Από τις ταραχές του Παρισιού ως τον υπόλοιπο κόσμο, είναι εφικτό να επανασυνδέσουμε τον νου με το συλλογικό σώμα;
Αποκάλυψη
Το μεσογειακό φθινόπωρο, από τη Μαδρίτη μέχρι τα Τίρανα, από το Παρίσι μέχρι την Αθήνα και το Μιλάνο, είναι ταραγμένο και απειλητικό. Αλλά εκεί όπου εγκυμονεί ο κίνδυνος, μερικές φορές, βρίσκεται η σωτηρία. Μερικές φορές, όχι πάντα.
Αντιμέτωπη με το πολεμικό μέλλον που προετοιμάζεται, αντιμέτωπη με τη λεηλασία των κοινωνικών πόρων που προορίζονται για την τροφοδοσία του επανεξοπλισμού, η μεσογειακή Ευρώπη αντιδρά. Μια φοιτήτρια στο Μιλάνο κρατάει ένα χαρτόνι που γράφει: Χρήματα για τα σχολεία, όχι για τον πόλεμο.
Σε αυτό το πλαίσιο, πρέπει να κατανοήσουμε την έννοια της εξέγερσης της GenΖ (το τελευταίο γράμμα του ιταλικού αλφαβήτου).
Κοιτάζοντας εικόνες από τις ταραχές του Μιλάνου, στις οποίες δεν μπόρεσα να συμμετάσχω εξαιτίας των προβλημάτων στους πνεύμονες που με εμποδίζουν να εισπνεύσω δακρυγόνα, μου ήρθαν στο μυαλό διάφορες σκηνές από το πρόσφατο και μακρινό παρελθόν.

Πριν από πενήντα χρόνια
Πρώτα απ ‘όλα, μου ήρθε στο μυαλό η 7η Δεκεμβρίου 1976, όταν χιλιάδες νέοι από τα νεοσύστατα τότε κοινωνικά κέντρα έφτασαν από την απέραντη hinterland του Μιλάνου και λεηλάτησαν δεόντως το κέντρο της πόλης.
Ήταν η αρχή του κινήματος που κορυφώθηκε στις 11 και 12 Μαρτίου με τις εξεγέρσεις στην Μπολόνια, τη Ρώμη, το Μιλάνο και λίγο ως πολύ παντού.
Εκείνη την 7η Δεκεμβρίου 1976, ήμουν στο Μιλάνο για να καλύψω τα γεγονότα, και στα μέσα του απογεύματος, κάποιοι αστυνομικοί με συνέλαβαν και με οδήγησαν στο αστυνομικό τμήμα, όπου πέρασα πολλές ώρες σε ένα μεγάλο δωμάτιο γεμάτο με άλλους συλληφθέντες περιμένοντας να με αφήσουν ελεύθερο.
Είχα μαζί μου το μαγνητόφωνο Naga του Radio Alice, και ηχογράφησα μερικές από τις φωνές των άλλων συλληφθέντων. Στην παράδοση της αριστεράς, αυτά τα παιδιά από την hinterland θεωρούνταν λούμπεν προλεταριάτο, αλλά για εμάς αποτελούσαν μέρος ενός αναδυόμενου κινήματος στο οποίο η φοιτητική ιδιότητα και η εργατική τάξη ταυτίζονταν.
Υπήρχε μια αόριστη αίσθηση ότι συμμετείχαμε σε μια διαδικασία που κινούνταν προς την απελευθέρωση της ζωής από τη δουλεία της μισθωτής εργασίας.
Αλλά τα πράγματα δεν πήγαν όπως θέλαμε: η γνώση και η τεχνολογία που για εμάς θα μπορούσαν να είχαν γίνει όργανα της απελευθέρωσης απαλλοτριώθηκαν από μια μειοψηφία και υποτάχθηκαν στη λογική του κέρδους, ενάντια στο συλλογικό συμφέρον.
Μια διαβόητη προσωπικότητα που ήταν τότε Υπουργός Εσωτερικών (Σ.τ.Μ Φραντσέσκο Κοσίγκα), και αργότερα διορίστηκε Πρόεδρος με την ψήφο των σταλινικών, έγραψε:
«Συνέτριψα οριστικά την αυτονομία: έστειλα τεθωρακισμένα οχήματα για να γκρεμίσουν τις πύλες του Πανεπιστημίου της Ρώμης και να το ανακαταλάβουν μετά την εκδίωξη του Λάμα· στη συνέχεια, μετά τον θάνατο του Λορούσο, έστειλα τεθωρακισμένα με πολυβόλα στην Μπολόνια, που οι κομουνιστές της Μπολόνια τα υποδέχτηκαν με χειροκροτήματα. Ανεχθήκαμε το συνέδριο του Σεπτεμβρίου· στη συνέχεια της δώσαμε το τελειωτικό χτύπημα και η αυτονομία έληξε».
Το Φθινόπωρο του σπασμού
Εδώ, μου έρχεται στο μυαλό μια δεύτερη σκηνή, πολύ πιο κοντά στην εποχή μας: Σαντιάγο, Χιλή, 2019.
Είναι η χρονιά της ταινίας «Τζόκερ», του Τοντ Φίλιπς. Ένας συγκλονιστικά ανησυχητικός Χοακίν Φίνιξ ενσαρκώνει την ψυχική οδύνη, τη μητροπολιτική μοναξιά και τις εκρήξεις παράλογης βίας του Άρθουρ Φλεκ, ενός απολυμένου κλόουν, λίγο σχιζοειδούς, που πάσχει από κατάθλιψη και ο οποίος σκοτώνει τρεις νεαρούς χρηματιστές, προκαλώντας τη θυμηδία του κοινού.
Αυτή η βία είναι σίγουρα παράλογη, αλλά πώς να μην την καταλάβεις, ειδικά επειδή, στο τέλος της ταινίας, πυροδοτεί μια αξιομνημόνευτη εξέγερση. Στον κινηματογράφο, μας φάνηκε αστείο, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι η ίδια ψυχική οδύνη μπορεί να έχει καταστροφικές συνέπειες, όπως η εκλογή ενός διαταραγμένου στην αμερικανική προεδρία.
Κάναμε εντελώς λάθος: τι βρήκαμε όταν βγήκαμε από το τούνελ της πανδημίας; Τον πόλεμο
Το φθινόπωρο του 2019, πολλές πόλεις σε όλο τον κόσμο, από το Σαντιάγο της Χιλής μέχρι το Χονγκ Κονγκ, από το Κίτο μέχρι την Τεχεράνη, από τη Βαρκελώνη μέχρι το Λονδίνο, φάνηκαν να συγκλονίζονται από έναν ταυτόχρονο σπασμό, αλλά χωρίς μια κοινή στρατηγική.
Το estallido (κοινωνική έκρηξη) του φθινοπώρου του 2019 δεν ήταν η αρχή μιας επανάστασης. Δεν είχε ούτε ένα κοινό συναίσθημα ούτε ένα πρόγραμμα μετασχηματισμού για το μέλλον. Ήταν ο σπασμός ενός σώματος που για μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν συμπιεσμένο.
Μετά από σαράντα χρόνια νεοφιλελεύθερης επιτάχυνσης του ρυθμού παραγωγής και κατανάλωσης πληροφοριών, μετά από τρεις δεκαετίες ψηφιακής και συνδεσιακής υπερδιέγερσης, το συλλογικό σώμα εισήλθε σε ένα είδος σπασμού, την αντίδραση, δηλαδή, του οργανισμού σε μια επιτάχυνση του ρυθμού, έναν μυϊκό σπασμό που μπορεί να είναι επώδυνος και να οδηγήσει τον οργανισμό αρχικά σε κατάρρευση και, στη συνέχεια, σε παράλυση.
Την ίδια χρονιά, εκτός από τον θαυμάσιο «Τζόκερ» του Todd Philipps, θυμάμαι ότι είδα άλλες δύο ταινίες που μου φάνηκαν ως σημάδι του κύκλου επιτάχυνση-σπασμός-κατάρρευση που εκτυλίσσονταν στον πραγματικό κόσμο.
Είδα την ταινία «Sorry we missed you» του Κεν Λόουτς. Ήταν μια ιστορία για την υπερεκμετάλλευση των εργαζομένων σε καθεστώς επισφάλειας, και τις συνέπειες του νευρικού κλονισμού, της ταπείνωσης και της ανίσχυρης οργής.
Ένας οικογενειάρχης τρέχει όλη μέρα με ένα φορτηγάκι για να παραδώσει εμπορεύματα, αναγκασμένος να κατουράει σε ένα μπουκάλι, μέχρι που δέχεται επίθεση από μια συμμορία κλεφτών που του κλέβουν τα εμπορεύματα που πρέπει να παραδώσει.
Η δεύτερη ταινία που θυμάμαι είναι τα «Παράσιτα», του Κορεάτη σκηνοθέτη Bong Joon-ho, στην οποία παρακολουθούμε ένα κρεσέντο εξαπατήσεων και βίας, μια κατάσταση κοινωνικού ανταγωνισμού χωρίς κανένα περιθώριο αλληλεγγύης, χωρίς ικανότητα εξέγερσης ή συνείδησης.
Μετά τον σπασμό, η κατάρρευση
Μετά τον σπασμό του φθινοπώρου του 2019 ήρθε η κατάρρευση.
Στις αρχές του επόμενου έτους, πράγματι, ο κόσμος παρέλυσε από μια πανδημία που προκλήθηκε από έναν πληροφοριακο-ιικό παράγοντα που κατάφερε να μπλοκάρει την οικονομική δραστηριότητα και την διαρκή επιτάχυνση της κοινωνικής δραστηριότητας.
Μπορούσαμε, επιτέλους, να χαλαρώσουμε.
Κατά τη μακρά περίοδο του lockdown και της κοινωνικής αποστασιοποίησης, πολλοί έτρεφαν αυταπάτες ότι το σοκ θα ενθάρρυνε την εγκατάλειψη των φιλελεύθερων πολιτικών που είχαν αποδυναμώσει τη δημόσια υγεία και τον κοινωνικό ιστό.
Για παράδειγμα, πολλοί περίμεναν την εγκατάλειψη των νεοφιλελεύθερων προγραμμάτων που είχαν περικόψει την χρηματοδότηση της δημόσιας υγειονομικής περίθαλψης προς όφελος του ιδιωτικού συστήματος υγειονομικής περίθαλψης. Περίμεναν την έξοδο από το τούνελ της πανδημίας ως προϋπόθεση για μια νέα κοινωνική πολιτική που θα βασιζότανι στην αλληλεγγύη.
Κάναμε εντελώς λάθος: τι βρήκαμε όταν βγήκαμε από το τούνελ της πανδημίας;
Τον πόλεμο.
Για να επιβεβαιώσει την κυριαρχία μιας λευκής μειονότητας και ενός συστήματος οικονομικής λεηλασίας, η παγκόσμια εξουσία έθεσε σε κίνηση την πολεμική μηχανή. Στο όνομα του επανεξοπλισμού, η κοινωνία καταστρέφεται οριστικά, οι δαπάνες για τα σχολεία μειώνονται και οι νέοι καλούνται να προετοιμαστούν να σκοτώσουν και να σκοτωθούν. Στο όνομα του πολέμου, εγκαταλείπονται οι δειλές «πράσινες» πολιτικές και ξαναρχίζουν να δηλητηριάζουν τον αέρα, η γη και τη θάλασσα.
Η γενοκτονία κατέληξε καθημερινό θέαμα. Στη Γάζα, πυροβολούν πλήθη παιδιών που ζητούν ψωμί, που ζητούν νερό να πιούν.
Οι περικοπές στην ανθρωπιστική βοήθεια πυροδοτούν μια γενοκτονία σε παγκόσμια κλίμακα.
ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΟΤΗΤΑ
Τίποτα δεν είναι λογικό όταν διαγράφεται η λογική
Είναι απολύτως κατανοητό ότι στο περιθώριο μιας κοινωνίας που προετοιμάζει τον πόλεμο φουντώνει η οργή.
Η γενιά χωρίς μέλλον έχει κάθε λόγο να επαναστατεί. Κάποτε, οι άνθρωποι διεκδικούσαν ένα καλύτερο μέλλον. Τώρα η ίδια η ιδέα ενός καλύτερου μέλλοντος προκαλεί γέλιο. Είναι γνωστό ότι η γενιά που κάποιοι είχαν την αποκοτιά να φέρουν στον κόσμο, είναι καταδικασμένη να αναπνέει έναν αποπνικτικό αέρα (η πρόσφατη εξέγερση των νέων στην Ινδονησία πηγάζει από την οργή για τις πυρκαγιές που καίνε το αρχιπέλαγος πνίγοντας τις πόλεις με καπνούς). «Αν καούμε εμείς, θα καείτε κι εσείς!» έγραφε ένα πανό διαμαρτυρίας που κρατούσε ένας διαδηλωτής στην Τζακάρτα. «Έχω δικαίωμα να αναπνέω. Σβήστε τις φωτιές αμέσως!» φώναζε ένα άλλο πανό.
Αλλά κανείς δεν είναι ικανός να σβήσει τη φωτιά που κάνει τον αέρα που αναπνέουμε τοξικό.
Στις 15 Φεβρουαρίου 2019, εκατομμύρια νέοι βγήκαν στους δρόμους σε όλο τον κόσμο για να απαιτήσουν από κάποιον να σβήσει τη φωτιά ή τουλάχιστον να σταματήσει να την ανάβει. Η Γκρέτα Τούνμπεργκ προειδοποιούσε: ο χρόνος τελειώνει.
Ποια ήταν η απάντηση της άρχουσας τάξης;
Πόλεμος κατά των αμάχων και κατά του περιβάλλοντος, δεξαμενόπλοια που ρυπαίνουν τη θάλασσα με πετρέλαιο, τεράστια σύννεφα τοξικών υλικών για την εξόντωση ανυπεράσπιστων πληθυσμών. «Drill baby drill», κραυγάζει ο πρόεδρος, αρπάζοντας εκατομμύρια δολάρια.
Γιατί μας προκαλεί έκπληξη όταν οι νέοι βγαίνουν στους δρόμους φωνάζοντας: «Καταστρέψατε το μέλλον μας, θα σας κάνουμε να το πληρώσετε»; Πριν από ένα χρόνο, πολλοί από αυτούς τους νέους διαμαρτύρονταν για τη γενοκτονία στη Γάζα. Αλλά η γενοκτονία συνεχίστηκε.
Και τότε μερικοί από αυτούς μπορεί να σκέφτηκαν: σας βλέπουμε κάθε μέρα στις οθόνες να σκοτώνετε νέους και παιδιά. Οι επόμενοι θα είμαστε εμείς. Θα σας κάνουμε να το πληρώσετε προκαταβολικά.
Είναι λογικό; Τίποτα δεν είναι λογικό όταν οι προϋποθέσεις για λογική διαγράφηκαν στο όνομα του κέρδους και του πολέμου.

Είναι εφικτό να επανασυνδέσουμε τον νου με το συλλογικό σώμα;
Αλλά ας επιστρέψουμε στο 2019.
Εκείνο το φθινόπωρο του χιλιανού estallido (κοινωνική έκρηξη), γίναμε μάρτυρες του σπασμωδικού ξεσπάσματος ενός κοινωνικού σώματος αποκομμένου από τον εγκέφαλο, μιας εξέγερσης χωρίς σχέδιο που υποχώρησε, ενώ η πολιτική αποδείχθηκε ανεπαρκής να την μετουσιώσει. Η συνταγματική μεταρρύθμιση απορρίφθηκε και, τελικά, οι φασίστες κέρδισαν τις εκλογές.
Πρέπει να αντλήσουμε ένα μάθημα από αυτό: το σχέδιο που πρέπει να ακολουθήσουμε είναι αυτό της επανασύνδεσης του σώματος με τον νου. Χωρίς μια διαδικασία αυτοοργάνωσης της γνωστικής εργασίας, η εξέγερση των σωμάτων δεν μπορεί παρά να καταλήξει σε μια φασιστοειδή αντίδραση.
Οι ακτιβιστές που διαμαρτύρονται ενάντια στα data center στην ενδοχώρα του Μιλάνου έχουν πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι η εξουσία της γνώσης πρέπει να αφαιρεθεί από τις ιδιωτικές εταιρείες και να μετατραπεί σε κοινή κληρονομιά.
Είναι όμως εφικτή η αυτοοργάνωση της γνώσης έξω από την κυριαρχία του χρηματοοικονομικού τομέα και του πολέμου, μπροστά στο νέο κύμα περιορισμών που προετοιμάζονται; Είναι δυνατή η συλλογική σκέψη όταν το κοινωνικό σώμα είναι κατακερματισμένο και ανίκανο για ενότητα και στρατηγική;
Η μετανάστευση έχει αλλάξει την κοινωνική σύνθεση του των μητροπόλεων, έχει δημιουργήσει συνθήκες σύγκρουσης μεταξύ των φτωχών και των περιθωριοποιημένων.
Αναμνήσεις από το Macao
Μόνο τα κοινωνικά κέντρα προσπάθησαν να δημιουργήσουν χώρους επανασύνδεσης. Όμως αυτό δεν ήταν πάντα εύκολο. Θυμάμαι τον τρόπο με τον οποίο έληξε το 2021 η εμπειρία του Macao στο Μιλάνο. Ήταν, ίσως, το μόνο κοινωνικό κέντρο που, από την ίδρυσή του το 2012, είχε προχωρήσει περισσότερο στην προσπάθειά του να ενώσει την κοινωνική περιθωριοποίηση, τους καλλιτέχνες και τη γνωστική εργασία. Εξέγερση και στρατηγική νοημοσύνη.
Οι καταληψίες του Μακάο αποφάσισαν να εγκαταλείψουν το κτίριο στο οποίο έζησαν και πειραματίστηκαν για μια δεκαετία, όταν συνειδητοποίησαν ότι το περιβάλλον γύρω τους είχε γίνει επικίνδυνο εξαιτίας της παρουσίας περιθωριοποιημένων ανθρώπων. Μερικοί από αυτούς ήταν αλλοδαποί, που δεν σκόπευαν να ταυτιστούν με ένα κοινό πρόγραμμα αλληλεγγύης, ήθελαν μόνο να εκφράσουν την απεγνωσμένη τους ανάγκη με βίαιο τρόπο. Όταν οι καταληψίες του Μακάο συνειδητοποίησαν ότι η αντιπαράθεση με την περιθωριοποίηση θα μπορούσε να γίνει βίαιη, προτίμησαν να φύγουν.
Ένας από αυτούς δήλωσε:
«Υπάρχει ένα όριο που δεν σκοπεύουμε να ξεπεράσουμε, το οποίο δεν αποτελεί μέρος της ιστορίας μας ή της γλώσσας μας. Δεν είμαστε καλοί στο να προκαλούμε φόβο. Μας ενδιαφέρει να δημιουργούμε συμμαχίες και εναλλακτικές κοινωνικοποιήσεις, να χτίζουμε συνενοχή και δύναμη, να φανταζόμαστε άλλους κόσμους. Αυτά είναι τα πράγματα που ξέρουμε να κάνουμε».
Θα πρέπει να συνεχίσουμε τον προβληματισμό μας από αυτό το σημείο.
Εν τω μεταξύ, αυτοί που ευνόησαν την καταστροφή, αυτοί που υφάρπαξαν τους πόρους από τα σχολεία για να τους εκτρέψουν προς το κέρδος και τον πόλεμο, συνωστίζονται πίσω από ένα πανό που υπόσχεται:
«Θα σας επαναπατρίσουμε όλους».
Είναι απατεώνες. Για τα δικά τους συμφέροντα, είναι έτοιμοι να καταστρέψουν κάθε ίχνος δημοκρατίας και κοινωνικής ζωής.
Δεν ξέρω
Υπάρχουν πολλά πράγματα που δεν ξέρω. Δεν ξέρω αν θα μπορέσουμε να αποφύγουμε μια περαιτέρω αυστηροποίηση των πολιτικών ασφαλείας που αυξάνουν την ένταση αντί να την θεραπεύουν. Δεν ξέρω αν είναι δυνατόν να ακολουθήσουμε ένα σχέδιο ειρηνικής επανασύνδεσης του κοινωνικού σώματος με τον κοινωνικού νου.
Και για να τελειώσω, δεν ξέρω τι σημαίνει το πλακάτ που κρατάει ένα κορίτσι σε μια πλατεία του Μιλάνου:
«Τεχνητός ουρανός, πραγματικό δηλητήριο»
Λένε ότι αυτές είναι λέξεις που καταγγέλλουν τους αεροψεκασμούς, αλλά για μένα αυτές οι λέξεις σημαίνουν πολλά άλλα πράγματα. Είναι λέξεις διφορούμενες, ειρωνικές, ποιητικές, οπότε μπορούμε να τις ερμηνεύσουμε όπως θέλουμε.
Για μένα, σημαίνουν ότι η δύναμη της τεχνολογίας, της νοημοσύνης που διαχωρίζεται από το σώμα της, μολύνει το μυαλό και δηλητηριάζει τη γη.
Μόνο ένα κίνημα ικανό να επιστρέψει στη συλλογική νοημοσύνη αυτό που δημιουργήθηκε από τη συλλογική νοημοσύνη θα μπορέσει να δώσει οξυγόνο σε ένα σώμα που ασφυκτιά.
Πηγή: not.neroeditions.com

