Ασπασία Καρρά, Μια γυναίκα του καναπέ, εκδ. Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2026
Είναι σπουδαία η συμβολή του βιβλίου της Αρχοντούλας Διαβάτη στην καταγραφή της προσωπικής μαρτυρίας που ενώνει το προσωπικό με το συλλογικό, με τη νεότερη ιστορία μας και μάλιστα με την πιο σκοτεινή περίοδό της, τη δικτατορία. Αναδεικνύει τους ανθρώπους που αντιστάθηκαν με λόγο και έργο στη βαρβαρότητά της, θέτοντας τη ζωή τους σε κίνδυνο. Στην περίπτωσή μας, με τον βίο μιας γυναίκας που δεν έσκυψε ποτέ το κεφάλι της στους τυράννους, που αγωνίστηκε, παρά την αναπηρία της, με σθένος ανυπέρβλητο στη βία της εξουσίας τους. Η Ασπασία Καρρά είναι παράδειγμα αφοσίωσης στα ιδανικά και υπόδειγμα βίου ανυπότακτου.
Αξίζουν ευχαριστίες στη συγγραφέα, γιατί ανέλαβε να καταθέσει την διαδρομή της, τις σκέψεις της, όντας εν ζωή και όχι, ως είθισται, μετά θάνατον. Την κατέστησε «κτήμα ες αεί» για τις επόμενες γενιές και τους ιστορικούς του μέλλοντος. Πολύ σημαντική πρωτοτυπία η κατάθεση της δικής της μνήμης, με τη μορφή των παρενθέσεων, ως ιντερμέδια στην κύρια αφήγηση, που όμως δεν μας ξεστρατίζουν από την ουσία της μαρτυρίας, αλλά συνδιαλέγονται μαζί της, ποιητικά μάλιστα, φωτίζοντας την ιστορία. Πολύ δε περισσότερο, αποτελεί τιμή το βιβλίο στις γυναίκες που επί αιώνες αγωνίστηκαν για ελευθερία και χάθηκαν στην ανωνυμία.
Οφείλουμε να πούμε πως πρώτη η Αριστερά έδωσε ισότιμη θέση στις γυναίκες που εντάχθηκαν στις γραμμές της. Η λέξη «συναγωνίστρια» πρωτολέχθηκε από τους αντιστασιακούς του ΕΛΑΣ και καθιερώθηκε στον Εμφύλιο, στον Δημοκρατικό Στρατό, για τις αντάρτισσες. Μια συναγωνίστρια στην αντιδικτατορική αντίσταση ήταν και είναι η Ασπασία Καρρά, η φιλόλογος από το Λιβάδι Ελασσόνας. Η γυναίκα με την αναπηρία σε πόδι και χέρι, λόγω της πολυομυελίτιδας που τη χτύπησε στην παιδική ηλικία αλλά δεν την εμπόδισε να μπει στον αγώνα. Όταν πριν από χρόνια γνώρισα αντιστασιακούς του αντιδικτατορικού αγώνα, άκουσα από αυτούς για πρώτη φορά το όνομα της Ασπασίας, προπάντων από τον αγαπητό φίλο και σύντροφό της στους αγώνες, δικηγόρο, Αλέκο Γρίμπα.
Η Ασπασία ήταν ήδη ένας θρύλος στην πόλη μας. Ευτύχησα να τη γνωρίσω στο σπίτι της, χάρη στον συνάδελφό μου και φίλο αδελφικό, Κώστα Κουτρουμπάκη, που την επισκέπτεται συχνά. Η συγκίνησή μου απερίγραπτη. Είδα στον καναπέ της μια γυναίκα που τα μάτια της, παρά την προχωρημένη ηλικία, άστραφταν τη νεότητα. Με απίστευτη διαύγεια μού αφηγήθηκε τα παιδικά της χρόνια στο χωριό, την ιστορία του εργάτη πατέρα της, μετανάστη αρχικά στις ΗΠΑ, όπου προσχώρησε στον συνδικαλισμό και ενστερνίστηκε τις κομμουνιστικές ιδέες, την εξορία του στα χρόνια του Μεταξά. Αφηγήθηκε τα δικά της νεανικά χρόνια, τη φτώχειας, τις σπουδές, την ένταξή της στον αντιδικτατορικό αγώνα, τα φριχτά βασανιστήρια που υπέστη και τη φυλακή. Την άρνησή της να υπογράψει δήλωση μετανοίας, ώστε να διοριστεί στο δημόσιο, την απογοήτευσή της από την εξέλιξη της ανανεωτικής αριστεράς, την απόσυρσή της από το κόμμα, την τωρινή ζωή της.
Κι όλα αυτά, χωρίς ίχνος έπαρσης, χωρίς ναρκισσισμό, χωρίς κομπασμό για όσα είχε προσφέρει στο κίνημα και στην κοινωνία. Κυρίως εξιστορούσε όσα είχε περάσει, με εμφανή τα σημάδια στο ταλαιπωρημένο σώμα της. Τα αόρατα σημάδια της ψυχής ποτέ δεν τα έβγαλε στην αγορά η Ασπασία, ποτέ δεν τα εκποίησε, επιζητώντας ανταλλάγματα, εξουσία, θέσεις.
Αυτές είναι οι αρετές της που την ξεχωρίζουν, όπως και άλλους συναγωνιστές της. Δεν εξαγόρασαν ποτέ την ιστορία τους κι ευτυχώς κάποιοι από αυτούς την κατέγραψαν με σεμνότητα και με χιούμορ που μας εκπλήσσει. Με την ίδια σεμνότητα και νηφαλιότητα ξεδίπλωσε και η Ασπασία το κουβάρι της ζωής της, από τα παιδικά χρόνια μιας πολυμελούς , φτωχής οικογένειας στο ορεινό βλαχοχώρι, γονείς που δεν την έκρυψαν στο σπίτι λόγω αναπηρίας, συνήθης τακτική εκείνα τα χρόνια, αλλά αντίθετα της έδωσαν την ευκαιρία να κοινωνικοποιηθεί και να μορφωθεί. Κυρίαρχη μορφή ο πατέρας, την μυεί στην ιδεολογία του, εμφυτεύει την ταξική συνείδηση και την εκπαιδεύει στις βασικές αρχές επιβίωσης μέσα στις φυλακές ή την εξορία, όπου κρατούνταν οι κομμουνιστές και οι δημοκράτες. «Θα σε δέρνουν, αλλά εσύ να φωνάζεις εκεί που δεν πονάς, και το αντίστροφο, δεν μου είπε, κάτσε στην άκρη» Αδιανόητη για άλλους γονείς και προπάντων τους σημερινούς, η συμβουλή του. «Μη μπλέξεις», ακούγαμε εμείς από τους δικούς μας, «θα σε λιώσουν, θα καταστρέψεις τη ζωή σου»
Άνθρωποι άλλης πάστας, άλλης κοπής, άλλης αντοχής, ταγμένοι στο όραμά τους, «μη κινούντες από το χρέος» όπως έγραψε κι ο ποιητής, έτοιμοι να θυσιαστούν για την ιδέα της δίκαιης κοινωνίας, της ισότητας, της μοιρασιάς. Γνώριζαν τι τους περίμενε, το είχαν δοκιμάσει στο πετσί τους. Μια ζωή στην παρανομία και στους διωγμούς, στα βασανιστήρια, τις δολοφονίες, τις εκτελέσεις. Έτσι βάδισαν όρθιοι οι 200 της Καισαριανής, αψηφώντας αγέρωχοι τον θάνατο.
Απ’ αυτή τη μαγιά πλάστηκε και η Ασπασία. Μοδιστρούλα, κεντήτρια για να επιβιώσει με τα αδέρφια της στη Θεσσαλονίκη, αλλά και μαθήτρια και φοιτήτρια επιμελής, με λατρεία στη γνώση που απελευθερώνει το νου. Αν την επισκεφθείτε στο σπίτι της, θα δείτε τη συντροφιά της, τις στοίβες των βιβλίων που κυριολεκτικά ρουφάει μέχρι τώρα που μιλάμε. Αργότερα ως δασκάλα θα αρνηθεί να υπογράψει την επαίσχυντη δήλωση μετανοίας για να διοριστεί, και θα ακολουθήσει το παιδαγωγικό της έργο έξω από το δημόσιο σχολείο. Αναρίθμητοι μαθητές της θα επιστρέφουν για να της πιάσουν το χέρι, να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους για τον ορίζοντα που τους άνοιξε.
Ευγνώμων και η ίδια και ακριβοδίκαιη στους δασκάλους της, τα κατέγραψε η Αρχοντούλα Διαβάτη, τον γυμνασιάρχη που την πήρε με δικά του έξοδα στην πολυήμερη εκδρομή των τελειοφοίτων, πάντα υπήρχαν τέτοιοι παιδαγωγοί, στους δημοκράτες πανεπιστημιακούς δασκάλους της Φιλοσοφικής του ΑΠθ, Θ.Κακριδή, Καψωμένο, Ανδριώτη, Βακαλόπουλο και Θεοδωρίδη. Εστία του δημοτικισμού και των δημοκρατικών φρονημάτων τότε η σχολή, έπλασε σπουδαίους φιλολόγους. Ο Θεοδωρίδης, ο καθηγητής Φιλοσοφίας, την οδήγησε στη σκέψη του Επίκουρου. Έκτοτε ο λόγος του Επίκουρου θα γίνει ο δικός της εσωτερικός κήπος, αυτός που θα ανθίζει, διαλύοντας τον φόβο και δοξάζοντας τη ζωή. Θα τον καλλιεργήσει συστηματικά η Ασπασία, κόντρα στην εξουσία και τη λατρεία της, ενάντια στη βία, τον εγκλεισμό του σώματος, τη μαζοποίηση, τις άνωθεν οδηγίες, την άκριτη υποταγή, τη μοναξιά. Κάτω από τέτοιο εύφορο υπόστρωμα ήταν αδύνατον να μείνει στο κόμμα που την απογοήτευσε με τις επιλογές της ηγεσίας του.
Η άρνηση να προτείνουν τον Μανόλη Αναγνωστάκη στη δημαρχία της Θεσσαλονίκης υπήρξε καταλύτης στην εθελούσια έξοδό της από το ΚΚΕ Εσ, μετεξέλιξη της ΕΔΑ, όπως και η απροθυμία τους να υποβάλουν μηνύσεις ονομαστικές στους βασανιστές, κάτι στο οποίο προχώρησε μόνη της. Ωστόσο κατέβηκε στις αυτοδιοικητικές εκλογές και συγκέντρωσε ψήφους και από τη δεξιά για δεύτερη τετραετία, προκαλώντας μεγάλη απορία στους πολιτικούς της αντιπάλους.
Αλλά αυτή ήταν η Ασπασία Καρρά, και το ήθος και η ευθυκρισία της φαίνεται στην αντικειμενική κρίση για τον Μιχάλη Παπαδόπουλο που επέλεξε ως υποψήφιο δήμαρχο το κόμμα της, καθώς επίσης και στην αναφορά της στους χωροφύλακες που την προστάτευσαν και σεβάστηκαν την αναπηρία της, βοηθώντας τα βήματά της.
«Όποιος κουβαλάει μίσος, είναι δυστυχισμένος, δεν σκέφτεται τον εαυτό του, σκέφτεται τον άλλο και πώς θα του κάνει κακό. Εσύ νέος άνθρωπος , μην κρατάς μίσος. Έχεις χρέος ν΄ αγαπάς τον αδικημένο» Δεν μισώ τους βασανιστές μου, είπε, ζήτησε όμως την θεσμική καταδίκη τους, για να μην επαναληφθούν τα εγκλήματα. Ζήτησε δικαίωση και δεν τη βρήκε ούτε από τους συντρόφους της.
«Στο τέλος μένει μόνο η αγάπη, μόνο αυτή που μοιράζεται» λέει και μας παραπέμπει στην μεγάλη μορφή της γαλλικής και οικουμενικής διανόησης, τη φιλόσοφο, αντιστασιακή στη γερμανική Κατοχή, Σιμόν Βέιλ, που δυστυχώς έφυγε νωρίς. Έμειναν όμως τα γραπτά της για να επικαιροποιούν διαρκώς την απέχθειά της προς κάθε μορφή εξουσίας που απανθρωπίζει το άτομο και του στερεί την προσωπική του ταυτότητα. Με την ίδια ηθική ενώνεται η σκέψη και ο αντιεξουσιαστικός λόγος της Βέιλ με αυτόν της Ασπασίας « Τώρα είμαι η Ασπασία και πιστεύω μόνο στην αξιοπρέπεια του ανθρώπου»
Κλείνοντας αυτή την παρουσίαση, οφείλω να την ευχαριστήσω για την άφατη συγκίνηση που μου χάρισε με την αναφορά της στο «Γλυφό νερό», τη δική μου συλλογή διηγημάτων και στο ομότιτλο διήγημα, που ενώνει σαν γέφυρα την παιδαγωγική μας εμπειρία, με ακέραιο, ηθικό υποστύλωμα τον σεβασμό και την αγάπη στον γλωσσικό κώδικα κάθε παιδιού.
Τέλος, επειδή διαβάζει τον Νοτιοκορεάτη φιλόσοφο Μπιουνγκ Τσουλ Χαν, της αφιερώνω αυτό το κομμάτι από το πρόσφατα μεταφρασμένο βιβλίο του με τον τίτλο «Το πνεύμα της ελπίδας κατά της κοινωνίας του φόβου» όπου μεταφέρει τα λόγια του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ
«Με αυτήν την πίστη, θα είμαστε σε θέση να τραβήξουμε έξω από το βουνό της απελπισίας ένα λιθάρι ελπίδας. Με αυτήν την πίστη θα είμαστε σε θέση να μετατρέψουμε την στριγκή παραφωνία της χώρας μας σε μια όμορφη συμφωνία της αδελφοσύνης. Με αυτήν την πίστη θα είμαστε σε θέση να εργαστούμε μαζί, να προσευχηθούμε μαζί, να αγωνιστούμε μαζί, να πάμε μαζί στη φυλακή, να διεκδικήσουμε μαζί της την ελευθερία και να ξέρουμε ότι κάποια μέρα θα είμαστε ελεύθεροι»
*Το κείμενο διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου, στη φετινή Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης.


