in

Το εγκώμιο της σπασμένης βιτρίνας, Να φέρνεις τα πάνω κάτω κόντρα στην τάξη του τέλους του κόσμου, της Maddalena Fragnito

Πηγή: Effimera.org, Μετάφραση: Καλλιόπη Ράπτη

Σουφραζέτες: γυναίκες που σπάνε βιτρίνες στο Λονδίνο, Μάρτιος 1912

Παιδιά, βάλτε φωτιά, βάλτε φωτιά!

Βάλτε φωτιά για να βάλετε τάξη

Βάλτε φωτιά, βάλτε αταξία

Βάλτε αταξία για να βάλετε τάξη.

 Φεμινιστική Συλλογικότητα Pébouchfini, Μαρτινίκα, 2018

Αν σήμερα μπορείς να διεκδικείς ένα λαϊκό δημόσιο σχολείο και εργασιακά δικαιώματα, πρέπει να ευχαριστείς τις κομμουνάριες και τους κομμουνάρους που ξεσηκώθηκαν στο Παρίσι το 1871, έστησαν οδοφράγματα στα βουλεβάρτα, γκρέμισαν την Στήλη Βαντόμ και πυρπόλησαν το Παλάτι του Κεραμεικού. Σφαγιάστηκαν κατά χιλιάδες, αλλά οι ιδέες τους θα επέστρεφαν για να διαταράξουν την τάξη των αφεντικών. Ακόμα και στη δική σου ζωή.

Πρέπει να ευχαριστείς όσους το 1791 έκαψαν τις φυτείες του Saint-Domingue και κατέστρεψαν τις ιδιοκτησίες των Γάλλων αποίκων. Όσους εξεγέρθηκαν στην Τζαμάικα το 1831, έβαλαν φωτιά στις φυτείες του ζαχαροκάλαμου και συνέβαλαν στο να καταστεί μη βιώσιμη πολιτικά η δουλεία στη Βρετανική Αυτοκρατορία. Η κατάργηση της δουλείας δεν προέκυψε από τη γενναιοδωρία των λευκών γαιοκτημόνων, κατακτήθηκε από σκλάβους που αποφάσισαν να καταστρέψουν ολοσχερώς τον κόσμο που τους κρατούσε αλυσοδεμένους.

Αν οι γυναίκες σήμερα μπορούν να ψηφίζουν, πρέπει να ευχαριστείς τις σουφραζέτες, όπως η Έμελιν Πάνκχερστ, που έσπαζαν βιτρίνες καταστημάτων στο Λονδίνο, πυρπολούσαν κτίρια, σαμποτάριζαν τα μέσα επικοινωνίας και τοποθετούσαν βόμβες σε κτίρια-σύμβολα της εξουσίας.

Πρέπει να ευχαριστείς τις γυναίκες που, αλλού, συνέχισαν να αψηφούν κυβερνήσεις και αστυνομίες, ακόμη και όταν το δικαίωμα ψήφου χορηγούνταν μόνο σε ορισμένες, αφήνοντας τις άλλες εκτός. Το δικαίωμα ψήφου των γυναικών δεν ήταν ένα ευγενικό δώρο των κοινοβουλίων, αλλά μια κατάκτηση που αποσπάστηκε από θεσμούς οι οποίοι για αιώνες είχαν στερήσει από το μισό του πληθυσμού το δικαίωμα να αποφασίζει για το δικό του πεπρωμένο.

Αν σήμερα μπορείς να επικαλείσαι το Ιταλικό Σύνταγμα, πρέπει να ευχαριστείς τις παρτιζάνες και τους παρτιζάνους που πήραν τα όπλα, ανατίναξαν γέφυρες και οργάνωσαν εξεγέρσεις κατά του ναζιφασισμού. Ενώ ένα τμήμα της ιταλικής αστικής τάξης προσπαθούσε να σώσει την ιδιοκτησία και τα προνόμιά του, άλλοι ρίσκαραν τη ζωή τους για να ανατρέψουν το φασιστικό καθεστώς. Η Δημοκρατία γεννήθηκε και από τον ένοπλο αγώνα εκείνων που αποφάσισαν ότι ο φασισμός έπρεπε να ηττηθεί, όχι απλώς να αμφισβητηθεί.

Αν δικαιούσαι οκτάωρη εργάσιμη ημέρα, άδεια μετ’ αποδοχών και μειωμένο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας, πρέπει να ευχαριστείς τις γενιές των εργατριών και των εργατών που κατέλαβαν εργοστάσια και σταμάτησαν την παραγωγή. Όσους το 1886 απήργησαν στο Σικάγο για το εργασιακό οκτάωρο και βρέθηκαν αντιμέτωποι με αστυνομικά πυρά. Όσους το 1936 κατέλαβαν χιλιάδες γαλλικά εργοστάσια, κατακτώντας την άδεια μετ’ αποδοχών και την εβδομάδα των σαράντα ωρών. Όσους, κατά τη διάρκεια του «θερμού ιταλικού φθινοπώρου» του 1969 διέκοψαν τις γραμμές παραγωγής και απέσπασαν αυξήσεις μισθών και συνδικαλιστικά δικαιώματα. Κανένα αφεντικό δεν χάρισε ποτέ ούτε μια ώρα ελευθερίας από την εργασία. Κάθε μία από αυτές τις ώρες τις κατακτήσαμε.

Αν σήμερα γιορτάζεις το Pride, πρέπει να ευχαριστείς όσους, τη νύχτα της 28ης Ιουνίου 1969, κατά τη διάρκεια μιας αστυνομικής επιδρομής στο Stonewall Inn στη Νέα Υόρκη, αποφάσισαν ότι αρκετό ξύλο είχαν φάει.  Τα τρανς και τα κουήρ άτομα βγήκαν στους δρόμους, πετώντας μπουκάλια και πέτρες στους αστυνομικούς. Το Pride δεν γεννήθηκε ως παρέλαση χρηματοδοτούμενη από τράπεζες, αλλά ως εξέγερση κατά της αστυνομίας.

Αν σήμερα μπορείς να διεκδικείς ότι η στέγη, το ρεύμα και το φαγητό είναι ανάγκες που πρέπει να ικανοποιούνται και όχι προνόμια, πρέπει να ευχαριστείς όσους τη δεκαετία του 1970 καταλάμβαναν σπίτια. Τις οικογένειες που το 1974 στο Τορίνο μείωσαν συλλογικά (Σ.τ.Μ κίνημα αυτομείωσης) τους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος. Να ευχαριστείς τις εργάτριες, τους εργάτες, και τους κατοίκους της γειτονιών που μπήκαν στα σούπερ μάρκετ του Μιλάνου στις 19 Οκτωβρίου της ίδιας χρονιάς, επέβαλαν χαμηλές τιμές στα ταμεία και πήραν τα εμπορεύματα σπίτι. Αυτές οι δράσεις αποκαλούνταν προλεταριακές απαλλοτριώσεις και δεν περίμενε κανείς να του αναγνωρίσουν το δικαίωμα στη ζωή, το έπαιρνε μόνος του.

Τέλος, πρέπει να ευχαριστείς όποιον παραβίασε τον νόμο όταν ο νόμος καταπίεζε και εσένα.

Στην «φιλτραρισμένη» μνήμη των όμορφων δημοκρατιών μας, αυτές οι πράξεις εξέγερσης εξαφανίζονται. Κάθε κοινωνική κατάκτηση παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα της ηθικής ωρίμανσης των θεσμών, ενώ οι συγκρούσεις που την κατέστησαν δυνατή αρχειοθετούνται μεταξύ των υπερβολών. Απομένουν οι φωτογραφίες των εξεγέρσεων, κατά προτίμηση χωρίς πυρκαγιές, σπασμένες βιτρίνες ή κατεστραμμένες ζαρντινιέρες. Απομένουν τα δικαιώματα, αποκομμένα από τα σώματα που τα κατέκτησαν. Χθες βάρβαροι, απολίτιστοι, βάνδαλοι, απατεώνες, πειρατές. Σήμερα black bloc, racaille, τρομοκράτες και maranza.* Αυτοί και αυτές στους οποίους αρνείσαι ακόμη και τη δυνατότητα να έχουν πολιτικό λόγο. Αν υμνείς τα δικαιώματα και καταδικάζεις όσους τα κατέκτησαν, αν σου αρέσει η επανάσταση όταν είναι αρκετά νεκρή ώστε να μην σπάει πια τίποτα, είναι άσκοπο να μιλάμε με μισόλογα: είσαι κι εσύ μέρος του προβλήματος.

Η αναταραχή δεν είναι χάος, είναι η αμφισβήτηση αυτού που οι ισχυροί αποκαλούν «τάξη του κόσμου», ενός κόσμου που έχουν χτίσει και δεν σταματούν να ισχυροποιούν, ενός κόσμου που θα ήθελαν να παραμείνει αμετάβλητος, παρά το γεγονός ότι η οργάνωσή του και η λειτουργία του αμφισβητούνται συνεχώς. (Françoise Vergès, 2023)

Εδώ και μέρες, στα τηλεοπτικά και κυβερνητικά σαλόνια, στις εφημερίδες και στο ηθικό δικαστήριο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ανεβαίνει στη σκηνή η συνηθισμένη παράσταση της δημοκρατικής ευπρέπειας. Για να πάρει το λόγο κάποιος, πρέπει να προφέρει τη φράση: Καταδικάζω τη βία χωρίς κανένα «ναι μεν, αλλά». Πριν μπορέσει να μιλήσει, πρέπει να δείξει ότι δεν επιθυμεί να ανασυνθέσει την ιστορία της βίας, να αναρωτηθεί από πού προέρχεται, ποιος την ασκεί και ποιες σχέσεις εξουσίας την καθιστούν δυνατή. Όποιος επιμένει να θέτει αυτά τα ερωτήματα αποκλείεται από τον πολιτισμένο διάλογο. Αλλά για ποιον πολιτισμό μιλάμε;

Τον πολιτισμό των εξώσεων, των λιστών αναμονής για την υγειονομική περίθαλψη, των μισθών που δεν επαρκούν για να πληρωθεί ένα δωμάτιο, των σχολείων χωρίς πόρους, του εκβιασμού για τις άδειες παραμονής; Μήπως τον πολιτισμό που άνοιξε διάπλατα τις πόρτες στην κτηματομεσιτική κερδοσκοπία, εκδίωξε τους κατοίκους από τα σπίτια τους και όλα αυτά τα ονόμασε: αστική αναβάθμιση, βιώσιμη ανάπτυξη, πράσινη μετάβαση, μέλλον; Μιλάμε για τον πολιτισμό των κέντρων κράτησης, των περιπολιών που συλλαμβάνουν ανθρώπους με βάση το χρώμα του δέρματός τους, των διαταγμάτων ασφαλείας και των στρατιωτών που αποστέλλονται στις πόλεις για να αποκαταστήσουν την τάξη;

Μιλάμε, ίσως, για τον πολιτισμό που απαιτεί την καταδίκη για μια σπασμένη βιτρίνα ενώ εμείς εδώ και τρία χρόνια παρακολουθούμε την εξόντωση της Γάζας από τα τηλέφωνά μας; Τον πολιτισμό που θέλει να μας πείσει ότι τα κατεστραμμένα νοσοκομεία, τα ακρωτηριασμένα παιδιά, τα ισοπεδωμένα πανεπιστήμια και οι ολόκληρες γενιές που σβήνονται είναι «παράπλευρες απώλειες»; Ή για αυτόν που επικαλείται το διεθνές δίκαιο στα λόγια ενώ το καταπατά, υποτάσσοντάς το στις δικές του στρατιωτικές και οικονομικές συμμαχίες;

Από ό,τι φαίνεται, ναι. Μιλάμε για τον ίδιο πολιτισμό που μας έμαθε να αποκαλούμε τη συστηματική καταστροφή των συνθηκών διαβίωσης με πολλούς τρόπους: ασφάλεια, άμυνα, TINA, πόλεμος κατά της τρομοκρατίας, «whatever it takes», λιτότητα, ευελιξία. Και μετά: «μας το ζητά η Ευρώπη», «μας το ζητά η κρίση» και σήμερα «μας το ζητά» μέχρι και «ο πόλεμος». Ένα λεξιλόγιο αρκετά ευρύ ώστε να επιτρέπει στις κυβερνήσεις και τις διοικήσεις να καταστρέφουν ολόκληρες ζωές χωρίς να χρειάζεται ποτέ να προφέρουν τη λέξη «βία».

Σε αυτή τη γλωσσική λειτουργία, τα σαλόνια όπου συζητούν πολιτισμένα έχουν κάνει σπουδαία δουλειά, απαγγέλλοντας μέχρι εξαντλήσεως τον κώδικα δεοντολογίας της «κοινής λογικής» και κηρύττοντας μετριοπάθεια σε όσους στερούνται τη ζωή, ενώ στα κοινοβούλια και τα υπουργεία, όσοι έχουν τα εργαλεία για να την καταστρέψουν συνεχίζουν να γίνονται δεκτοί με όλες τις τιμές. Αυτοί είναι χώροι συζήτησης όπου οι άνθρωποι είναι τόσο αποξενωμένοι από τον κόσμο, που συγχέουν την ανικανότητά τους να τον κατανοήσουν με την ηθική ανωτερότητα.

Η «κοινή λογική», μας επαναλαμβάνουν εν χορώ, η «κοινή λογική»! Η δική τους κοινή λογική, εννοείται. Αυτή που τις τελευταίες δεκαετίες οδήγησε στην καταστροφή του κράτους πρόνοιας και του περιβάλλοντος χωρίς ιδιαίτερες αναταράξεις, και που τώρα κραυγάζει «βαρβαρότητα» μπροστά στις σπασμένες βιτρίνες κάποιου πολυτελούς καταστήματος. Το είδος της κοινής λογικής που αποτελείται από αναπόφευκτες καταδίκες για τη βία κατά των αντικειμένων και συστηματικές παραλείψεις όσον αφορά τη βία εναντίον της ζωής.

Σε αυτό το σημείο, επίτρεψέ μου να σου υπενθυμίσω ότι πρέπει να ευχαριστήσεις, εκ των προτέρων και πριν το καταγράψει η ιστορία, όσους από εμάς δεν έχουμε «κοινή λογική». Όσους απορρίπτουν τo «δημοκρατικό» σαβουάρ βιβρ και δεν βολεύονται με την συνήθη διαχείριση της βίας. Όσους δεν αναγνωρίζουν στην ιδιοκτησία το δικαίωμα να καθορίζει πού αρχίζει ο πολιτισμός και πού τελειώνουν οι δυνατότητές μας να αντιστεκόμαστε. Όσους δεν αισθάνονται καμία ανάγκη να δείξουν ότι αποστασιοποιούνται από τους «maranza», αυτά τα κορίτσια και τα αγόρια που θεωρούνται πολύ μικρά για να έχουν πολιτικές απόψεις ή ποτέ αρκετά Ιταλοί για να τους ακούσει κανείς. Και, τέλος, όσους δεν χρησιμοποιούν την κλοπή μιας τσάντας Gucci για να χαράξουν τα ηθικά τους όρια, ενώ ο κόσμος φλέγεται.

Δεν μας εκπροσωπεί κανείς. Εκπροσωπούμαστε μόνοι μας. (M1710, 2026)

Το Μιλάνο λεηλατείται και καταστρέφεται εδώ και χρόνια. Από τα επενδυτικά ταμεία ακινήτων, από τα χρηματοοικονομικά κέρδη, από τους διοικούντες που πούλησαν την πόλη ένα τετραγωνικό μέτρο τη φορά και ονόμασαν «ανάπτυξη» την εκδίωξη των κατοίκων της και όσων την κρατούν όρθια.

Μια πόλη όπου όσοι καθαρίζουν σπίτια, διδάσκουν στα σχολεία, σερβίρουν στα εστιατόρια, φροντίζουν τους ασθενείς στα νοσοκομεία, διανέμουν φαγητό και βοηθούν τους ηλικιωμένους δεν κερδίζουν αρκετά για να ζήσουν σε αυτήν. Ωστόσο, αυτή η βία έχει άδειες σε ισχύ, «πράσινα» rendering και την υποστήριξη των θεσμών. Καμιά διμοιρία ΜΑΤ για να την σταματήσει.

Τώρα, οι ίδιοι «προοδευτικοί» διοικούντες, που ευθύνονται για αυτήν την ερήμωση, επικαλούνται την κοινωνική συνοχή. Μια συνοχή που θεωρεί τη φτώχεια ζήτημα ευπρέπειας και τη συγκέντρωση του πλούτου επιτυχία πολεοδομικού σχεδιασμού. Και όταν οι γιοι και οι κόρες όσων έμειναν στο περιθώριο σπάνε μια βιτρίνα καταστήματος, ανακαλύπτουν με φρίκη ότι υπάρχει ένα κοινωνικό ζήτημα που πρέπει να λυθεί με περισσότερη αστυνομία.

Εν τω μεταξύ, η κυβέρνηση –εκείνη ναι, της δεξιάς!- ανακοινώνει την αποστολή πεντακοσίων στρατιωτών και εγκρίνει ένα ακόμη διάταγμα ασφαλείας, το οποίο επεκτείνει την προληπτική κράτηση σε ανηλίκους από δεκαέξι ετών και άνω, και εισάγει το νέο αδίκημα της «βίαιης συμμετοχής σε διαδήλωση». Αυτό επισύρει ποινή κάθειρξης έως και δώδεκα χρόνια για όποιον οργανώνει ή προωθεί, ακόμη και μέσω των κοινωνικών δικτύων, «βίαιες» διαδηλώσεις.

«Όποιος σπάει, πληρώνει», ανακοινώνει η Μελόνι από το σαλόνι των σαλονιών. Άλλωστε, μετά τη Γάζα, ακόμη και η ιδέα της χρήσης του στρατού για τον περιορισμό των ανηλίκων φαίνεται να έχει χάσει μέρος της χυδαιότητάς της.

Η έκρηξη της οργής των αγοριών και των κοριτσιών στις εξαιρετικά πολιτισμένες πόλεις μας διακόπτει, έστω και για λίγες ώρες, την εξουσία που αποφασίζει ποιος μπορεί να διασχίσει ένα κατώφλι, να αγγίξει ένα εμπόρευμα, να κατοικήσει σε έναν δρόμο.

Σπάει –κυριολεκτικά- τον κοινωνικό διαχωρισμό που η πόλη παρουσίαζε ως φυσικό και τελικά ραγίζει το αδιέξοδο ανάμεσα στο «τέλος του κόσμου» και τον «ευπρεπισμό» -στον οποίο είμαστε όλες και όλοι εγκλωβισμέν* εδώ και δεκαετίες- και ανάμεσα σε όσους καταστρέφουν τη ζωή και σε όσους απαιτούν να αντιταχθούμε στην καταστροφή της με ευγενικούς τρόπους.

Ντυμένα ως Spider-Man και Dante Alighieri, με κραυγές χαράς και οργισμένο μειδίαμα, τα σώματα που εισέβαλαν στους δρόμους του κέντρου του Μιλάνου μας δείχνουν ότι στο τέλος αυτού του αδιέξοδου δρόμου δεν υπήρχε τοίχος, αλλά μια βιτρίνα. Και ότι μπορεί να γυρίσουν για να την ξανασπάσουν.

Έπρεπε να έρθουν τα παιδιά για να σώσουν τον κόσμο, για να το πούμε με τα λόγια της Elsa Morante, ή, τουλάχιστον, να ξαναφέρουν την ταξική σύγκρουση μέσα σε μια αριστερά που την έχει αποβάλει από το λεξιλόγιό της.

* Η λέξη maranza είναι ένας σύγχρονος ιταλικός αργκό όρος η (αβέβαιη) ετυμολογία του οποίου προέρχεται κυρίως από τη συγχώνευση δύο λέξεων: Marocchino (Μαροκινός) και Zanza που στη μιλανέζικη διάλεκτο σημαίνει «μικροαπατεώνας» ή «κλέφτης», η οποία με τη σειρά της συνδέεται και με τη λέξη zanzara (κουνούπι). Ο όρος «maranza» σήμερα έχει λάβει μια υποτιμητική, προσβλητική ή μεροληπτική χροιά συνδεόμενος με εθνοτικά ή κοινωνικά στερεότυπα. Αναφέρεται γενικά σε ομάδες νέων (συχνά εφήβων) από τα προάστια, μετανάστες δεύτερης γενιάς.

 

Πηγή: effimera.org

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Ξεφυλλίζοντας τον 20ό Αιώνα: Κοινά Ενάντια στις Περιφράξεις