in

Η χειραφέτηση του «μνημείου». Tης Κατέ Καζάντη

Η χειραφέτηση του «μνημείου». Tης Κατέ Καζάντη

 

Το ερώτημα τίθεται συχνά πυκνά, με διάφορες αφορμές: την ώρα που η χρήση ενός «μνημείου» αλλάζει, και από μουσειακή μετεξελίσσεται σε παρεμβατική, το «μνημείο» καθαυτό βεβηλώνεται ή όχι; Και οι ζωές μας τι παθαίνουν; Ανανοηματιδοτούνται ή βεβηλώνονται, επίσης; Οι φρουροί της πόλης -και της ευταξίας- θα πρέπει ή όχι να ανησυχούν;

Η απάντηση έχει, προφανώς, να κάνει με την κουλτούρα του προσχεδιασμού και των μηχανικών προτύπων, βάσει των οποίων συγκροτούνται οι σύγχρονες πόλεις ως κοινωνικές οντότητες. Η τάση, όμως, του δυτικού αστικού μοντέλου προς μια “υπερβατική” κατάσταση, ειρηνικής ησυχίας, που απαγορεύει την ποικιλία και τελικά τις κοινωνικές συγκρούσεις, αυτή η τάση θέλει όχι μόνο τα μουσεία μουσεία, αλλά και τα οργανικά, ζωντανά κομμάτια της κοινότητας, σε μουσειακή ηρεμία. Η άμεση θέαση της ζωντάνιας του ξεχωριστού ενοχλεί.

Η τάση αυτή αφορά και τα κτίσματα: εάν αλλάξουν μορφή, πέρα από εκείνη που συνηθίσαμε να αντέχουμε, η αντίδραση είναι ακαριαία αρνητική. Οι αντιδράσεις, συνεπώς, των διαφόρων της τηλοψίας, από τα λάιφ στάιλ του μεσημεριού μέχρι τα σοβαροφανή της νυκτός, για το γκράφιτι που άλλαξε την όψη του Πολυτεχνείου, είναι μάλλον αναμενόμενες, αν αναλογιστούμε τι άκουγαν οι συνδικαλιστές, οι οποίοι επίσης «βεβήλωναν» τον Παρθενώνα. Η νεκρή ιστορία, για τον μεσοαστό που εθίστηκε στο προκαθορισμένο και ομνύει στην ασφάλεια, είναι απείρως προτιμότερη από τη ζώσα πραγματικότητα. Το δε μνημείο οφείλει να διατηρηθεί σε κατάσταση απονέκρωσης. Η ενσωμάτωσή του στη ζωή των πολιτών, ως μέσο εξέγερσης κ.ο.κ., και οι χρήσεις του προς όφελος των ζωντανών απαγορεύεται, όπως απαγορεύονται στη δημόσια σφαίρα οι εκδηλώσεις της ανθρώπινης ανάγκης που εγείρουν οποιασδήποτε λογής σύγκρουσης.

Αλλά αν κάτι χρειάζονται οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες είναι μια νέα χειραφετητική κουλτούρα – άρα λιγότερη τάξη, λιγότερη ανάγκη για ομοιομορφία, λιγότερη ανάγκη για καθαρότητα.

«Η μεγάλη υπόσχεση της ζωής στην πόλη είναι ένα νέο είδος σύγχυσης, που να είναι δυνατό μέσα στα σύνορά της, και μια αναρχία που δεν θα καταστρέφει τους ανθρώπους αλλά θα τους κάνει πλουσιότερους και ωριμότερους», γράφει ο Ρίτσαρτ Σένετ στις “Χρήσεις της αταξίας”.

Η πράξη «αναρχίας», λοιπόν, με την οποία οι γκραφιτάδες έδειξαν την άποψή τους για τον κόσμο στους Αθηναίους μπορεί εν τέλει να καθιστά τους πολίτες πλουσιότερους. Όταν μάλιστα το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα της πράξης αυτής κρίνεται υψηλότερης αξίας εν σχέσει με την πρότερη κατάσταση του «μνημείου».

Αν, βέβαια, διαφωνεί κανείς με το μήνυμα που αποστέλλει το κτήριο – μνημείο, αυτό είναι μια άλλη συζήτηση. Το ζήτημα εδώ η χρήση της λαϊκής κληρονομιάς: όσα χαρακτηρίζονται «μνημεία» δεν είναι παρά το πολιτιστικό κοινό κτήμα. Η «βιαιότητα» εναντίον των κτηρίων –και κατ’ επέκταση των ανθρώπων που τα κοιτούν- μπορεί να βιωθεί ως παρέμβαση – καταλύτης ενός τμήματος του λαού, ως πράξη ελευθερωτική από την υπερβολική, αυταρχική τάξη.

«Το να αλλάξουμε τους ηγέτες μιας κοινωνίας χωρίς να αλλάξουμε την ποσότητα της αταξίας που η κοινωνία αντέχει είναι, σε τελευταία ανάλυση, σαν να μην κάνουμε καθόλου επανάσταση», λέει (στο ίδιο) ο Ρίτσαρτ Σένετ.

πηγή: Rednotebook.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

100 δόσεις για εμάς, 56 δόσεις για τον Γκίκα. Του Πέτρου Κατσάκου

Στο φεστιβάλ Ανοιχτή Σκηνή – Φωνές της Πόλης ο Ορέστης από τη θεατρική ομάδα kunst