in

Intercity 62, Βαγόνι 4, Θέση 65

Της Σταυρούλας Πουλημένη

Φωτογραφία από την εκδήλωση για την παρουσίαση του βιβλίου στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου-Δεξιά ο Αντώνης Αντωνίου και αριστερά η Κέλλη Παναγιωτίδου, επίσης επιζήσασα από το έγκλημα των Τεμπών, Photo Credit: Αφροδίτη Μιχαηλίδου

Όταν πήρα στα χέρια μου το βιβλίο «Intercity 62, Βαγόνι 4, Θέση 65: Έγκλημα στα Τέμπη – Μαρτυρίες ενός επιζώντα» του Αντώνη Αντωνίου (εκδόσεις Κάλλιστος) δυσκολεύτηκα να το ανοίξω. Το κουβαλούσα μαζί μου για μέρες στη τσάντα μου, στις μετακινήσεις μου με τα ΚΤΕΛ, με το αεροπλάνο, με το αυτοκίνητο, με τα πόδια. Έχοντας στο μυαλό μου ότι θα διαβάσω ένα βιβλίο για το χρονικό του εγκλήματος των Τεμπών, είχα την αίσθηση ότι ανοίγω ξανά ένα «κουτί» από ένα συλλογικό και ένα προσωπικό τραύμα.

Ότι θα με μεταφέρει ξανά στο σημείο της σύγκρουσης εκείνη την πρώτη μέρα, όπου δημοσιογράφοι ήμασταν σε ένα απομακρυσμένο σημείο κοιτώντας αυτή την απόκοσμη εικόνα, χωρίς να μπορούμε να κατανοήσουμε τι ακριβώς βλέπαμε. Και στη συνέχεια, τους γονείς και φίλους που έψαχναν τα παιδιά τους, τους συγγενείς που έλιωναν από τον τρόμο και την αγωνία, τους εργαζόμενους που μας υπενθύμιζαν για τα χάλια του σιδηρόδρομου, τους γιατρούς που έτρεχαν σαν τρελοί να σώσουν τους τραυματίες, τους κατοίκους της Λάρισας που βρίσκονταν στο πόδι για μέρες και την κυβέρνηση που από την πρώτη στιγμή είχε στο νου της τη συγκάλυψη.

Τον Αντώνη τον γνώρισα αρκετό καιρό μετά το έγκλημα, στο ραδιόφωνο Στο Κόκκινο, μετά από μια συνέντευξη με την Ευγενία Χατζηγεωργίου, στη συνέχεια τον έβλεπα στις μικρότερες αλλά και τις μεγαλειώδεις συγκεντρώσεις της κοινωνικής οργής, όπου σε κάποιες συμπορευτήκαμε. Μιλούσαμε ανταλλάσσοντας απόψεις και πληροφορίες για το πώς το κράτος διαπράττει εγκλήματα, όχι μόνο στη συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά και για το τι κάνουμε εμείς μέσα σε ένα σύστημα που μας τεμαχίζει κυριολεκτικά και μεταφορικά μέσα από την πλάνη ότι κάποια ζητήματα αφού δεν συνέβησαν σε μας, δεν μας αφορούν.

Αυτό δεν έγινε φυσικά με τα Τέμπη, όπου ήταν από την αρχή πλήρως ξεκάθαρο ότι σε αυτό το τρένο θα μπορούσαμε να βρεθούμε όλοι μας, και το έδειξαν τα συλλαλητήρια αλλά και όλος αυτός ο κόσμος -και μεταξύ τους και καλοί συνάδελφοι-ισσες- που στάθηκαν στο πλευρό των συγγενών και των φίλων των 57 ανθρώπων που δολοφονήθηκαν αλλά και στους επιζήσαντες-επιζήσασες στον αγώνα τους για μνήμη, δικαιοσύνη και αλήθεια.

Ωστόσο, ο Αντώνης στο βιβλίο κάνει κάτι διαφορετικό. Μέσα από το βίωμα του και το τραύμα γράφει όχι μόνο για να το αντιμετωπίσει αλλά για να μοιραστεί την εσωτερική του αλλαγή από το προσωπικό στο συλλογικό. Το μοίρασμα αυτό δεν ξεκινάει και δεν τελειώνει στα Τέμπη, οπότε υπό αυτήν την έννοια δεν είναι κάποιο χρονικό των όσων συνέβησαν. Είναι ένας αναστοχασμός για το πώς διαμορφώνεται η ζωή μας σε ένα αέναο κυνήγι της επιβίωσης, όπου συχνά βρισκόμαστε μόνοι μας να αντιμετωπίσουμε τον βιοπορισμό αλλά και να προσπαθήσουμε να ζήσουμε ευτυχισμένοι, θεωρώντας ότι το τελευταίο είναι μόνο δικιά μας υπόθεση. Ότι κάτι δεν κάναμε καλά ως τώρα ή ότι πρέπει να κάνουμε περισσότερα για να σωθούμε. Αυτή την αυταπάτη της προσωπικής «διάσωσης» προσπαθεί να διαλύσει μέσα από μια διαδικασία αυτοκριτικής, όπου το τρένο επανέρχεται στον λόγο και στη μνήμη του ως μέσο μεταφοράς των πιο φτωχών ανθρώπων, ως μέσο πλουτισμού των εργολάβων, αλλά και ως αυτό που θα έπρεπε να ήταν το πιο ασφαλές μέσο.

Ο Αντώνης μιλάει για το δικαίωμά μας να μην κινδυνεύουμε να πεθάνουμε και μην δολοφονούμαστε από μια απλή μετακίνηση Αθήνα-Θεσσαλονίκη. Ταυτόχρονα, ξαναδιεκδικεί το δικαίωμά μας να μη ζούμε σαν να είμαστε αναλώσιμοι, να φτιάξουμε μαζί μια ζωή αξιοβίωτη, όπου ο καθένας και η καθεμία θα μπορεί να επιστρέψει με ασφάλεια στη ζωή του, τους ανθρώπους που αγαπά, στα όνειρά του, στα όνειρα, πολλά από τα οποία μοιραζόμαστε.

Έτσι, το βιβλίο είναι η δική του διαδρομή από τα «απολίτικα» έτη, έτσι όπως ο ίδιος αποκαλεί τα χρόνια της φοιτητικής ζωής και των πρώτων εργασιακών εμπειριών, στο βίωμα του εγκλήματος. Και από εκεί στην αναζήτηση μιας ζωής όπου τα κοινωνικά ζητήματα, ο κόπος, η εργασία, ο βιοπορισμός, τα κοινωνικά δικαιώματα γίνονται συλλογική υπόθεση και όχι ζήτημα τύχης ή κοινωνικής τάξης και για τα οποία πρέπει να αγωνιστεί ο καθένας μόνος του για να τα βρει.

Στη μέση περίπου του βιβλίου, ο Αντώνης μας μεταφέρει μέσα σε εκείνο το βαγόνι με έναν τρόπο που, κάθε φορά που το διαβάζω, προσπαθώ να καταλάβω γιατί εκτός από τους μηχανοδηγούς και τους εργαζόμενους εμείς δεν αντιδρούσαμε με έναν τρόπο που να μην επιτρέψουμε αυτό να συμβεί. Ήταν ένας ήδη ρημαγμένος σιδηρόδρομος, όπως λέει και ο Αντώνης, και οι ευθύνες των κυβερνήσεων διαχρονικές και δε μιλάω μόνο για ανθρώπους που συνέβαλαν στην απόπειρα συγκάλυψης των ευθυνών.

«Είναι πάρα πολύ δύσκολο να ξανασχηματίσω στο κεφάλι μου τις τελευταίες εικόνες πριν τη σύγκρουση. Δεν είναι θέμα αν το αντέχω ή όχι. Το ζήτημα είναι πόσο μπερδεμένα είναι όλα στο νου μου. Δεν είναι μόνο οι μηχανισμοί άμυνάς μου, είναι και το πόσο καιρό μου πήρε να καταλάβω τι συνέβη στον Αντώνη» γράφει ο Αντώνης και χωρίς κανένα μπέρδεμα, τελικά, εξιστορεί τα όσα συνέβησαν μετά, δηλαδή το πώς βγήκε από το τέταρτο βαγόνι του τρένου -χάρη στη βοήθεια φιλικού του προσώπου που ταξίδευαν παρέα- αφού προηγουμένως είχε χάσει τις αισθήσεις του για περίπου 45 λεπτά. Η αλληλεγγύη, λέει, με έβγαλε από το τρένο ή ό,τι απέμεινε από αυτό.

Από το σημείο αυτό ξεκινάει η δικιά του πορεία μιας δημόσιας κατάθεσης του τι σημαίνει η αλληλεγγύη μέσα από άγνωστες σε μας πτυχές, για τα όσα συνέβησαν στο νοσοκομείο και την πάλη με τα σωματικά και τα ψυχικά του τραύματα. Δεν είναι μόνο η αλληλεγγύη των γιατρών, των νοσηλευτών και των φίλων του που τον φρόντισε. Είναι η δίκη του πορεία προς μια ζωή, όπου η αλληλεγγύη και όχι η επιβίωση έχει τον πρώτο λόγο. Είναι ο τρόπος που βγαίνει στον δρόμο, που πλησιάζει μέσα από τις διαδηλώσεις τον σταθμό των τρένων, που σπάει το μοναχικό του εαυτό και συναντάει μια κοινωνία που προσπαθούσε να εκφράσει το συλλογικό της τραύμα όντας αντιμέτωπη με μια εξουσία που συνεχίζει μέχρι και σήμερα να μας αντιμετωπίζει σαν καταναλωτές, σαν τα 13 ευρώ του εισιτηρίου που -στην περίπτωση του Αντώνη- ανέβαιναν στο Λιανοκλάδι και κατέβαιναν στη Θεσσαλονίκη.

Ο Αντώνης Αντωνίου επισκέπτεται συχνά τον εαυτό του μέσα πλέον από τα συλλαλητήρια -και όχι μόνο για τα Τέμπη- για να δει τελικά όχι μόνο τον ίδιο, αλλά την μεγαλύτερη του δύναμη, τον διπλανό του. Είναι αυτή η κίνηση που στις 26 Φλεβάρη 2025, για την δεύτερη επέτειο του εγκλήματος, επισφραγίστηκε με την προσαγωγή του. «Τα Τέμπη μας φέραν στην ίδια κλούβα» λέει, εξηγώντας γιατί αυτή η ιστορία της προσαγωγής του δεν ήταν μόνο, όπως συχνά λέμε, ένα περιστατικό αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας. Ήταν ένα ατομικό και συλλογικό θραύσμα στον φόβο και την αποξένωση.

Το δικό του «κολύμπι» προς την επιφάνεια στην αναζήτηση οξυγόνου. Και για τον ίδιο αλλά για όλους-ες. Η συνειδητοποίηση ότι τα Τέμπη είναι εκείνη η αποκάλυψη της αντίθεσης μεταξύ αλήθειας και ψέματος στον κόσμο που ζούμε, η αποκάλυψη του ρήγματος. Ότι, όπως λέει και ο Αντώνης, στα τρένα αυτά δεν θα μπαίναμε όλοι-ες μας, δεν θα έμπαινε κανείς από όσους μας εξουσιάζουν και κερδίζουν από αυτά, «όχι μόνο από φόβο αλλά γιατί δεν θέλουν να αναπνέουν τον ίδιο αέρα με μας».

Ο Αντώνης  βγαίνει στην επιφάνεια γράφοντας, αναζητά τη φωνή του μέσα από τις φωνές των άλλων. Είναι η προσωπική του ιστορία και, ταυτόχρονα, κομμάτια των δικών μας ζωών και της δικιάς μας αναζήτησης, από τη μοναξιά και τη ματαίωση στην τρυφερότητα του συλλογικού αγώνα ως της μοναδικής μας δύναμης να μη ζούμε μέσα στον φόβο. Ακόμη και όταν φοβόμαστε, να υπάρχει η σκέψη και το χέρι της άλλης, ότι θα το παλέψουμε μαζί. Ένα συλλογικό «μπορώ» απέναντι στις αντιλήψεις που θέλουν να κοιτάμε τη δουλειά μας μέχρι αυτή να μας φάει ζωντανούς. Το βιβλίο, τελικά, του Αντώνη είναι ένα κάλεσμα για ένα μοίρασμα και μια συνάντηση σε όλα τα επίπεδα της ζωής, έτσι ώστε να μη συνεχίσουμε να ζούμε έτσι. Και ίσως τότε καταλάβουμε τι έγινε εκείνο το βράδυ.

*Το κείμενο αυτό αποτελεί την εισαγωγή στην εκδήλωση για την παρουσίασή του βιβλίου στην Διεθνή Έκθεση Βιβλίου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Σημαντική εξέλιξη για την προστασία της Οίτης-Μη έγκριση Περιβαλλοντικών Όρων για τον Αιολικό Σταθμό στη θέση «Πύργος»

Κάλεσμα παγκόσμιων κινημάτων για την υγεία να σταματήσει η ιατρική συνενοχή: «Μποϊκοτάρετε τον Ισραηλινό Ιατρικό Σύλλογο»