in

Κίνημα, κυβέρνηση, Αριστερά. Του Χρήστου Λάσκου

Γιώργος Βενιζέλος – Γιώργος Δημητρίου – Αλέξανδρος Κιουπκιολής, Κυβερνολογικές της κρίσης: Ελλάδα -Ισπανία, Νήσος 2025, σελ. 584

[Η τριβή του ΣΥΡΙΖΑ με τα κινήματα ήταν οργανική και αυτή τον έκανε] να διαφέρει από τα άλλα κόμματα

Χαρά Κούκη

Πολύ συχνά λέγεται ότι ο κύριος λόγος για την εκλογική εκτόξευση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν το γεγονός πως εμφανίστηκε, τη σωστή στιγμή, διατεθειμένος να αναλάβει την διακυβέρνηση. Να μεταμορφωθεί, δηλαδή, από κόμμα «διαμαρτυρίας» σε κόμμα «διακυβέρνησης», εφαρμόζοντας την καταστατική αρχή του ιστορικού ευρωκομμουνισμού πως το κομμουνιστικό κόμμα δεν μπορεί παρά να είναι, μαζί και ταυτοχρόνως, «κόμμα αγώνα και διακυβέρνησης».

Παρεμπιπτόντως, συχνά το ευρωκομμουνιστικό μότο συνδέεται με τις γκραμσιανές διατυπώσεις σχετικά με τον πόλεμο θέσεων, οι οποίες φαίνεται να αρμόζουν περισσότερο στον αναπτυγμένο καπιταλισμό, σε αντίθεση με τη Ρωσία, η οποία υλοποίησε την επανάστασή της με την αποφασιστική αξιοποίηση του πολέμου κινήσεων -στη γελοιογραφική της εκδοχή, πρόκειται για την περίφημη αποστροφή σχετικά με τα «χειμερινά ανάκτορα». Κατά τη γνώμη μου, η περιγραφή που αφορά την Ρωσική Επανάσταση δεν έχει καμιά σχέση με την ιστορία της· όπως σε όλες τις επαναστάσεις, πόλεμος θέσεων και πόλεμος κινήσεων είναι αλληλένδετοι. Ποτέ η εξουσία δεν κατακτήθηκε «με έφοδο». Οι, πρωτόλειες, άλλωστε, διατυπώσεις του Γκράμσι, όπως σαφώς τονίζεται από τον ίδιο, ενδιαφέρονται για το πώς «αυτό που έγινε στη Ρωσία» θα γίνει και στην αναπτυγμένη Ευρώπη. Πώς, με άλλα λόγια, θα επιτευχθεί μια δημοκρατία των εργατικών συμβουλίων και στις «προηγμένες χώρες» -ο Γκράμσι, άλλωστε είχε ως κεντρική θεματική τα εργατικά συμβούλια και την καθοριστική λειτουργία τους ήδη πριν από την επαναστατική περίοδο. Το θέμα της «διακυβέρνησης» του αστικού κράτους δεν ενέπεσε ποτέ στη θεματική των επεξεργασιών του. Από την άλλη, η συνδεδεμένη με τα προηγούμενα συζήτηση  για την έτερη έννοια πασπαρτού, αυτήν της ηγεμονίας, έχει γίνει ολοκληρωτικά παραπειστική και καθόλου παραγωγική. Στην πραγματικότητα, η ηγεμονία έχει γίνει μια έννοια «για όλες τις δουλειές». Νομίζω, από αυτήν την άποψη, πως η επιμονή των συγγραφέων στην αντι-ηγεμονία ως πυρήνα μιας μετασχηματιστικής στρατηγικής βρίσκεται στη σωστή κατεύθυνση -θέση που δεν μπορώ να αναπτύξω εδώ, αλλά που είναι στρατηγικά καθοριστική.

Μετά την μακροσκελή αυτήν παράκαμψη, επιστρέφω στην αρχή.

Τι ήταν αυτό που έκανε τον ΣΥΡΙΖΑ τόσο ισχυρό; Ποιο στοιχείο του τον διέκρινε τόσο από τα υπόλοιπα αριστερά κόμματα και του έδωσε τη δύναμη, που τον έφερε, τελικά, στην κυβέρνηση; Νομίζω, λοιπόν, πως ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε πρώτο κόμμα εκλογικά όχι επειδή διακήρυξε πως ήταν έτοιμος (;) «να κυβερνήσει», αλλά γιατί, όπως σημειώνει στο αρχικό παράθεμα η Χαρά Κούκη, η σχέση του με τα κινήματα ήταν οργανική. Γι’ αυτό, άλλωστε, η άμπωτη των κινημάτων μετά το 2012 καθόρισε σε μεγάλο βαθμό -όχι, όμως, αναπόφευκτα- την πορεία του προς την ήττα. Η εκλογική του νίκη ήταν σχετικά υπονομευμένη από αυτό το αντικειμενικό γεγονός -την υποχώρηση των κινημάτων, τα οποία, στο τέλος ενός εξαιρετικά μαχητικού και πλειοψηφικού κύκλου αγώνων, αφέθηκαν, μέσα από την αδυναμία να επιτύχουν τα ίδια το αναμενόμενο, στην κόπωση και την ανάθεση.  Προτρέχω, ωστόσο.

Η δύναμη του ΣΥΡΙΖΑ διαμορφώθηκε στη βάση του γεγονότος πως συνδέθηκε οργανικά με την άνοδο των αντιμνημονιακών κινημάτων. Πράγμα που είχε δύο, αλληλένδετες τελικά, προϋποθέσεις:

α. Σε όλη την προηγούμενη της κρίσης περίοδο δεν υπαναχώρησε ως προς την υποστήριξη όλων των συγκρουσιακών πρακτικών, που αναπτύχθηκαν. Αντίθετα, ήταν πάντα έτοιμος να συνταχθεί ακόμα και με «άγριες» και, ευρύτερα, αντιδημοφιλείς πρακτικές -η στάση του απέναντι στα Δεκεμβριανά του 2008 είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Καθόλου, όμως, το μόνο. Η άρνησή του, άλλωστε, να υποκύψει στον πολιτικό καθωσπρεπισμό, στο πλαίσιο μιας εκρηκτικής συνθήκης, υπήρξε καθοριστική -δεν ένιωσε καμιά στιγμή τη διάθεση να «καταγγείλει» το προγκάρισμα εμβληματικών πολιτικών του συστήματος ούτε να αποστασιοποιηθεί από την «βία», «από όπου κι αν προέρχεται». Πολύ περισσότερο να υπερασπιστεί και να «προστατέψει» -σε αντίθεση με το ΚΚΕ, όπως και σε πολλά άλλα- τους κορυφαίους αστικούς θεσμούς, όπως το κτίριο της Βουλής, για παράδειγμα, όταν βρίσκονταν «σε πολιορκία».

β. Υπήρξε, ήδη από την εποχή του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος, πρόμαχος της ενότητας των δυνάμεων της ριζοσπαστικής -αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Όταν ξέσπασε η κρίση, ήδη είχε μια δεκαετία πίσω του, με μπρος και πίσω, αλλά χωρίς ποτέ να εγκαταλείψει, μια εργώδη προσπάθεια για τη διαμόρφωση ενός πολιτικού υποκειμένου, που θα ένωνε το μεγαλύτερο δυνατό αριθμό ανθρώπων, ποντάροντας στην οργανωτική ανοικτότητα και ποικιλομορφία. Αυτό, την κατάλληλη στιγμή, έφερε μαζί το μεγαλύτερο μέρος των αριστερών οργανώσεων σε ένα κοινό πολιτικό εγχείρημα. Η υποστροφή, μετά το 2013 -2014, από αυτές τις επιλογές υπήρξε  βασική αιτία της τελικής κατάληξης. Ο αρχηγισμός και ο προεδρικός φραξιονισμός υπήρξαν καθοριστικοί για το φιάσκο και την πολιτική καταστροφή.

Οι συγγραφείς έχουν δίκιο όταν σημειώνουν πως το σημαντικότερο γεγονός και μαζί η βασικότερη μετατόπιση της περιόδου υπήρξε η διαχείριση του δημοψηφίσματος, που έκανε το όχι ναι, εν μία νυκτί. Η πραξικοπηματική ανάσχεση, από μέρους του προεδρικού περιβάλλοντος -και όχι του κόμματος, του οποίου η πλειοψηφία της Κεντρικής Επιτροπής απέρριπτε το Μνημόνιο-, της κορυφαίας ταξικής στιγμής στην ελληνική μεταπολιτευτική ιστορία έδωσε οριστικό τέλος στον αγώνα της κοινωνικής πλειονότητας για απαλλαγή από τα βάναυσα πειράματα κοινωνικής μηχανικής, που υφίστατο επί μια πενταετία.

“Το κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς μεταπηδά βίαια από τη διαμαρτυρία στη νεοφιλελεύθερη κυβερνολογική […] Έτσι, η «κρίση» στην Ελλάδα δεν αποτελεί μια «στιγμή εξαίρεσης» αλλά γίνεται μόνιμο καθεστώς” (σελ. 41). Οδηγώντας στο συμπέρασμα, όπως το θέτει ο Θωμάς Σιώμος ότι “τα πράγματα πρέπει, αλλά δεν μπορεί και δεν πρόκειται να αλλάξουν” (σελ. 166). Με αποτελέσματα καταστροφικά -και, εν τέλει, οριστικά- για το ελληνικό, αλλά και το διεθνές κίνημα.

“Η νεοφιλελεύθερη ηγεμονία επιβεβαιώνεται, βαθαίνοντας τη βιοπολιτική της εξουσία και σταθεροποιώντας μια ιστορική συνθήκη χωρίς εναλλακτικές […] Βέβαια, η έκβαση θα ήταν πιθανόν η ίδια ακόμα κι αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν «μετέτρεπε το ΟΧΙ σε ΝΑΙ», αλλά συντριβόταν εν τέλει και πάλι από τον ηγεμονικό νεοφιλελευθερισμό. Η απογοήτευση που ακολούθησε, όμως, από το πείραμα της αριστερής κυβερνολογικής ήταν οριστικό” (σελ. 302). “Αποστράτευσε κόσμο από την Αριστερά, εξάλειψε την ελπίδα για αλλαγές και έθρεψε τη δεξιά […]” (σελ. 247). Μετά από αυτό, η δεύτερη κυβέρνηση Τσίπρα καταβυθίστηκε σε αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «βρώμικη θεσμικότητα».

Σύμφωνα με τους συγγραφείς, λοιπόν, η διαφορά ανάμεσα σε αυτό που έγινε και σε μια ήττα υπό το βάρος ενός συντριπτικού συσχετισμού, χωρίς να εγκαταλειφθεί η προσπάθεια, ήταν πως αυτό που έγινε οδήγησε σε οριστική «επιβεβαίωση» πως «δεν υπάρχει εναλλακτική». Όχι πως η εναλλακτική είναι δύσκολη, αλλά πως δεν υπάρχει. Πράγμα που ήταν πιθανό πως δεν θα συνέβαινε αν υιοθετούταν η δεύτερη επιλογή, η οποία ήταν πλειοψηφική στα θεσμισμένα όργανα του κόμματος.

Γι’ αυτό και καταντάει γελοίο να λέγεται πως η απώλεια της κυβέρνησης, η «αριστερή παρένθεση» θα έκανε τα πράγματα χειρότερα. Στην πραγματικότητα, την κυβέρνηση την «χάσαμε»· απλώς, αυτοί που «κυβέρνησαν» δεν το είχαν καταλάβει. Η «αριστερή παρένθεση» υλοποιήθηκε με τον πιο εμφατικό και οριστικό τρόπο. Όπως σημειώνουν οι ίδιοι οι κυβερνήσαντες, άλλωστε, όπως ο Ν. Ηλιόπουλος, “το ό,τι είχαμε υπουργούς κ.λπ. δεν σήμαινε τίποτε” (σελ. 284). Δεν είναι εύλογη η ερώτηση «τί τους θέλατε τότε τους υπουργούς»; Η τοποθέτηση δε της Έφης Αχτσιόγλου πως τα περιθώρια ελιγμών της κυβέρνησης ήταν στενά διότι δεν υπήρχε “εργατικό κίνημα στην Ελλάδα ικανό να δημιουργήσει εκείνους τους κοινωνικούς συσχετισμούς που θα πίεζαν για επαναρρύθμιση της αγοράς εργασίας” (σελ. 257) -περίπου, έφταιγαν οι εργάτες- ανακαλύπτει μια έλλειψη, η οποία, όμως, καθόλου δεν συνάδει με το κορυφαίο ταξικό γεγονός του δημοψηφίσματος.

Επιπλέον, καταντάει γραφικό να λέγεται πως «υποτιμήσαμε» τη συνθήκη. Όποια θέλει μπορεί να διαβάσει τις συνεδριακές αποφάσεις ή αυτές της ΚΕ, που διαρκώς επισημαίνουν τις τεράστιες δυσκολίες, τις οποίες θα αντιμετώπιζε μια αριστερή κυβέρνηση.

Αναφέρθηκα, προηγουμένως, στο δημοψήφισμα χαρακτηρίζοντάς το ως μείζονα ταξική -και όχι λαϊκιστική- στιγμή. Η «σχολή» πολιτικής επιστήμης της Θεσσαλονίκης έχει συνεισφέρει, μοναδικά σε διεθνές επίπεδο, στη συζήτηση αναφορικά με τον λαϊκισμό και τις αποτελεσματικές στρατηγικές, που μπορεί να αρθρώσει. Το έργο του Γιάννη Σταυρακάκη, των συγγραφέων του παρόντος, αλλά και ενός μεγάλου αριθμού συνεργατών τους, διευκρινίζουν τα πράγματα με εξαιρετικό τρόπο -πράγμα, που επιτρέπει ακόμη και στην αντίρρηση να είναι έλλογη και σοβαρά επιχειρηματολογημένη.

Επιστρέφω στη διατύπωσή μου: το δημοψήφισμα αποτέλεσε κορυφαίο ταξικό γεγονός. Δεν είναι μόνο η ανάλυση των κοινωνικών συντεταγμένων του, αλλά το ίδιο το διακύβευμα και οι πιθανότατες συνέπειές του. Η κοινωνική πλειονότητα, με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο, αποφάσισε πως το εγχείρημα απαλλαγής από τα μνημονιακά κάτεργα μετρούσε περισσότερο από την διαφύλαξη των «καταθέσεων» και, γενικότερα της ιδιοκτησίας.

Ήταν μια ταξική στιγμή, ακριβώς γιατί τον τόνο τον έδιναν οι κατώτερες τάξεις, και μια νεολαία, της οποίας το μέλλον ήταν, ακόμα και ανεξάρτητα από την κοινωνική προέλευση,  προλεταριακό, με την πιο καθαρή σημασία της λέξης.

Τα μεσοστρώματα -η παραδοσιακή και η μεσαία και πάνω «νέα μικροαστική» τάξη- πολώνονται, την κρίσιμη στιγμή, πάντοτε σχεδόν, προς την αστική τάξη. Όπως σωστά σημειώνουν, νομίζω, οι συγγραφείς, αναφερόμενοι, μάλιστα, όχι ειδικά στην κρίση, αλλά γενικότερα στη νεοφιλελεύθερη περίοδο,

“[τ]α [«μεσαία»] νοικοκυριά είναι πιθανό να έχουν πουλήσει πολύτιμα περιουσιακά στοιχεία για να καλύψουν τρέχουσες ανάγκες τους. Συχνά είναι πνιγμένα στο χρέος και ζουν μαζί με τα ενήλικα παιδιά τους. Παραμένουν, ωστόσο, εγκλωβισμένα σε μια ψυχολογία «βάναυσης αισιοδοξίας» […] Η φαντασίωση ότι υπάρχουν δυνατότητες σε ένα περιβάλλον κρίσεων τρέφει μια διηνεκή επένδυση της επιθυμίας στην κυρίαρχη τάξη πραγμάτων. Υποθάλπει έτσι τον κοινωνικό συντηρητισμό” (σελ. 67).

Υπάρχουν σοβαρά στοιχεία, που δείχνουν ότι το μπλοκ του «Μένουμε Ευρώπη» αρθρώθηκε γύρω από αυτές τις κοινωνικές κατηγορίες. Οι οποίες συχνότατα αντιλαμβάνονται στην ταξική σύγκρουση ως εγχείρημα διατήρησης των προνομίων τους -έστω και μειωμένων- απέναντι στα πληβειακά στρώματα. Άλλωστε, η «μεσαία τάξη», ως τμήμα του επάνω ενός τρίτου της κοινωνίας, είναι πολύ περισσότερο συνειδητοποιημένη ταξικά σε σχέση με τις κατώτερες. Με άλλα λόγια, ο λαός της ιδιοκτησίας ξέρει πως, ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές του, έχει πολλά να προασπιστεί και πολλά να χάσει. Ένα παράδειγμα; Σκεφτείτε το όφελος που είχαν οι μικροί εργοδότες από την διάλυση της εργασιακής νομοθεσίας.

Γενικότερα -και όχι μόνο στην περίοδο της κρίσης, αλλά ήδη από την περίοδο της νομισματικής ενοποίησης- η μετακύλιση της «δημοσιονομικής προσαρμογής» στους μισθωτούς ήταν απόλυτη. “Οι   τεχνοκρατικές εθνικές ελίτ και οι εγχώριες μεσαίες τάξεις […] συντάσσονται με τις [νεοφιλελεύθερες] μεταρρυθμίσεις γιατί σπάνε τις θεσμικά κατοχυρωμένες αντιστάσεις στον καπιταλιστικό εκσυγχρονισμό. Ανατρέπουν εθνικούς ταξικούς συμβιβασμούς γύρω από τις ρυθμισμένες αγορές εργασίας, τον «ακριβό» και ασφαλή δημόσιο τομέα, τις πρώιμες και υψηλές συνταξιοδοτήσεις, τις ονομαστικές αυξήσεις μισθών…” (σελ. 98).

Από αυτήν την άποψη, νομίζω πέφτει μέσα ο Rodriguez Lopez, ο οποίος, αντλώντας από την εμπειρία των Ποδέμος, λέει πως

“Η απώλεια της ταξικής συνείδησης και οι διεκδικήσεις ρυθμιστικού και νομικού περιεχομένου για δανειολήπτες, μικροϊδιοκτήτες και πτυχιούχους εργαζόμενους αποδεικνύουν ότι συντηρητικές νοοτροπίες διακατέχουν και το κίνημα εναντίον της λιτότητας […] Αντί για ταξική αντιπαράθεση και ριζοσπαστική αλλαγή, οι διεκδικήσεις […] επικεντρώθηκαν στην προστασία της κατοικίας και της ιδιοκτησίας” (σελ. 422). Μια ορισμένη «κεντροαριστερά», επιπλέον, ενισχύει την ευνουχιστική πίστη σε έναν παλιό καλό καπιταλισμό -εν πολλοίς ανεύρετο.

Εδώ, με σχηματικό βέβαια τρόπο, εμφανίζεται το πρόβλημα με τον λαϊκισμό. Οι ισοδυναμίες που επιδιώκει και συχνά επιτυγχάνει μεταξύ διαφορετικών, ακόμα και φαινομενικά -ή και πραγματικά- αντιφατικών, αιτημάτων, μέσα από την ανάδειξη κενών σημαινόντων· το εγχείρημα της κατασκευής ενός «λαού» μάχιμου και αγωνιστικού απέναντι στις «ελίτ», στην  «κάστα», στη «διαπλοκή -και όχι στην άρχουσα τάξη και τα υποστηρίγματά της· η λογική του 99% απέναντι στο 1% μπορεί να φέρνει πιο κοντά στην εκλογική επιτυχία και την κυβέρνηση, αλλά συχνά προδιαγράφει μια αποτυχία. Θέλω να πω, συμφωνώντας, ως προς αυτό απολύτως με τους υποστηρικτές μιας πολιτικής του λαϊκισμού, πως οι εγκλήσεις, τα ονόματα, οι λέξεις, ο τρόπος, εν τέλει, με τον οποίο κατονομάζεις «εμάς» και «αυτούς» είναι στρατηγικά το σταυρικό σημείο.

Άλλωστε, όλα τα πολιτικά υποκείμενα «κατασκευάζονται». Και η εργατική τάξη ως πολιτικό υποκείμενο είναι διαρκώς «υπό κατασκευή». Οι ισοδυναμίες, τα, εδώ λιγότερο, κενά σημαίνοντα, οι εγκλήσεις είναι εξίσου αναγκαίες. Όταν το 70% του πληθυσμού μπορεί, για ουσιώδεις λόγους, να εγκληθεί ως εργατική τάξη, οι ισοδυναμίες μπορούν να κριθούν από την αποτελεσματικότητα ακριβώς της ταξικής έγκλησης· η οποία, με τη σειρά της, κρίνεται από τη δυνατότητά της να βοηθήσει στην δημιουργία της αναγκαίας ταξικής αυτονομίας, που είναι προϋπόθεση για την διαμόρφωση κοινωνικών συμμαχιών.

Το γεγονός πως ο κυρίαρχος λόγος δρα πάντοτε επιτελεστικά, συγκροτώντας, ειδικά στην Ελλάδα μετά το 2010, ένα υποκείμενο χωρίς αξία και αξιοπρέπεια αποτελεί μια τεράστια ήττα. Μια αντίθετη επιτελεστική στρατηγική είναι χωρίς αμφιβολία αναγκαία, όπως σημειώνει ο Γιάννης Σταυρακάκης. Οι εγκλήσεις, ωστόσο, που διαμορφώνουν μια τέτοια στρατηγική, θεωρώ πως μπορεί και είναι καλό να είναι ταξικές, κυρίως.

Έχει πληθωριστικά υποστηριχτεί, όπως προείπα, πως η εκτόξευση του ΣΥΡΙΖΑ επήλθε ως αποτέλεσμα της σταδιακής «ωρίμανσης» του λόγου του. Λέγεται πως η μετατόπιση από οιονεί ταξικές αναφορές στον «κόσμο της εργασίας», τη «νεολαία» και τη «γενιά των 700 ευρώ» σε ένα λόγο που μιλούσε «στο όνομα του λαού» υπήρξε θεμελιώδης όρος για την εκλογική του επιτυχία. Με άλλα λόγια, η μετάβαση από τον αντιπαγκοσμιοποιητικό λόγο, που αντιμάχονταν εν πολλοίς την «εξουσία», την «κυβέρνηση» και το «κράτος» προς ένα λαϊκιστικό λόγο που τα διεκδικούσε άνοιξε το δρόμο για την κατάκτηση της πλειοψηφίας. Έχω αναλύσει παραπάνω γιατί δεν πιστεύω κάτι τέτοιο.

Ακόμα, όμως, κι αν ισχύει, δεν είναι αβάσιμο, βάσει της εμπειρίας -όχι μόνο της ελληνικής-, να πούμε πως ακόμη κι αν ο λαϊκισμός βοήθησε στην έλευση στη διακυβέρνηση, περιόρισε μάλλον το εύρος και τη ριζοσπαστικότητα της πολιτικής παρέμβασης. Η «ασάφεια», η οποία είναι, αναγκαστικά, νομίζω, στοιχείο μιας λαϊκιστικής πολιτικής κάνει δύσκολη την επιδίωξη συνεκτικών ριζοσπαστικών πολιτικών, στο μέτρο που, κατά την εφαρμογή, εμφανίζονται οι σοβαρότατες συχνά ανταγωνιστικές αντιφάσεις στο εσωτερικό του «νικηφόρου μπλοκ». Την ίδια στιγμή που θα έπρεπε να επιχειρηθούν γρήγορα μεγάλες αλλαγές, η διαμόρφωση του μπλοκ λειτουργεί πάντα επιβραδυντικά.

***

Έχουμε πια στη διάθεση μας έναν ικανό αριθμό βιβλίων, που αναλύουν, με εξαιρετικό συχνά τρόπο, την τρομερή περίοδο 2010 -2019. Και ένα πολύ μεγάλο αριθμό άρθρων και επιφυλλίδων. Το βιβλίο που παρουσιάζω εδώ είναι, αναμφίβολα, από τα καλύτερα σε ό,τι αφορά τη στρατηγική συζήτηση στο πλαίσιο της Αριστεράς και του αντικαπιταλιστικού κινήματος. Όσο κι αν μακρηγόρησα προηγουμένως, διατύπωσα ελάχιστους από τους πολλούς προβληματισμούς, που προκαλεί το βιβλίο.

Να θέσω μερικά ακόμα ερωτήματα, καθένα από τα οποία θα απαιτούσε ένα δικό του αναλυτικό άρθρο. Ερωτήματα των οποίων οι απαντήσεις θεωρούνται για πολλούς αυτονόητες· προσωπικά, θεωρώ πως η επίκληση του αυτονόητου είναι συνέπεια άγνοιας της σχετικής «αιώνιας» στρατηγικής  συζήτησης, αλλά και της οκνηρίας που χαρακτηρίζει μεγάλο τμήμα της πολιτικής Αριστεράς, σε συνδυασμό με την απογοήτευση και τις συνεχείς ματαιώσεις.

Είναι βέβαιο πως η πάλη «μέσα στο κράτος» είναι ωφέλιμη για το χειραφετητικό κίνημα;

Είναι άστοχη η επιμονή, για παράδειγμα, του Αλτουσέρ πως το κόμμα πρέπει πάντοτε να μένει «έξω από το κράτος» ακόμα κι αν πρόκειται για εργατικό κράτος;

Πώς υπερβαίνεται η αντίφαση, που επισημαίνουν οι συγγραφείς, η οποία εμπεριέχεται οργανικά στον θεσμικό ριζοσπαστισμό;

Υπέρ του «θεσμικού» ή υπέρ του «ριζοσπαστικού»;

Είναι καλό να κυβερνά η Αριστερά; Υπό ποιους όρους;

Κι αν είναι κάποιες φορές καλό, πότε δεν είναι;

Μπορεί η Αριστερά να ασκεί διακυβέρνηση χωρίς την παρουσία ενεργών κινημάτων; Μήπως πολλές φορές η διακυβέρνηση συνιστά πρόβλημα για την ανάπτυξη των κινημάτων;

Ποια είναι η βαρύτητα της θεσμικής υλικότητας του καπιταλιστικού κράτους; Μπορεί να υλοποιηθεί ριζοσπαστικό πρόγραμμα χωρίς ένα είδος «καταστροφής» του κράτους, χωρίς, δηλαδή, έναν ριζοσπαστικό εκδημοκρατισμό του; Είναι εφικτός ο τελευταίος;

ΥΓ-α. Πολύ μεγάλο ενδιαφέρον έχει η ανάλυση από τους συγγραφείς της εμπειρίας του δημοτισμού στην Ισπανία, που δίνει, μέσα από την πρακτική του διάσταση, μια πολύ σημαντική βάση για την κριτική του λαϊκισμού και του κυρίαρχου λογοκεντρισμού του.

ΥΓ -β. Η συχνή επίκληση, σε αντίστιξη με τον νεοφιλελευθερισμό, του φιλελευθερισμού, ως συμβατού με τα σύγχρονα χειραφετητικά προτάγματα, είναι νομίζω εξαιρετικά προβληματική. Όπως σωστά το θέτουν οι συγγραφείς, παραπέμποντας στον ΜακΦέρσον, ο φιλελευθερισμός έχει από καιρό καταντήσει “ένα καθεστώς αστυνόμευσης των  υλικών ανισοτήτων και των συνθηκών υποτέλειας που αυτές συνεπάγονται για την πλειοψηφία” (σελ. 70). Πιστός στον φονταμενταλισμό της αγοράς και την απόλυτη προτεραιότητα των δικαιωμάτων της ιδιοκτησίας, διαθέτει ένα ιδιαίτερα ανελαστικό αυταρχικό πυρήνα και “δεν διστάζει να επιστρατεύσει τους επίσημους κατασταλτικούς μηχανισμούς σε βάρος των πολλών”. Άλλωστε, ιστορικά ο φιλελευθερισμός στάθηκε απέναντι στη δημοκρατία, περισσότερο ακόμα και από το νεοφιλελευθερισμό.

Είναι προτιμότερο και περισσότερο ακριβές να ονομάζουμε την ιδεολογία που προάγει τις ατομικές ελευθερίες ελευθεριακή παρά φιλελεύθερη. Πολύ περισσότερο που ένα μεγάλο μέρος των επέκτασης των ελευθεριών, ατομικών, αλλά κατεξοχήν πολιτικών και κοινωνικών, οφείλεται στο εργατικό κίνημα.

ΥΓ -γ. Η έννοια της κυβερνολογικής έχει κεντρικό ρόλο στο βιβλίο.

“Στρέφει την προσοχή μας στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά μιας μορφής εξουσίας που χρησιμοποιεί την «οικονομία» ως κατεξοχήν πεδίο έγκυρης γνώσης και τους μηχανισμούς ασφάλειας ως κύριο μέσο διακυβέρνησης. Ανιχνεύει πρακτικές κυβέρνησης και αυτοκυβέρνησης, ελέγχου των άλλων και αυτοελέγχου. Η κυβερνολογική εντοπίζει την καινοτομία των σύγχρονων μορφών διακυβέρνησης στη σχέση των πολιτικών θεσμών με  την καθοδήγηση της συμπεριφοράς των πολιτών και συλλαμβάνει ένα κανονιστικό πλαίσιο ρύθμισης ατομικών συμπεριφορών, τεχνικών υποκειμενοποίησης και δημιουργίας σχέσεων εξουσίας με τους άλλους” (σελ. 308)

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

BookBubble Podcast: Οι Mικροί Kόσμοι του Δημήτρη Χατζή

Podcast Ξεφυλλίζοντας τον 20ό Αιώνα: Επεισόδιο 22: Πολεμικά Παιδικά Παιχνίδια & Εθνικές Ιδέες στις Αρχές του 20ού Αιώνα