέλκο, σλαβόφωνο κομμουνιστή. Βλ. σχετικά Λεωνίδας Στρίγκος, «Ποιοι πολέμησαν και ποιοι ήταν οι συνεργάτες των κατακτητών», εφ. Ριζοσπάστης, 10 Νοεμβρίου 1981. Ιωάννης Κολιόπουλος, Λεηλασία Φρονημάτων, τ. Α’, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη, 1995, σ. 37. [↩]
- Σχετικά με την Κατούνα βλ. Nikos Tzafleris, «Katouna», in Geoffrey Megargee (edit.), Encyclopedia of Camps & Ghettos 1933-1945, vol. III, United States Holocaust Museum, σ. 518-519. [↩]
- Για τα στρατόπεδα του Λαζαρετου στην Κέρκυρα και της Βόνιτσας, βλ. Tzafleris, ό.π., σ. 513-514 και 525-526, αντίστοιχα. [↩]
- Αμπατζοπούλου, ό.π., σ. 341. [↩]


