in , ,

Ήταν ένα αγόρι πεσμένο στην άσφαλτο. Της Haidi Giuliani

μετάφραση: Καλλιόπη Ράπτη

Οι δύο πρώτες παράγραφοι αυτού του κειμένου της Χάιντι Τζουλιάνι ήταν αρκετές για να μας φέρουν δάκρυα στα μάτια. Γένοβα 2001, το κίνημα των κινημάτων, η Χάιντι και η Έλενα Τζουλιάνι κατοικούν στη μνήμη μας πολύ πριν από τη γέννηση του Comune. Το βιβλίο: Alimonda – Chi ha ucciso Carlo Giuliani? (Cronache ribelli), του Carlo A. Bachschmidt μας υποχρεώνει να δούμε τον Ιούλιο του 2001 ως ένα τραύμα που δεν επουλώθηκε ποτέ. Η επούλωση αυτού και άλλων τραυμάτων είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για τη δημιουργία ενός διαφορετικού κόσμου σήμερα. Όπως θυμάται η Χάιντι στον πρόλογο, οι Μητέρες της Πλατείας Μάγιο στην Αργεντινή δίδαξαν στον κόσμο να κοινωνικοποιεί τον πόνο. Πολλοί και πολλές έχουν κάνει δικό τους αυτό το μάθημα χάρη σε αυτήν. Ανακάλυψαν, επίσης, ότι είναι δυνατόν να μετατρέψουμε μια άβυσσο πένθους στην ανεξάντλητη ενέργεια ενός επίμονου αγώνα γεμάτου τρυφερότητα και οργή.

Είχα βγει στη σύνταξη τον Σεπτέμβριο. Δεν με πείραζε να δουλεύω με τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια. Αντιθέτως, λυπόμουν που δεν μπορούσα να διδάξω με τον τρόπο που θεωρούσα σωστό. Όπως δουλεύαμε τα χρόνια που φαινόταν δυνατό να χτίσουμε έναν διαφορετικό κόσμο. Έτσι συνταξιοδοτήθηκα, εξαιτίας της θλίψης, έλεγα. «Τώρα θα μπορείς να ταξιδεύεις», με παρηγορούσαν οι φίλες μου. Ανέβηκα πρώτη φορά σε αεροπλάνο για να συναντήσω ένα από τα αδέλφια μου στην Κεντρική Αμερική. Τη δεύτερη φορά πήγα στη Σενεγάλη, χωρίς εφημερίδες ή τηλεόραση, για να γνωρίσω το περιβάλλον, να μοιραστώ τις ζωές των παιδιών που έφευγαν από τη θάλασσα για να γίνουν “vu’ cumprà” [ΣτΜ,Προέρχεται από την παραφθορά της ιταλικής ερώτησης: vuoi comprare? – θέλεις να αγοράσεις; Χρησιμοποιείται για να περιγράψει τους πλανόδιους μικροπωλητές, συνήθως μετανάστες, υποτιμητικά]. Για να «κάνουν δουλειές», όπως έλεγαν τα ίδια. Είχα γυρίσει πριν μια βδομάδα. Άκουγα να μιλάνε για επιθέσεις στην «κόκκινη ζώνη», μολυσμένο αίμα, κροτίδες … Δεν καταλάβαινα. Μετά την «έφοδο στον ουρανό», οι διαδηλώσεις στις οποίες συμμετείχα, για σχεδόν είκοσι χρόνια, ήταν ουσιαστικά ευχάριστοι περίπατοι με συντρόφισσες και συντρόφους. Η κόρη μου ήταν υπάλληλος στο Μιλάνο, ο γιος μου μού είχε πει στο δείπνο: «Αύριο είναι η  συναυλία του Manu Chao».

Έφτασε η 20ή Ιουλίου. Το απόγευμα, ήρθε σπίτι ο Τζουλιάνο και κάθισε στο σαλόνι να δει τηλεόραση. Εγώ ήμουν απασχολημένη στον κήπο, που τον είχα παραμελήσει για πολύ καιρό. Υπήρχε ένας συνεχής θόρυβος από ελικόπτερα. Πού και πού, σήκωνα τα μάτια για να κοιτάξω τον μαύρο καπνό που λέρωνε την πόλη κάτω, προς τη θάλασσα. «Μοιάζει σαν να είμαστε σε πόλεμο», απάντησα στον άλλο μου αδερφό, που μου τηλεφώνησε  ανήσυχος από τη Μόντσα. Αυτός τον πόλεμο τον θυμόταν καλά. Με τα χέρια μου γεμάτα χώμα, μπήκα στο σπίτι. Έριξα μια ματιά στην οθόνη της τηλεόρασης. Υπήρχε ένα αγόρι πεσμένο στην άσφαλτο. Πήγα να πλυθώ.

«Η άβυσσος», έγραψε ένας φίλος μου. Δεν θα μπορούσα να το εξηγήσω καλύτερα. Από εκείνο το βράδυ, όλα έπεσαν σε μια μαύρη τρύπα, σε εκείνη την άβυσσο. Η πολιτική, το σχολείο, ο γάμος … όλες οι αποτυχίες μου δεν είχαν πλέον σημασία. Καταλάβαινα μόνο ότι δεν μπορούσα να προστατεύσω την κόρη μου από το βασανιστήριο. Ότι πνιγόμουν. Αμέσως, ξεκίνησε το πανδαιμόνιο με την αστυνομία, τους δικηγόρους, τους δημοσιογράφους … Δεν ήταν εύκολες μέρες.

Δεν ήταν εύκολη η συζήτηση στο αστυνομικό τμήμα. Ένας άγνωστος δικαστής με εμπόδιζε να κρατήσω τον γιο μου στην αγκαλιά μου. Δεν ήταν εύκολο να δωροδοκήσω τον φύλακα του νεκροτομείου για να τον δω μέσα από μια χαραμάδα για λίγα δευτερόλεπτα. Πνιγόμουν. Μετά με πήγαν σε εκείνη την πλατεία. Υπήρχαν πολλοί νέοι. Ήταν οι φίλοι του. Όχι όλοι. Συγκεκριμένα, υπήρχαν εκείνοι που δεν είχα γνωρίσει ποτέ πριν, εκείνοι που συνδέονταν με την πρόσφατη ζωή του. Υπήρχε πριονίδι που κάλυπτε το αίμα και λουλούδια που κάλυπταν το πριονίδι. Κάθισα σε ένα τοιχίο και έμεινα εκεί.

Λίγο καιρό αργότερα, η Έλενα έπρεπε να επιστρέψει στη δουλειά της και έφυγε. Η Piazza Alimonda έγινε το σπίτι μου. Εκτός από τους φίλους του Κάρλο, περνούσαν πολλοί άνθρωποι από εκεί, συχνά άγνωστοι. Ο καθένας μου διηγούνταν και κάτι διαφορετικό για όσα είχαν ζήσει. Τη ζέστη, τον φόβο, τα δακρυγόνα που έπεφταν ακόμα και από τον ουρανό… Εγώ κοίταζα τον δρόμο. Tο αίμα είχε καλυφθεί με άσφαλτο, αλλά μπορούσες να καταλάβεις πού είχε πέσει ο Κάρλο. Σύγκρινα αυτό που έβλεπα μπροστά στα μάτια μου με τις δημοσιευμένες φωτογραφίες και τα σχόλια των δημοσιογράφων. Όχι, κάτι δεν μου κολλούσε.

Τη νύχτα έρχονταν οι μετανάστες. «Ο γιος σου καλός», μου έλεγαν δύο από αυτούς. Έρχονταν και κάποιοι τρελοί. Ένας από αυτούς εγκαταστάθηκε εκεί μαζί μου. Φρόντιζε τα λουλούδια, τις κάρτες και τα μικρά δώρα που κρέμονταν στην πύλη της εκκλησίας του Rimedio, και έφερνε καινούργια, που ποιος ξέρει από πού τα μάζευε. Είχε μια άσχημη πληγή, κακοραμμένη, που διέτρεχε το ένα του  χέρι. Μου επέτρεπε να την απολυμαίνω και να την επιδένω. Στο τέλος του καλοκαιριού θα ανακάλυπτα ότι η κατάστασή του ήταν μια μορφή παροδικής παραφροσύνης. Ανέκτησε τη διαύγειά του όταν, στη σελίδα μιας εφημερίδας, αναγνώρισε τον βασανιστή του, τον αστυνομικό που στο Bolzaneto του είχε ανοίξει τα δάχτυλα, σκίζοντας την παλάμη του.

Έπρεπε να βρω κι άλλες φωτογραφίες. Ήμουν σίγουρη ότι υπήρχαν, ειδικά επειδή εκείνη την εβδομάδα του Ιουλίου, είχε στηθεί το Κέντρο Μέσων Ενημέρωσης για να διαχειριστεί την πληθώρα των πληροφοριών και των φωτογραφιών που συλλέγονταν από ακτιβιστές των μέσων ενημέρωσης. Πολύ σημαντικός υπήρξε ο ρόλος του Indymedia και του Radio Gap. Αλλά πού να ψάξω; Έτσι έμαθα ότι στη Via San Luca, κάτω από τα γραφεία του Arci (Associazione Ricreativa Culturale Italiana) είχε συσταθεί το Νομικό Φόρουμ. Εν αναμονή της συνόδου κορυφής, δικηγόροι από όλη την Ιταλία, που συμμετείχαν στο Κοινωνικό Φόρουμ της Γένοβας, είχαν σχηματίσει μια ομάδα για να παρακολουθούν και να ελέγχουν την κατάσταση κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων. Για να συνδράμουν τους διαδηλωτές, συχνά ξένους, είχε συσταθεί μια Νομική Γραμματεία η οποία προσέφερε καθοδήγηση και συμβουλές.

Δεν θυμάμαι πότε συνάντησα για πρώτη φορά τον συγγραφέα αυτού του βιβλίου, πότε έμαθα ότι ήταν ο τεχνικός σύμβουλος του Νομικού Φόρουμ της Γένοβας, υπεύθυνος για την ανάλυση και την αρχειοθέτηση όλου του οπτικοακουστικού υλικού, που αφορούσε εκείνες τις ημέρες. Θυμάμαι ότι από τότε και μετά, και για δέκα ολόκληρα χρόνια, τον έβρισκα πάντα ανάμεσα σε εθελοντές και δικηγόρους, να συντονίζει τις δραστηριότητες που λάμβαναν χώρα σε εκείνες τις αίθουσες.

Το απόγευμα της 20ής Ιουλίου στην Alimonda ήταν παρόντες οκτώ φωτογράφοι και κινηματογραφιστές. Οκτώ φακοί θα μπορούσαν να είχαν απαθανατίσει τις τελευταίες στιγμές της ζωής του γιου μου. Χωρίς να υπολογίζω τις κάμερες -δεν υπήρχαν smartphones εκείνη την εποχή- των κατοίκων των οποίων τα παράθυρα έβλεπαν στην πλατεία. Έπρεπε να μιλήσω με αυτούς που είχαν τραβήξει τις φωτογραφίες, να βρω νέα στιγμιότυπα εκτός από αυτά που είχαν ήδη δημοσιευτεί. Με τις οδηγίες που είχα λάβει στη Via San Luca, άφησα την πλατεία και ξεκίνησα να τις αναζητήσω.

Στο μεταξύ, ο Bachschmidt και διάφοροι ακτιβιστές των μέσων ενημέρωσης άρχισαν να ταξινομούν τις μαρτυρίες, τις ηχογραφήσεις και τα άρθρα. Άρχισαν να βάζουν σε χρονολογική σειρά τον χείμαρρο των φωτογραφιών και των βίντεο που είχαν ξεφύγει από τον έλεγχο της αστυνομίας. Μερικοί φωτογράφοι και ένας σκηνοθέτης συνεργάστηκαν εξαρχής τόσο με τη Νομική Γραμματεία όσο και με εμάς, τα μέλη της οικογένειας…

Εντόπισα στη Ρώμη τους δύο που με ενδιέφεραν περισσότερο. Ο πρώτος είχε υποστεί κάταγμα στο χέρι και του είχαν σπάσει και τη μηχανή, ενώ προσπαθούσε να κινηματογραφήσει τον Κάρλο ξαπλωμένο στο έδαφος, περιτριγυρισμένο από αστυνομικούς, αλλά δεν είχε υποβάλει καταγγελία και «δεν ένιωθε ότι ήταν σε θέση» -ή τουλάχιστον έτσι μου είπε- να καταθέσει. Ο δεύτερος, ο οποίος είχε βρεθεί σε ένα πλεονεκτικό σημείο στα σκαλιά της εκκλησίας στην πλατεία, απάντησε ξερά: «Δεν έχω τίποτα να πω και τίποτα να δώσω».

Στο μεταξύ, ξεκίνησαν αμέσως οι έρευνες για την ταυτοποίηση των «βίαιων διαδηλωτών». Ταυτοποιήθηκαν σαράντα, συμπεριλαμβανομένων 23 ατόμων που συνελήφθησαν στις 4 Δεκεμβρίου. Η προκαταρκτική εξέταση πραγματοποιήθηκε ένα χρόνο αργότερα και η υπεράσπιση ζήτησε, ανεπιτυχώς, την τροποποίηση της κατηγορίας: «καταστροφή και λεηλασία», ένα έγκλημα που εισήχθη υπό το φασιστικό καθεστώς με τον διαβόητο Κώδικα Ρόκο του 1930, ο οποίος (ΣτΜ, με αρκετές τροποποιήσεις και καταργήσεις διατάξεων που αφορούσαν το φασιστικό καθεστώς, όπως η θανατική ποινή, που επανήλθε προσωρινά κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο), παραμένει σε ισχύ μέχρι σήμερα στην Ιταλία.

Στο μεταξύ, στις 11 Σεπτεμβρίου, οι δύο επιθέσεις αυτοκτονίας εναντίον των Δίδυμων Πύργων του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου στη Νέα Υόρκη προκάλεσαν σχεδόν τρεις χιλιάδες θύματα, πυροδότησαν τον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» εκ μέρους των ΗΠΑ, και οδήγησαν στη φρικτή σφαγή στο Αφγανιστάν και το Ιράκ. Τα «γεγονότα της G8» δεν έβρισκαν πλέον χώρο στα ιταλικά μέσα ενημέρωσης.

Στο μεταξύ, ένας εξάδελφος από το Λονδίνο άνοιξε την ιστοσελίδα «carlogiuliani.it». Το Radio Sherwood δημιούργησε, ανέπτυξε και συντήρησε για πολλά χρόνια την ιστοσελίδα «piazzacarlogiuliani.org». Η Έλενα, που διαχειρίζεται τον ιστότοπο, γράφει: «Μετά τη σύσταση της Επιτροπής, το Radio Sherwood μας χάρισε το domain και μας βοήθησε για μεγάλο χρονικό διάστημα να ενημερώνουμε τον ιστότοπο, ο οποίος συνέχισε να αναπτύσσεται, χάρη σε διάφορες γενναιόδωρες συνεισφορές, σε σημείο να διαθέτει τώρα εκδόσεις σε έξι ξένες γλώσσες. Με την πάροδο των χρόνων, οι πλατφόρμες και τα προγράμματα διαχείρισης άλλαξαν. Από μετακόμιση σε μετακόμιση, από τον ένα server στον άλλο, ο ιστότοπός μας έχασε τις εκδόσεις σε άλλες γλώσσες, άλλαξε τα γραφικά του, αλλά και το domain του… Σήμερα ευχαριστούμε τον Carlo Gubitosa για την υπομονή και τη γενναιοδωρία με τις οποίες μας υποστήριξε και μας συμβούλεψε, καθώς και για την αφοσίωση που επέδειξε για την υλοποίησή του. Ευχαριστούμε, επίσης,  και τον Πολιτιστικό Σύλλογο Altrinformazione που μας φιλοξενεί στους server του».

Αυτός ο ιστότοπος αφηγείται, ακόμα και μετά από 25 χρόνια, την ιστορία της επιτροπής που δημιούργησαν οι φίλοι και οι φίλες του γιου μου, στην οποία προστέθηκαν μια δασκάλα του, ένας καθηγητής του στο Λύκειο και εμείς, οι συγγενείς του. Δεν θα είναι πλέον μέλος του ο Edo, αγαπημένος του συμμαθητής από τα πρώτα σχολικά του χρόνια, τον οποίο μας στέρησε ένα ανεύρυσμα στις 2 Ιανουαρίου 2002. Το έμαθα, με ραγισμένη καρδιά, ενώ βρισκόμουν στο δεύτερο Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ του Πόρτο Αλέγκρε, ανάμεσα σε μια διάσκεψη και μια διαδήλωση.

Στο μεταξύ, δημιουργήθηκαν εκατό, περίπου, τοπικά κοινωνικά φόρουμ. Άρχισα να ταξιδεύω ασταμάτητα, από το βορρά στο νότο και έξω από τα σύνορα, για αρκετά χρόνια. Ταξίδευα για να αφηγηθώ τα «γεγονότα», ταξίδευα επίσης για να συγκεντρώσω οικονομική υποστήριξη. Στη Via San Luca, εργάζονταν εντατικά και υπήρχε ανάγκη για αλληλεγγύη. Ταξίδευα για να μάθω.

Για να μάθω, πήγα στη Felicia Impastato στο Cinisi, η οποία με πήρε από το χέρι και μου μίλησε για τον Peppino της. Στο Μιλάνο, βρήκα τη Lydia, τη μητέρα του Roberto Franceschi. Στο Μιλάνο συνάντησα τη Licia, τη σύζυγο του Pino Pinelli, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν πέρασα το αυστηρό της τεστ. Εκεί βρήκα τη Danila και τη Maria, τη μητέρα του Fausto Tinelli και την αδερφή του Lorenzo Iannucci. Εκεί συνάντησα τις Μητέρες του Leoncavallo (ιστορική φεμινιστική και αντιφασιστική ομάδα), και την Adele, τη μητέρα του Luca Rossi. Στην Πίζα, βρήκα τον Franco Serantini, τον «γιο του κανένα», και την Teresa Mattei, την παρτιτζιάνα Chicchi, τη Μητέρα του Συντάγματος,  το οποίο την μνημονεύει. Στην Μπρέσια, για να θυμηθούμε τους συναδέλφους και τις συναδέλφισσες που σκοτώθηκαν στην Piazza della Loggia. Δεν μπορεί να λείπει η 2 του Αυγούστου, στη Μπολόνια, επειδή για την φασιστική σφαγή στον σιδηροδρομικό σταθμό δεν έχει ακόμη αποκαλυφθεί όλη η αλήθεια. Εκεί, τον Μάρτιο, συνάντησα τους φίλους και τους συντρόφους του Francesco Lorusso, που πυροβολήθηκε πισώπλατα κοντά στο πανεπιστήμιό του. Το δικό μου Πανεπιστήμιό βρίσκεται στην Casa Cervi, και στη Reggio Emilia, με τους πέντε μάρτυρες του τραγουδιού που τραγουδούσα στα παιδιά μου όταν ήταν μικρά. Η Ρώμη μου χάρισε μια νέα, σπουδαία φίλη, από το βιβλιοπωλείο «Uscita». Όταν ήταν κορίτσι, ήταν φίλη της αδελφής μου Άννας. «Η μνήμη είναι αγώνας!» μου δίδαξε η Paola Staccioli μέσα από τα βιβλία της, ενώ πάλευε ενάντια στον καρκίνο. Γνώρισα την Carla Verbano, τη μητέρα του Valerio, την αδερφή του Piero Bruno, τους συντρόφους του Walter Rossi, ολόκληρη τη γειτονιά του Ciro Principessa …

Οι Μητέρες της Πλατείας ντε Μάγιο στην Αργεντινή με δίδαξαν αυτό: μπορούμε να κοινωνικοποιούμε τον πόνο. Η Hebe De Bonafini μου χάρισε το λευκό μαντήλι με τις λέξεις «Aparición con vida». Αγώνας ενάντια στην ατιμωρησία. Ποτέ ξανά. Το επαναλαμβάνουμε κι εμείς, στα συνέδρια, στις πλατείες, στις προκηρύξεις. Προσπάθησα, αφελώς, να φέρω κοντά όλα τα θύματα της κρατικής βίας, να δημιουργήσω ένα δίκτυο που να ενώνει επιτροπές και συλλόγους. Δεν τα κατάφερα.

Μετά από μια σειρά συναντήσεων – στο Μιλάνο, τη Γένοβα, τη Ρώμη και τη Μπολόνια – συμφωνήσαμε μόνο για έναν κοινό ιστότοπο. Έτσι, χάρη στη γενναιοδωρία και τη συνεχή αφοσίωση του Francesco «baro» Barilli (συγγραφέας και σεναριογράφος πολιτικών κόμικς), δημιουργήθηκε το Reti-Invisibili (Αόρατα-Δίκτυα), μια διαδικτυακή πύλη που στοχεύει να δώσει ορατότητα στις δραστηριότητές μας. Μια βάση δεδομένων μνήμης όπου θα καταχωρίζονται το προφίλ κάθε οργάνωσης, τα δικαστικά έγγραφα, οι φάκελοι και το χρονολόγιο των κυριότερων γεγονότων της μεταπολεμικής περιόδου, καθώς και τεχνικές και δημοσιογραφικές αναφορές. Ο Barilli γράφει: «Τι συνδέει τα θύματα των ιταλικών μαζικών δολοφονιών με εκείνα που δολοφονήθηκαν από τις δυνάμεις της τάξεως, τις νεοφασιστικές ομάδες και τις μαφιόζικες οργανώσεις; Είναι περιστατικά διαφορετικά μεταξύ τους, τα οποία όμως ενώνει μια ενιαία στρατηγική: η άρνηση της αλήθειας από τους κρατικούς μηχανισμούς, με συνέπεια τη συγκάλυψη, την απόκρυψη σημαντικών δικαστικών εγγράφων και την ουσιαστική αρχειοθέτηση όλων των εκκρεμών υποθέσεων. Χωρίς την εξακρίβωση της αλήθειας, οι συγγενείς των θυμάτων των μαζικών δολοφονιών και των δολοφονιών που διαπράχθηκαν ακόμη και από μεμονωμένους δράστες έχουν καταστεί αόρατοι, χρήσιμοι μόνο για τις επετείους και τις εορταστικές εκδηλώσεις με τις οποίες το κράτος απαλλάσσεται από τις ευθύνες του».

Στο μεταξύ, ένα άλλο δίκτυο καταλαμβάνει τα πρωτοσέλιδα ορισμένων εφημερίδων: μετά από μια εκτεταμένη έρευνα, οι ειδικές μονάδες των ROS (Ειδική Επιχειρησιακή Ομάδα των Καραμπινιέρων) και των GOM (Κινητή Επιχειρησιακή Ομάδα, μια ειδική μονάδα της Σωφρονιστικής Αστυνομίας) συνέλαβαν δεκαοκτώ ακτιβιστές του Rete del Sud Ribelle (Δίκτυο του Επαναστατικού Νότου», ενώ επέβαλαν κατ’ οίκον περιορισμό σε άλλους πέντε. Συνολικά, είναι σαράντα ένα τα άτομα που ερευνώνται στο πλαίσιο αυτής της υπόθεσης.

Ο Lorenzo Guadagnucci έγραψε το 2003: «Η έρευνα στην πόλη Κοζέντσα εναντίον της Rete del Sud Ribelle ήταν, μάλλον, το πιο ανησυχητικό σημάδι εκείνης της αυταρχικής οπισθοδρόμησης που χαρακτήρισε την Ιταλία μετά τη Γένοβα.

Τον Νοέμβριο του 2002, είκοσι αγωνιστές συνελήφθησαν (και μερικοί από αυτούς φυλακίστηκαν σε φυλακές υψίστης ασφαλείας κοντά σε μαφιόζους και τρομοκράτες) με βαρύτατες κατηγορίες, κυρίως σχετικές με άρθρα του ποινικού κώδικα φασιστικής προέλευσης, που εισήχθησαν τη δεκαετία του 1930, όπως η «ανατροπή της οικονομικής τάξεως που καθιέρωσε το Κράτος» […]. Το πιο σημαντικό στοιχείο της υπόθεσης είναι ότι οι συλληφθέντες δεν κατηγορούνταν για κανένα συγκεκριμένο γεγονός, εκτός από τη συμβολική κατάληψη ενός γραφείου προσωρινής απασχόλησης και την ενεργό συμμετοχή στις αντι-συνόδους κορυφής στη Νάπολη και τη Γένοβα το 2001. Μεταξύ των βασικών κατηγοριών υπήρχε, για ορισμένους,  και η κατηγορία της «ψυχικής συνενοχής» σε βίαιες πράξεις που διαπράχθηκαν από άλλους. Με λίγα λόγια, ένα βουνό κατηγοριών από τις οποίες ήταν σχεδόν αδύνατο να υπερασπιστεί κανείς τον εαυτό του. Αν η κατηγορία δεν αφορά συγκεκριμένα γεγονότα, πώς μπορείς να απαντήσεις; Τέλος, το 2008, εκδόθηκε για όλους τους 13 εναπομείναντες κατηγορούμενους μια αθωωτική απόφαση «επειδή το γεγονός δεν υφίστατο».

Ο ιστότοπος ProcessiG8 αναφέρει ότι η γραμματεία του Νομικού Φόρουμ της Γένοβας συντόνιζε εκατό,  περίπου, δικηγόρους που ασχολούνταν με την υπεράσπιση των διαδηλωτών που φυλακίζονταν άδικα, όσων είχαν υποστεί αστυνομική βαρβαρότητα, όσων δεν μπορούσαν να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους και ούτω καθεξής: «… Έτσι, συγκροτήθηκαν αρκετές ομάδες εργασίας για τα κύρια στάδια στα οποία διαρθρώθηκε η νομική συνδρομή: την προστασία των υπό έρευνα ατόμων, την έφοδο στο Σχολείο Diaz, τις βιαιοπραγίες που διαπράχθηκαν στο Bolzaneto, τις συλλήψεις και τους ξυλοδαρμούς κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, τις προσφυγές κατά των αδικαιολόγητων απελάσεων και της απαγόρευσης επανεισόδου στην Ιταλία, τα γεγονότα της οδού Tolemaide και της πλατείας Alimonda που κορυφώθηκαν με τη δολοφονία του Κάρλο Τζουλιάνι».

Όπως αφηγείται ο Bachschmidt σε αυτό το βιβλίο, η Piazza Alimonda απομονώθηκε από την υπόθεση της οδού Tolemaide και αρχειοθετήθηκε αμέσως. Επέστρεψε, όμως, στη δίκη είκοσι πέντε διαδηλωτών, των αποδιοπομπαίων τράγων της καταστροφής της G8. Το 2004, αφού μας έκαναν σωματική έρευνα, μας φωτογράφισαν και μας φακέλωσαν, μπορέσαμε να παρακολουθήσουμε την ακροαματική διαδικασία.

Είδαμε να παρελαύνουν οι βασικοί μάρτυρες κατηγορίας: οι αστυνομικοί και οι καραμπινιέροι που διοικούσαν τα διάφορα αποσπάσματα τα οποία είχαν αναπτυχθεί στους δρόμους της πόλης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ήταν υπεύθυνοι για τις απρόκλητες επιθέσεις και τους ξυλοδαρμούς. Μαζί με τους συνηγόρους υπεράσπισης, είδα τον Bachschmidt και άλλους συμβούλους από τη Νομική Γραμματεία. Στην αρχή, ήμασταν ένα πολυπληθές κοινό.

Το μόνο άτομο που δεν απουσίαζε ποτέ ήταν ο Arnaldo Cestaro, ο οποίος είχε κλείσει τα εξήντα δύο όταν, στο γυμναστήριο του Σχολείου Diaz, ξυλοκοπήθηκε τόσο άγρια ​​που υπέστη μόνιμους τραυματισμούς. Το 2011, προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων – υποστηρίζοντας ότι η Ιταλία όχι μόνο είχε παραβιάσει τα θεμελιώδη δικαιώματά του κατά τη διάρκεια της επίθεσης στο σχολείο, αλλά δεν είχε λάβει ούτε επαρκή μέτρα για να τιμωρήσει τους υπεύθυνους —και θα κερδίσει τη μάχη του. Στην πραγματικότητα, ήταν μια νίκη για τα ανθρώπινα δικαιώματα, όχι μόνο για τα θύματα των κακοποιήσεων στη Γένοβα, αλλά και για το ιταλικό νομικό σύστημα, δεδομένου του αντίκτυπου που είχε στην εισαγωγή του εγκλήματος των βασανιστηρίων στον ποινικό κώδικα. «Ήταν ένας ξεχωριστός άνθρωπος», θα έγραφε είκοσι χρόνια αργότερα ο Lorenzo Guadagnucci, ο σύντροφός του στην ατυχία: «Ήταν πολιτικός ακτιβιστής, περήφανα κομμουνιστής, γεμάτος ανθρωπιά και καλοσύνη.

Είχε φτάσει στη Γένοβα για τη Σύνοδο των G8 από την πόλη Βιτσέντσα, με λεωφορείο που είχε διαθέσει το κόμμα Rifondazione Comunista (Κομουνιστική Επανίδρυση), το κόμμα του, αλλά δεν είχε επιστρέψει με την υπόλοιπη ομάδα. Είχε σταματήσει στη Γένοβα με σκοπό να πάει ένα μπουκέτο λουλούδια στο νεκροταφείο Staglieno, στον τάφο της κόρης μιας συγχωριανής του, μιας κοπέλας που είχε πεθάνει σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Έτσι ήταν ο Arnaldo. Ένας ευγενικός άνθρωπος, πιστός στους φίλους του, φροντιστικός  με τους ανθρώπους γύρω του. Εκείνο το Σάββατο, 21 Ιουλίου, έψαχνε ένα μέρος για να διανυκτερεύσει, και μια κυρία από τη Γένοβα του σύστησε το σχολείο Diaz στην οδό Battisti. Ο Arnaldo είχε εγκατασταθεί με τις τσάντες του ακριβώς κοντά στην είσοδο του σχολείου. Ήταν ένας από τους πρώτους που χτυπήθηκαν. «Νόμιζα ότι ήταν το Μαύρο Μπλοκ», θα έλεγε αργότερα, «αλλά αντ’ αυτού ήταν η αστυνομία μας». Τους επόμενους μήνες, μαζί με άλλους ανθρώπους, ήμασταν μεταξύ των ιδρυτών της Επιτροπής Αλήθειας και Δικαιοσύνης για τη Γένοβα. Ο Arnaldo ήταν το σύμβολο αυτής της επιτροπής.

Η πρόεδρος ήταν η μητέρα ενός κοριτσιού από το Λέκκο που είχε τραυματιστεί στο Σχολείο Diaz, όπου είχε επιστρέψει το βράδυ του Σαββάτου μετά τη διαδήλωση για να πάρει το σακίδιό της. «Από εκείνη τη στιγμή και μετά την χάσαμε μέχρι τη Δευτέρα το βράδυ, όταν την αγκαλιάσαμε ξανά, μόλις βγήκε από τη φυλακή του Vercelli», θυμάται η Enrica Bartesaghi. «Εν τω μεταξύ, σε εκείνες τις ατελείωτες ώρες, ανακαλύψαμε, μετά από αμέτρητα τηλεφωνήματα στην αστυνομική διεύθυνση της Γένοβας, ότι η Σάρα είχε συλληφθεί χωρίς να γνωρίζει το λόγο, ότι είχε τραυματιστεί και είχε υποστεί κρανιοεγκεφαλική κάκωση χωρίς να γνωρίζει ούτε πού ούτε από ποιον, ότι είχε μεταφερθεί στη φυλακή χωρίς να γνωρίζει σε ποια…

Ξαφνικά ένιωσα σαν να είχα μεταφερθεί σε μια άλλη χώρα, σε μια άλλη εποχή. Δεν ήμουν πια στην Ιταλία τον Ιούλιο του 2001, αλλά στη Χιλή, την εποχή του Πινοσέτ ή στην Αργεντινή των συνταγματαρχών. Εδώ, σκέφτηκα, δεν είναι δυνατόν τα παιδιά μας να εξαφανίζονται στο πουθενά, να τραυματίζονται και να απάγονται από την αστυνομία.» Η Enrica συνέχισε για πολλά χρόνια να καταθέτει μαρτυρίες και να αναζητά με αποφασιστικότητα την Αλήθεια και τη Δικαιοσύνη για την κόρη της και για τους άλλους που είχαν κακοποιηθεί και ξυλοκοπηθεί μέχρι θανάτου εκείνο το βράδυ, όπως ο Άγγλος δημοσιογράφος Marc Covell.

Όταν ξεκίνησαν οι ακροάσεις για τη δίκη του «Diaz», ακούσαμε μαρτυρίες μεγάλης αξίας. Θυμάμαι ιδιαίτερα την ψυχραιμία και την αποφασιστικότητα με την οποία η Lena Zühlke απαντούσε στις ερωτήσεις – ενίοτε προκλητικές και χυδαίες – των δικηγόρων της αστυνομίας. Όσοι βρήκαν τη δύναμη να καταθέσουν, παρά τον πόνο και, θα έλεγα, την αποστροφή που τους προκαλούσε η ανάμνηση, επέδειξαν μια αξιοπρέπεια και ένα αίσθημα πολιτικής ευθύνης που θα έπρεπε να είχε γεμίσει ντροπή τους βασανιστές και τους υπεύθυνους εκείνης της ολέθριας εισβολής. Αν ήταν ικανοί γι’ αυτό.

Στο πλαίσιο του Reti-Invisibili, και με την πολύτιμη υποστήριξη του Osservatorio Repressione (Παρατηρητήριο Καταστολής) που οργάνωσε και συντόνισε ο Italo Di Sabato, δημιουργήθηκε μια σχέση συνεργασίας και αμοιβαίας υποστήριξης, κυρίως μεταξύ των συλλόγων της Γένοβας, της Μπολόνια, του Μιλάνου, της Πίζας και της Ρώμης. Με την πάροδο των ετών, δυστυχώς, αναγκαστήκαμε να προσθέσουμε και άλλα ονόματα, άλλους συλλόγους, άλλο πόνο, άλλες αδικίες.

2003, Μιλάνο: Ο Davide Cesare, ο Dax μας, ήταν στον δρόμο με έναν φίλο του και μαχαιρώθηκε από δύο φασίστες. Η αστυνομία, η οποία επενέβη αμέσως, εμπόδισε την άφιξη των ασθενοφόρων, στη συνέχεια κυνήγησε, ξυλοκόπησε και συνέλαβε τους συντρόφους των δύο νεαρών ανδρών ακόμα και μέσα στο τμήμα των Επειγόντων Περιστατικών  του νοσοκομείου San Paolo.

2003, Λιβόρνο: Ο Marcello Lonzi, βρέθηκε νεκρός στις φυλακές Sughere.

2005, Φεράρα: Ο Federico Aldrovandi, δεκαοκτώ ετών, ο οποίος, επιστρέφοντας σπίτι ένα βράδυ, συνάντησε τέσσερις αστυνομικούς…

2006, Κάλιαρι: Ο Giuseppe Casu, ένας εξηντάχρονος συνταξιούχος από το Quartu Sant’Elena, πουλούσε περιστασιακά φρούτα και λαχανικά χωρίς νόμιμη άδεια.

2006, Ρώμη: Ο Renato Biagetti, πτυχιούχος μηχανικός, μαχαιρώθηκε από φασίστες έξω από ένα πάρτι reggae στην παραλία του Focene. Οι δολοφόνοι ήταν έτοιμοι να διαφύγουν στο εξωτερικό. Ένας από αυτούς έχει πατέρα καραμπινιέρο.

2006, Τεργέστη: Riccardo Rasman, Ένας τριαντατετράχρονος άνδρας με νοητική υστέρηση συνελήφθη στο σπίτι του από τρεις αστυνομικούς επειδή ενοχλούσε τους γείτονές του.

2007, Αρέτσο: Ο Gabriele Sandri σκοτώθηκε ακαριαία από σφαίρα αστυνομικού σε ένα ΣΕΑ.

2007, Περούτζια: Ο Aldo Bianzino, ξυλουργός, βρέθηκε νεκρός στη φυλακή 48 ώρες μετά τη σύλληψή του για καλλιέργεια φυτών κάνναβης.

2008, Βαρέζε: Ο Giuseppe Uva, 43χρονος εργάτης, συνελήφθη σε κατάσταση μέθης, έχασε τη ζωή του μυστηριωδώς, λίγες ώρες αφότου προσήχθη και πέρασε τη νύχτα σε αστυνομικό τμήμα.

2009, Βάλο ντελα Λουκάνια: Ο Francesco Mastrogiovanni, «ο ψηλότερος δάσκαλος στον κόσμο». Ενώ βρισκόταν σε κάμπινγκ, συνελήφθη από τις αρχές με την κατηγορία ότι οδηγούσε επικίνδυνα. Εκδόθηκε εις βάρος του διάταγμα για υποχρεωτική ιατρική/ψυχιατρική νοσηλεία/ ακούσια νοσηλεία / (TSO – Trattamento Sanitario Obbligatorio). Πέθανε, κατά τη διάρκεια μηχανικής συγκράτησης (δεμένος για 87 ώρες χωρίς φαγητό ή νερό).

2009, Ρώμη: Ο Stefano Cucchi, συνελήφθη από τους καραμπινιέρους, κακοποιήθηκε βάναυσα και πέθανε μια εβδομάδα αργότερα, ενώ ήταν προφυλακισμένος.

2010, Μιλάνο: Ο Michele Ferrulli, πέθανε από καρδιακή ανακοπή κατά τη διάρκεια βίαιης ακινητοποίησής του στο έδαφος από αστυνομικούς. Οι αρχές είχαν κληθεί για «παρενόχληση» λόγω της έντασης της μουσικής…

2014, Φλωρεντία: Ο Riccardo Magherini, 39 χρονών, τον συνέλαβαν, τον  ακινητοποίησαν μπρούμυτα στην άσφαλτο για πάνω από είκοσι λεπτά, του φόρεσαν χειροπέδες. Στο μεταξύ, κάποιος από τους καραμπινιέρους τον πίεζε στην πλάτη,  μέχρι που εξέπνευσε.

Σκοπός της ομάδας μας ήταν να καταστήσει ορατή, μαζί με τα θύματα, την καταστολή που τους στέρησε τη ζωή. Τις κακοποιήσεις, τις παραπλανητικές τακτικές, τις συγκαλύψεις. Τις προαγωγές των υπευθύνων για τις ολέθριες επεμβάσεις. Τον θεσμικό εκφυλισμό των αστυνομικών δυνάμεων, οι οποίες, αντί να εγγυώνται το δικαίωμα στη διαδήλωση, να υπερασπίζονται τις πιο αδύναμες και μειονοτικές ομάδες και να καταπολεμούν κάθε είδους κατάχρηση, επιτίθενται σε κάθε μορφή διαφορετικότητας ως εχθρό. Σε όσους διαφωνούν, σε όσους καταλαμβάνουν σπίτια, στους μετανάστες, στους Ρομά…

Η συμμετοχή της Patrizia Moretti, μητέρας του Aldrovandi, και ακόμη περισσότερο της Ilaria Cucchi, αδερφής του Stefano, άλλαξε την κατεύθυνση που έπρεπε να ακολουθήσουμε. Ήταν αναγκαίο να αφαιρεθούν τα «σάπια μήλα» από ένα υγιές καλάθι, να καταδικαστούν, δηλαδή, οι άμεσοι δράστες. [Ο Baro μου γράφει σχετικά με αυτό: κάτι παρόμοιο είδαμε και στην υπόθεση του δολοφόνου αστυνομικού του Rogoredo (μια υπόθεση που, αν διερευνηθεί σοβαρά, αποτελεί πραγματικά την κορυφή του παγόβουνου ενός ολόκληρου συστήματος) ή ακόμα και στην υπόθεση (λιγότερο γνωστή αλλά ακόμη πιο σοβαρή) του αστυνομικού τμήματος των καραμπινιέρων που έκλεισε στην Πιατσέντσα. Αναφέρομαι σε ένα γεγονός που συνέβη πριν από 5 ή 6 χρόνια: ένα ολόκληρο αστυνομικό τμήμα στο κέντρο της Πιατσέντσα τέθηκε υπό κατάσχεση και αρκετοί ένστολοι συνελήφθησαν. Τα αδικήματα για τα οποία κατηγορήθηκαν ήταν ανατριχιαστικά. Τα αναφέρω από μνήμης: διακίνηση και πώληση ναρκωτικών, κλεπταποδοχή, εκβιασμοί, παράνομες συλλήψεις, βασανιστήρια, πρόκληση σωματικών βλαβών, κατάχρηση δημοσίου χρήματος, κατάχρηση εξουσίας… Όλα αυτά για να πω ότι δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με «σάπια μήλα»,  έχουμε πρόβλημα με τον οπωρώνα.]

Φυσικά, η νέα γραμμή δράσης έγινε αμέσως αποδεκτή από τα ανώτερα κλιμάκια, αλλά ικανοποίησε και την κοινή γνώμη. Είναι πιο καθησυχαστικό να ρίξεις το φταίξιμο σε μεμονωμένα άτομα, παρά να αμφισβητήσεις ένα ολόκληρο σύστημα. Ίσως αυτό να είναι το τέλος του «Reti-Invisibili».

Ταξίδεψα από το ένα τρένο στο άλλο, από μια συζήτηση οργανωμένη από  ένα Κοινωνικό φόρουμ σε μια συνάντηση της λέσχης Arci, από μια γιορτή για την Ημέρα της Απελευθέρωσης σε μια γιορτή της Legambiente (η μεγαλύτερη και πιο γνωστή περιβαλλοντική μη κερδοσκοπική οργάνωση στην Ιταλία), περνώντας από σχολεία και Κοινωνικά κέντρα. Έλαβα μια θερμή και αλληλέγγυα υποδοχή από εκείνους που δεν περιορίζονταν στις πρώτες εντυπώσεις, την πρώτη εικόνα, αλλά προσπαθούσαν να καταλάβουν. Γνώρισα πολύ όμορφους ανθρώπους, «όμορφους μέσα τους», όπως έλεγε ο γιος μου. Μεταξύ αυτών που συναντούσα συχνά σε διάφορες εκδηλώσεις, ο Vittorio Agnoletto, ο οποίος δεν κουραζόταν ποτέ να καταγγέλλει τις αδικίες και τις καταχρήσεις, αναλαμβάνοντας με θάρρος την ευθύνη ακόμη και με το κόστος να υποστεί τις συνέπειες. Ακούραστος, μέχρι και σήμερα.

Στη Γένοβα, ο Bachschmidt και η Νομική Γραμματεία συνέχιζαν να εργάζονται εντατικά για να υποστηρίξουν τους δικηγόρους στις διάφορες δίκες: εκείνη κατά των 25 διαδηλωτών, εκείνες που αφορούσαν τα γεγονότα στο σχολείο Diaz, στο Bolzaneto, καθώς και τα διάφορα περιστατικά στους δρόμους. Πιστεύω ότι αξίζει να τονιστεί το σπουδαίο έργο που επιτελέστηκε στην οδό San Luca, καθώς δεν είναι πολλοί εκείνοι που το γνωρίζουν.

Για πρώτη φορά, φωτογραφίες και βίντεο, που προσκομίστηκαν ως αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχτηκαν καθοριστικά σε μια ποινική δίκη: κατέδειξαν τη βιαιότητα της επιδρομής στο σχολείο, αποδόμησαν την αστυνομική εκδοχή σχετικά με τις δύο μολότοφ και επέτρεψαν την ταυτοποίηση ορισμένων από τους αστυνομικούς που ήταν υπεύθυνοι για τις βιαιοπραγίες.

Η νομολογία έχει έκτοτε εδραιώσει τη χρήση βιντεοσκοπήσεων ως νόμιμων αποδεικτικών στοιχείων, υπό την προϋπόθεση ότι η αυθεντικότητα και η ακεραιότητά τους είναι εγγυημένες. Παραμένω πεπεισμένη ότι, με τις φωτογραφίες που συλλέχθηκαν στην Piazza Alimonda, ο νέος δικηγόρος, σύντροφος και στενός φίλος μου, Gilberto Pagani, θα μπορούσε να είχε αντικρούσει, σε μια δημόσια δίκη, τα συμπεράσματα που οδήγησαν στην αρχειοθέτηση της υπόθεσης της δολοφονίας του Κάρλο…

Τώρα, ωστόσο, πρέπει να κάνω ένα βήμα πίσω και να γυρίσω στο 2005, όταν οι επιτροπές «Αλήθεια και Δικαιοσύνη για τη Γένοβα» και «Piazza Carlo Giuliani» συγκέντρωσαν υπογραφές προς υποστήριξη ενός λαϊκού αιτήματος, σύμφωνα με το Άρθρο 50 του Συντάγματος. Αυτές οι υπογραφές αργότερα παραδόθηκαν, ματαίως, στον Υπουργό Εσωτερικών Giuseppe Pisanu. Στο κείμενο του αιτήματος ζητούσαμε «νομοθετικές πρωτοβουλίες για την εφαρμογή βασικών αρχών και κατευθύνσεων με στόχο τη σύγχρονη, μη βίαιη εκπαίδευση και τη διαρκή επαγγελματική επιμόρφωση του Αστυνομικού Σώματος», και «νομοθετικές πρωτοβουλίες προκειμένου να εφαρμοστούν κανόνες για την ταυτοποίηση, μέσω αλφαριθμητικού κώδικα, του προσωπικού της πολιτικής ή στρατιωτικής αστυνομίας που εκτελεί καθήκοντα δημόσιας τάξης».

Μπορείτε να διαβάσετε στο διαδίκτυο ότι η εισαγωγή ενός αναγνωριστικού κωδικού για το προσωπικό των αστυνομικών δυνάμεων πολιτικού χαρακτήρα (Polizia di Stato, Polizia penitenziaria) και στρατιωτικού (Carabinieri, Guardia di Finanza) αποτελούν ένα θέμα έντονης συζήτησης στην Ιταλία εδώ και χρόνια. Παρά τις συστάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης και τις εκκλήσεις οργανισμών όπως η Διεθνής Αμνηστία, επί του παρόντος δεν υπάρχει νομική υποχρέωση για την τοποθέτηση τέτοιων κωδικών σε στολές ή κράνη, ενισχύοντας την ατιμωρησία των αστυνομικών και καθιστώντας την Ιταλία εξαίρεση σε σύγκριση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.

Και οι κάτοικοι της Val di Susa, την οποία επισκέφτηκα για πρώτη φορά εκείνο το έτος, θα ωφελούνταν από αυτό. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, άνδρες και γυναίκες που προσπαθούσαν να υπερασπιστούν τη γη τους από την καταστροφή και τα δηλητήρια που παράγονται από τις εκσκαφές για τη σιδηροδρομική γραμμή υψηλής ταχύτητας ελέγχονται, συλλαμβάνονται, τραυματίζονται και βομβαρδίζονται με αέριο CS (που χρησιμοποιήθηκε και στη Γένοβα αλλά απαγορεύεται ακόμα και σε πολεμικές επιχειρήσεις από τη Σύμβαση της Γενεύης). Κατηγορούνται για σοβαρά αδικήματα από τους εισαγγελείς του Τορίνο, όπως διακεκριμένη αντίσταση κατά της αρχής καταστροφές και λεηλασίες. Λαμβάνουν εντολές απομάκρυνσης και σκληρά – και παράλογα – προληπτικά μέτρα. Δεν τα υφίστανται μόνο οι νέοι.  Η Nicoletta Dosio, συνταξιούχος καθηγήτρια φιλολογίας και αγαπημένη μου φίλη, τα έχει υποστεί όλα: της έσπασαν τη μύτη, φυλακίστηκε, τέθηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό εξαιτίας του COVID και δεν μπόρεσε να λάβει θεραπεία ή να δεχτεί φίλους, ενώ ο σύζυγός της ήταν σοβαρά άρρωστος. Μην μου πείτε ότι αυτό είναι δικαιοσύνη. Είναι ηλίθια εκδικητικότητα, είναι σκληρότητα.

Ένιωσα αμέσως σαν στο σπίτι μου σε εκείνη την κοιλάδα, με υποδέχτηκαν με γενναιοδωρία και υπήρξε αμοιβαία κατανόηση εξαρχής. Έκτοτε επέστρεψα πολλές φορές, βρήκα νέες αδερφές όταν, μερικά χρόνια αργότερα, σχηματίστηκε η φανταστική ομάδα «Mamme in Piazza per la libertà di dissenso». Είναι ένας σύλλογος μητέρων κοριτσιών και αγοριών,  από το Τορίνο που υπέστησαν αυστηρούς περιορισμούς και δικαστικές διώξεις επειδή συμμετείχαν σε αντιρατσιστικές και αντιφασιστικές διαδηλώσεις και πρωτοβουλίες καθώς και στους αγώνες και για την προστασία του περιβάλλοντος και του εδάφους της περιοχής τους. Σχημάτισαν την ομάδα για να υποστηρίξουν όλες τις νέες ακτιβίστριες και τους νέους ακτιβιστές και για να καταγγείλουν την αδικία και την καταστολή που αρνείται το δικαίωμα στη διαφωνία και τη διαμαρτυρία.

Στη Γένοβα, η δική μας Επιτροπή αρχικά αποτελούνταν από δεκαέξι άτομα που εναλλάσσονταν σε διάφορους ρόλους. Ο πρώτος πρόεδρος ήταν ο αγαπητός Giuseppe Coscione, καθηγητής του Carlo στο Λύκειο, ο οποίος συνεχίζει να μας στηρίζει. Μεταξύ των άλλων, θα ήθελα να θυμηθώ τον Pietro Ugo Bertolino, έναν από τους πιο σταθερούς μας φίλους, ο οποίος δυστυχώς μας άφησε παρά τη θέλησή του λόγω μιας επώδυνης ασθένειας. Κυρίως, χάρη σε αυτόν, μετά από πολλά αιτήματα και άλλες τόσες αρνήσεις, αποφασίσαμε να συγκεντρώσουμε και να υποβάλουμε τις απαραίτητες υπογραφές για την τοποθέτηση μιας αναμνηστικής στήλης στο κέντρο του παρτεριού που έπεσε ο Carlo. Ο Lorenzo Guadagnucci έγραψε: «Ο αυθαίρετη αναμνηστική στήλη ήταν βολική για όλους μέχρι στιγμής. Μας επέτρεψε να θυμόμαστε τον Carlo και, μέσω αυτού, όλα τα θύματα εκείνων των ανυπόφορα ζεστών ημερών του Ιουλίου, χωρίς να αλλάξουμε την τοπωνυμία της πόλης και χωρίς να ενοχλήσουμε κανέναν. Το Δημοτικό Συμβούλιο αρκέστηκε στο να παρατηρεί. Δεν υπήρχε ανάγκη για μια δημόσια συζήτηση σχετικά με τη μνήμη της πόλης. Η στήλη ήταν εκεί, αλλά ήταν ανεπίσημη, εκτελούσε τη λειτουργία της και επέτρεπε σε όλους να νιώθουν καλυμμένοι. Τώρα είχε έρθει  η ώρα να πάρουν θέση. Η Επιτροπή Piazza Carlo Giuliani ξεκίνησε μια συλλογή υπογραφών για την τοποθέτηση μιας μαρμάρινης στήλης στο παρτέρι, στο κέντρο της πλατείας. Μόνο το όνομα, το επώνυμο και η ημερομηνία θα είναι χαραγμένα στο μνημείο, δεν χρειάζεται τίποτα περισσότερο. Δεν υπάρχει καμία εορταστική πρόθεση, πόσο μάλλον διάθεση για εκδίκηση. Το θέμα είναι να δοθεί υλική υπόσταση σε ένα κομμάτι μνήμης που η πόλη της Γένοβας δεν έχει αφομοιώσει ακόμη. Αυτό το μνημείο θα μπορούσε να ήταν εκεί πολύ καιρό πριν. Σε άλλες εποχές, με πιο θαρραλέους ανθρώπους, δεν θα χρειαζόταν μια συλλογή υπογραφών, με πρωτοβουλία της οικογένειας και των φίλων του θύματος, για να χαραχθεί με μια πλάκα στη συλλογική μνήμη της πόλης ένα τόσο σοβαρό και σημαντικό επεισόδιο για τη δημοκρατική και πολιτική ζωή της Γένοβας και ολόκληρης της χώρας. Αλλά σήμερα, στις θέσεις εξουσίας, το θάρρος είναι ένα αγαθό σπάνιο».

Το αίτημα, συνοδευόμενο από το σχέδιο, υποβλήθηκε επίσημα στον τότε δήμαρχο της Γένοβας, και στη συνέχεια συζητήθηκε στο Δημοτικό Συμβούλιο. Το υποστήριξε η κεντροαριστερά, με ορισμένες εξαιρέσεις. Και ο Tursi το ενέκρινε. Γιατί μια αναμνηστική στήλη;

Μια πινακίδα που είχε τοποθετηθεί πριν,  με χαραγμένο πάνω ένα απόφθεγμα του Γκάντι, είχε κριθεί «επικίνδυνη». Στη συνέχεια βανδαλίστηκε με μαύρη μπογιά και τελικά έσπασε. Μια πέτρα είναι εκ φύσεως «ανθεκτική». Αντιστέκεται στη φθορά του χρόνου καθώς και σε άλλες, άλλης προέλευσης. Επιπλέον, ένας συνεταιρισμός λατομείων από τη Massa Carrara είχε ενημερώσει τον Pierugo ότι ήθελε να δωρίσει ένα κομμάτι μάρμαρο στον Carlo, την πιο όμορφη «πέτρα», την οποία ακόμη και ένα αγόρι σαν αυτόν, που φυσικά δεν είχε ιδιαίτερη εκτίμηση στα μνημεία, θα εκτιμούσε.

Το 2006, η Stefania Zuccari, μητέρα του Renato Biagetti, άρχισε να συγκεντρώνει γύρω της μια αντιφασιστική ομάδα, αποκλειστικά γυναικεία: Μητέρες για τη Ρώμη, Ανοιχτή Πόλη. Εντάχθηκε αμέσως η Rosa Piro, μητέρα του Dax, και εγώ, που στο μεταξύ γινόμουν σιγά σιγά Ρωμαία. Μάλιστα, με την ψευδαίσθηση ότι θα μπορούσα να παρακολουθώ εκ του σύνεγγυς το έργο της κοινοβουλευτικής εξεταστικής επιτροπής για την G8 – που είχε συστήσει η κυβέρνηση Prodi –  είχα αποδεχτεί να είμαι υποψήφια με το κόμμα Rifondazione Comunista.

Μπήκα στη Γερουσία τον Οκτώβριο, εγκαίρως για να δω την πρόταση της επιτροπής να απορρίπτεται. Ένιωθα ακατάλληλη για τον ρόλο, φυλακισμένη σε εκείνο το χρυσό κλουβί που γρήγορα αποδείχθηκε ότι ήταν ένα εργοστάσιο ψήφων. Μου έλειπαν η εμπειρία και η σύνδεση με την τοπική κοινότητα. Χρησιμοποιούσα, λοιπόν, την μαγική μου κάρτα στον ελεύθερο χρόνο μου, από το απόγευμα της Παρασκευής έως το πρωί της Τρίτης, για να συνεχίσω να μαθαίνω.

Ταξίδεψα από ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης μεταναστών σε μια φυλακή, από ένα κατάστημα προσωρινής κράτησης σε μια φυλακή  ισοβιτών 41-bis (fine pena mai / ποινή χωρίς τέλος), από ένα στρατόπεδο Σίντι ή Ρομά σε ένα σωφρονιστικό ίδρυμα, με τη συνεργασία συντρόφων από διάφορες περιοχές. Μετά από ενάμιση χρόνο έπρεπε να διακόψω αυτά τα τρομερά μαθήματα, επειδή η κυβέρνηση έπεσε εξαιτίας μιας αποστασίας, τόσο ισχνή ήταν η πλειοψηφία μας. Δεν ήμουν πραγματικά χρήσιμη σε κανέναν. Δημιούργησα μόνο μερικούς ισχυρούς δεσμούς φιλίας που κρατούν ακόμα και σήμερα.

Μεταξύ του 2008 και του 2012 ο Bach – όπως μου αρέσει να τον αποκαλώ, δεδομένης της δυσκολίας μου να χρησιμοποιώ το όνομα του γιου μου – εξακολουθούσε να εργάζεται ως πραγματογνώμονας σε δίκες που είχαν φτάσει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Εκτός από τις συμβουλευτικές υπηρεσίες που παρείχε κατά τη διάρκεια των δικών, επιμελήθηκε την παραγωγή ανεξάρτητων βίντεο, μεταξύ των οποίων το «Blocco nero», που παρουσιάστηκε τον Σεπτέμβριο στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας. Την ίδια χρονιά παρουσίασε στο Φεστιβάλ Internazionale, στη Φερράρα, το «I giorni di Genova», μια πολιτική αφήγηση των γεγονότων της G8, και με κάλεσε να συμμετάσχω. Ήταν η πρώτη φορά που βρεθήκαμε μαζί εκτός των γραφείων της via San Luca.

Στις 5 Ιουλίου 2012, εκδόθηκε η τελική ετυμηγορία για την επιδρομή στο Σχολείο Diaz. Εν τω μεταξύ, στην Ιταλία, μεγάλοι βιομήχανοι, μαφίες, ακόμη και διοικητικοί υπάλληλοι, κατέστρεψαν και λεηλάτησαν ανενόχλητοι ολόκληρες περιοχές, δηλητηριάζοντας και αρρωσταίνοντας τον πληθυσμό. Εν τω μεταξύ, επικυρώθηκαν ελαφρές ποινές για τους αρχηγούς της αστυνομίας και τους βασανιστές του Diaz και του Bolzaneto. Ενώ ορισμένοι κορυφαίοι αστυνομικοί από το «μεξικανικό σφαγείο» ανταμείφθηκαν και προήχθησαν. Ενώ οι δολοφόνοι του Aldrovandi χειροκροτήθηκαν από τους συναδέλφους τους… στις 13 Ιουλίου 2012, εκδικάστηκε η τελική φάση της υπόθεσης στο Ακυρωτικό Δικαστήριο, στην οποία δέκα διαδηλωτές που ούτε είχαν σκοτώσει ούτε είχαν προκαλέσει ζημιές σε κανέναν, το πολύ σε μερικές βιτρίνες καταστημάτων, κρίθηκαν υπεύθυνοι για την καταστροφή της G8. Το δικαστήριο τους έκρινε ένοχους για το έγκλημα της καταστροφής και της λεηλασίας και τους καταδίκασε σε ποινές που κυμαίνονταν από τουλάχιστον 6 χρόνια και 6 μήνες έως 15 χρόνια.

Ο Bach άδειασε τα γραφεία της Νομικής Γραμματείας, παρέδωσε τα πάντα στο Κέντρο Τεκμηρίωσης Lorusso-Giuliani στο Vag61 – Spazio libero autogestito στην Μπολόνια και ανέβηκε στη Val di Susa για να διηγηθεί την ιστορία των βουνών, των δασών και του αγώνα «του λαού» No Tav σε ένα ντοκιμαντέρ.

Την επόμενη χρονιά, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καταδίκασε τη χώρα μας, χαρακτηρίζοντας «βασανιστήρια» όσα συνέβησαν στο σχολείο Diaz και υπογραμμίζοντας την ανεπάρκεια του νομικού πλαισίου.

Μετά χάσαμε τη φωνή μας. Δεν μπορούσαμε πλέον να μιλάμε για τα παιδιά μας που ανακρίθηκαν, φυλακίστηκαν, δολοφονήθηκαν. Στα σύνορα, τα οποία πάντα θέλαμε να κρατήσουμε ανοιχτά, πέθαιναν εκατοντάδες –ή μάλλον, χιλιάδες- γιοι και κόρες από άλλες χώρες. Πέθαιναν από το κρύο στα βουνά, συνθλίβονταν γαντζωμένα κάτω από φορτηγά, πνίγονταν στη θάλασσά μας. Σκοτώνονταν από τον εγωισμό μιας αρπακτικής κοινωνίας που γίνεται δολοφονική για να διατηρήσει τα προνόμιά της. Τον δικό της καταραμένο «τρόπο ζωής». Και μετά, οι πόλεμοι και η εξόντωση της Παλαιστίνης… Κι όμως. Κι όμως, αυτό μας διδάσκουν η Paola και ο Claudio Regeni με τον επίμονο αγώνα τους: αν καταφέρνουμε να κάνουμε λίγο πιο δίκαιο τον δικό μας κήπο, αυτό θα ωφελήσει την παγκόσμια δικαιοσύνη.

Η Giorgia Mazzucato γράφει στο βιβλίο της «Stomaco»: «Γιατί η G8 στη Γένοβα, γιατί εγώ; Γιατί μιλάει και για μένα, που δεν ήμουν εκεί. Για όλα όσα έχασα εκείνες τις μέρες χωρίς να το ξέρω. Για αυτόν τον κόμπο που μας φέρνει πίσω στο σήμερα, στη μέση του κόσμου. Στη μέση αυτού του κόσμου των τυράννων, των σιωπών και των χρυσών αγαλμάτων».

Γι αυτό, για το έργο σου, σε ευχαριστώ Bach!

 

https://comuneinfo.net/ceraunragazzosullasfalto/

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Τι μπορούμε να γνωρίζουμε. Της Ντίνας Παπούδα

Η συνάντηση άγριας ζωής και ανθρώπου συνυπάρχει με τη διεκδίκηση ενός ζωντανού Ασπροποτάμου