Έξι χρόνια από τον εθελούσιο θάνατό του, θυμόμαστε έναν ελευθεριακό διανοούμενο, ακούραστο χτίστη της ανθρωπότητας.
Πριν από έξι χρόνια, αυτοκτόνησε ο Paolo Finzi , εκδότης της A Rivista anarchica, ένας άθεος Εβραίος και ελευθεριακός ακτιβιστής με μακρά πορεία. Όταν το έμαθα, έμεινα καθισμένος στο κρεβάτι μου για δύο ώρες, έκλαιγα, δεν το πίστευα. Την επόμενη μέρα, μάζεψα τις δυνάμεις μου και έγραψα μια πρώτη νεκρολογία, την οποία θα ακολουθούσε μια πιο ενδελεχής.
Θυμάμαι ακόμα πολύ καλά την κηδεία του στην Cascina Occupata Torchiera. Θυμάμαι την ανησυχία σχετικά με την κατάθλιψη που τον βασάνιζε. Και θυμάμαι τα πολλά υπέροχα πράγματα που ειπώθηκαν γι’ αυτόν και για την πεποίθησή του, τυπικά αναρχική, να μην διαχωρίζεται η πνευματική δραστηριότητα από την βασική πολιτική δράση.
Από αυτή τη σκοπιά, θα πρέπει να ξαναδιαβαστούν τα έργα του: από το βιβλίο «Che non ci sono poteri buoni» για τον Fabrizio De André, του οποίου ήταν φίλος, μέχρι πιο ιστορικά κείμενα όπως το «La nota persona» για τον Malatesta του 1919-1920 και το «Insuscettibile di ravvedimento» για τη ζωή του Alfonso Failla. Και πάνω απ’ όλα, πιστεύω ότι πρέπει να ξαναδιαβαστεί η μοναδική έκδοση, πριν από είκοσι χρόνια, με διπλό dvd του «A forza di essere vento», το οποίο είναι αφιερωμένο εξ ολοκλήρου στη ναζιστική γενοκτονία των Ρομά. Αν και ο Paolo το παρουσίασε ως «προαναγγελθείσα αποτυχία» – άλλωστε, «μόνο εκείνοι οι τρελοί αναρχικοί θα μπορούσαν να σκεφτούν να εκδώσουν κάτι σοβαρό και ακριβό για τους Τσιγγάνους» – ο μικρός τόμος πούλησε χιλιάδες αντίτυπα. Απόδειξη ότι, τότε τουλάχιστον, υπήρχε κάποια ευαισθησία απέναντι σε έναν λαό που ήταν πάντα διωκόμενος και ο πιο μισητός από όλους. Ακόμα και σε αυτή την περίπτωση, όπως εξήγησε ο Paolo σε μια συνέντευξη, αποφάσισε η ζωή. Το νηπιαγωγείο, όπου φοιτούσαν τα παιδιά του, είχε μια πολύ φιλόξενη πολιτική απέναντι στους «τσιγγάνους» και με την πάροδο του χρόνου, ανέπτυξαν φιλικές σχέσεις με τις οικογένειες που ζούσαν στον κοντινό καταυλισμό. Σε αυτό προστέθηκε η πνευματική περιέργεια του Paolo, οι εβραϊκές του ρίζες (και οι δύο γονείς του ήταν διωκόμενοι και παρτιζάνοι) και η αναρχική αλληλεγγύη με τα θύματα των προκαταλήψεων.
«Μόνο εκείνοι οι τρελοί αναρχικοί», εν ολίγοις. Ειρωνεία, εντάξει, αλλά και εξέγερση: να πηγαίνεις κόντρα σε ό,τι απαγορεύει η δήθεν κοινή λογική, όχι εξαιτίας κάποιου άχαρου επαναστατικού αισθητισμού – πόσο μάλλον που ο Paolo ήταν άνθρωπος εξαιρετικής ευγένειας και ανθρωπιάς – αλλά μάλλον για να επιδιώξεις στην πράξη μια διαφορετική ιδέα για την κοινωνία, και να την υλοποιήσεις τόσο στα μεγάλα έργα όσο και στα μικροπράγματα της καθημερινότητας, κατά το δυνατόν, χωρίς να παραδοθείς σε έναν μελλοντικό και απατηλό παράδεισο ελευθερίας και δικαιοσύνης.
Σε μια συνομιλία με τον Mimmo Pucciarelli το 2018, ο Paolo είπε, μεταξύ άλλων, ότι οι αναρχικοί «έχουν αυτό το ευχάριστο χαρακτηριστικό να είναι παρόντες, σε κάποιο βαθμό, σε όλους τους πιθανούς κοινωνικούς αγώνες». Αυτή είναι μια γενναιόδωρη ηθική που εκθέτει σε πολλούς κινδύνους: απογοητεύσεις, διαψεύσεις, εξάντληση ενέργειας και, γενικότερα, αποθάρρυνση. Από αυτή την άποψη, με τα χρόνια, επιστρέφω συχνά στην τελευταία επιστολή του Paolo, την οποία διάβασε, μεταξύ άλλων, η κόρη του Alba στην κηδεία του, στην Torchiera. Τώρα έχει ενσωματωθεί στο τέλος του όμορφου τόμου: «Tra memoria e tempo presente». Γράφει: «Αν φεύγω, είναι επειδή δεν αντέχω άλλο. Θα το ονομάσουν κατάθλιψη. Αλλά οι κοντινοί μου άνθρωποι, δηλαδή η οικογένειά μου και οι συνεργάτριές μου, Michela και Carlotta, γνωρίζουν ότι αυτή η λέξη δεν λέει τα πάντα, μάλλον λέει ελάχιστα. Υπάρχει πάρα πολύ κακό στον κόσμο, πάρα πολλή κακία».
Ο Paolo πάντα επέλεγε τα λόγια του προσεκτικά, πιστός με αυτόν τον τρόπο στο πιο γνήσιο ελευθεριακό ύφος: σαφές, προσιτό, απαλλαγμένο από τεχνικισμούς για εντυπωσιασμό, όσο και από ιερατικές ασάφειες. Αρκεί να συγκρίνετε μια σελίδα της A Rivista anarchica της δεκαετίας του 1970 με μια σελίδα μαρξιστικού-λενινιστικού περιοδικού εκείνης της εποχής για να αντιληφθείτε αμέσως τη διαφορά.
Και είχε δίκιο ο Paolo που διαχώριζε τον ευρύτερο οντολογικό όρο του «κακού» από τον ειδικό όρο «κακία» (ως πρόθεση), με έναν σχεδόν παιδικό τόνο απόλυτης κατάπληξης. Γιατί είσαι κακός; Δεν πρέπει να είσαι κακός. Ο κακός δεν έχει μεγαλείο, τυφλώνεται ανοήτως από την ίδια του την κακία, από την περιφρόνηση για τους αδύναμους, και τίποτα περισσότερο.
Υπάρχει, όμως, ένα χάσμα μεταξύ εκείνων που μπροστά στη φράση του Paolo περιορίζονται στο να συγκατανεύουν – «είναι μια πικρή αλλά αναπόφευκτη αλήθεια της ζωής» – και εκείνων που, αντίθετα, κατακλύζονται από αυτήν, σαν να πέφτει πάνω τους όλο το κακό του κόσμου, όχι από την άποψη της ηθικής ευθύνης, αλλά πρώτα απ’ όλα της εξάντλησης και της απέχθειας εξαιτίας ενός τέτοιου εγωισμού. Αν είσαι ανάμεσά τους, δεν μπορείς να απελευθερωθείς από αυτή την αποκαρδίωση. Απλώς δεν μπορείς. Είναι κάτι που υπερβαίνει τη θέληση, είναι θέμα ριζοσπαστικής ενσυναίσθησης, ο δείκτης ενός συναισθήματος χωρίς το οποίο είναι δύσκολο να θεμελιωθεί μια ηθική, ή ακόμα και η πολιτική.
Παραμένοντας στον αναρχισμό: όπως έλεγε ο Malatesta, του οποίου ο Paolo ήταν βαθύς γνώστης, «εμείς είμαστε αναρχικοί λόγω ενός συναισθήματος που είναι η κινητήρια δύναμη όλων των ειλικρινών κοινωνικών μεταρρυθμιστών, και χωρίς το οποίο ο αναρχισμός μας θα ήταν ένα ψέμα ή θα στερούνταν νοήματος. Αυτό το συναίσθημα είναι η αγάπη των ανθρώπων, είναι το να υποφέρεις για τα βάσανα των άλλων». Όσο μεγαλώνω, τόσο περισσότερο μου φαίνεται ότι αυτό είναι το κύριο κριτήριο. Οποιοδήποτε άλλο κριτήριο μπορεί να παραποιηθεί, τα δεδομένα κάθε περίπτωσης μπορούν να ελέγχονται και να χειραγωγούνται επ’ άπειρον, ο αυταρχισμός εκείνων που θεωρούν τον εαυτό τους δίκαιο βρίσκει πάντα νέους τρόπους για να προσαρμόσει τις πεποιθήσεις τους. Δεν συμβαίνει το ίδιο με την «αγάπη για τους ανθρώπους», η οποία είναι διακριτική, ανιδιοτελής και ουσιαστική.
Αγάπη και αναρχία, λοιπόν, και ο ίδιος ο Paolo τις συνέδεσε σε ένα άρθρο που έμεινε αξέχαστο: «Αναρχία χωρίς αγάπη, όχι. Ακόμα κι αν υπήρχε, δεν μπορεί να είναι η “δική μας” αναρχία. Και πιστεύω ακράδαντα ότι η μακρά, περίπλοκη, ακόμη και αντιφατική ιστορία του αναρχισμού μπορεί επίσης να διαβαστεί ως μια μακρά, περίπλοκη, ακόμη και αντιφατική ιστορία αγάπης. Μια ιστορία αγάπης για την ελευθερία» (Ή, όπως ήδη έχει γράψει σε στίχους ο Pietro Gori1 , «Και όμως η ιδέα μας / είναι μόνο μια ιδέα αγάπης»).
Όσον αφορά τη ριζοσπαστική αριστερά, ήταν ανέκαθεν γενναιόδωρη με τα λόγια μίσους: όχι γενικώς και αορίστως, φυσικά, αλλά μίσος ταξικό ή μίσος προς τους τυράννους και τους διώκτες, από το οποίο δεν ωφελεί να υποχωρεί κάποιος φοβισμένος. Μόνο οι αγνές ψυχές ή οι πολύ τυχεροί μπορούν να το θεωρήσουν έλλειψη αρετής, και η απογοήτευσή τους, σε σχέση με αυτό, είναι περισσότερο αισθητική παρά ηθική. Φυσικά, το να μισείς είναι άσχημο. Αλλά όσοι βιώνουν στο πετσί τους την εκμετάλλευση, την καθημερινή ταπείνωση της νομιμοποιημένης δουλείας, δικαιολογούνται απόλυτα να νιώθουν έτσι.
Από την άλλη πλευρά, ένα μέρος αυτής της αριστεράς είναι έτοιμη να ξεχάσει ότι το μίσος, ακόμη και όταν είναι πλήρως δικαιολογημένο, ενέχει τον κίνδυνο του εθισμού και του εφησυχασμού. Μιλώ κυρίως για τους αγωνιστές που κάνουν το μίσος σήμα κατατεθέν προς επίδειξη ή το ανυψώνουν σε αρχή, αυτό καθεαυτό. Εκεί όπου προκαλεί τοξικότητα, διαστρεβλώνει τους στόχους και τείνει να νομιμοποιεί τα δικά τους λάθη· απονεκρώνει τη νοημοσύνη, τον σεβασμό προς τους άλλους και την ικανότητα διάκρισης σε τέτοιο βαθμό, που γεννά μια ακόρεστη πείνα για εχθρούς. Δεν αμφιβάλλω ότι πολλοί ωθούνται από αυτό το συναίσθημα, αλλά φοβάμαι ότι υπάρχει μια αδυναμία να μιλήσουμε ανοιχτά γι’ αυτό σε πολιτικό πλαίσιο. Η απλή καλοσύνη, το ανθρωπιστικό συναίσθημα, μπορεί να εμφανίζεται ακόμα, δυστυχώς, ως συνώνυμο αδυναμίας ή ακόμα και υποκριτικής συμπεριφοράς.
Στο «Ανθρωπισμός και Αναρχισμός», ο Camillo Berneri συλλέγει άλλες αδημοσίευτες ιστορίες του Malatesta σχετικά με αυτό το θέμα: «Όταν, σε μια δημόσια συγκέντρωση, απευθύνθηκε στους καραμπινιέρους, που βρίσκονταν σε υπηρεσία, σαν άνθρωπος προς άνθρωπο, ο Paolo Valera τον επέπληξε γι αυτό. Ο Malatesta, απαντώντας στην επίθεση, έγραψε στη Volontà2 της Ανκόνα, μεταξύ άλλων:
«Μέσα σε κάθε άνθρωπο υπάρχει πάντα κάτι ανθρώπινο, που, υπό ιδανικές συνθήκες, μπορεί να χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά για να τιθασεύσει τα άγρια ένστικτα και την κακή ανατροφή. Κάθε άνθρωπος, όσο εκφυλισμένος κι αν είναι, ακόμα κι αν είναι ένας άγριος δολοφόνος ή ένα ελεεινό όργανο της αστυνομίας, έχει πάντα κάποιον που αγαπά, κάτι που τον συγκινεί. Κάθε άνθρωπος έχει τη δική του ευαίσθητη χορδή. Το θέμα είναι να την ανακαλύψουμε και να την κάνουμε να δονήσει».
Δεν ξέρω πώς θα αντιδρούσαν ορισμένοι εξτρεμιστές μπροστά σε έναν επαναστάτη του διαμετρήματος του Malatesta που τολμά να είναι τόσο ανθρώπινος. Ή μάλλον, ξέρω: θα χρησιμοποιούσαν το κλασικό: «φίλος των μπάτσων», όπως συνέβη σε μια γνωστή μου όταν απευθύνθηκε στις Μονάδες Αποκατάστασης της Τάξης κατά τη διάρκεια μιας σύγκρουσης, επικαλούμενη την ηθική τους.
Πάντα απεχθανόμουν το ανόητο στερεότυπο του βίαιου ή καταστροφικού αναρχικού που τόσο αρέσει στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Αλλά και πάντα ένιωθα αμηχανία για το στερεότυπο του αναρχικού ως αιώνιου ονειροπόλου. Ομοίως, θεωρώ γελοία τη ρητορική -τυπική για μεγάλο μέρος της αριστεράς- που παρουσιάζει την ήττα ως μια σφραγίδα ηθικής ανωτερότητας. Αυτή η ρητορική αποσκοπεί στον εξωραϊσμό της αυτοεικόνας, και δίνει ελάχιστη σημασία στο αν μια τέτοια ήττα τροφοδοτεί τα δεινά όσων δεν έχουν φωνή.
Αν θεωρώ τον ελευθεριακό σοσιαλισμό την υψηλότερη και πιο αξιόλογη μορφή πολιτικής, αν πάντα έτρεφα πάντα μια απεριόριστη αγάπη για τους αναρχικούς, δεν είναι από παιδιάστικο ενθουσιασμό. Είναι επειδή η πορεία προς μια πιο ελεύθερη και πιο δίκαιη κοινωνία δεν απαιτεί καρικατούρες ή χαρακτήρες από λαϊκές μπαλάντες, αλλά ανθρώπους που απεχθάνονται την κυριαρχία του ανθρώπου, σε οποιαδήποτε μορφή της, και αφοσιώνονται στην καταπολέμησή της με ευθύτητα, αυθεντική ανοιχτότητα στον διάλογο, πνευματική ειλικρίνεια και -πρέπει να ειπωθεί- μια συμπόνια που δεν έχω βρει πουθενά αλλού.
Από αυτή την οπτική γωνία, η απληστία που χαρακτηρίζει την εποχή μας είναι απλώς το πιο εξόφθαλμο παράδειγμα μιας μακράς ιστορίας που περιλαμβάνει επινοημένες φυσικές ιεραρχίες, γραφειοκρατίες που συντρίβουν και ατελείωτες ποσότητες ενέργειας και χρόνου που σπαταλιούνται σε γιγαντιαίους οργανισμούς αντί να καλύπτουν τις άμεσες ανάγκες με τη δημιουργία «μιας κοινωνίας ανεκτικής», η οποία θα μας επιτρέπει να ασκούμε τις πιο σημαντικές δραστηριότητες της ζωής: τη φιλία, το σεξ, τις τέχνες και τις επιστήμες, την πίστη, το να ανατρέφουμε παιδιά με λαμπερά μάτια, να έχουμε καθαρό αέρα και νερό», για να το πούμε με τα λόγια του Paul Goodman. Ενώ η πυραμιδική μορφή αυτών των γιγαντιαίων οργανισμών τείνει να επιλέγει εκείνους που έχουν τη μεγαλύτερη επιθυμία να ηγηθούν, επειδή αυτή είναι η συνήθης πορεία της επαγγελματικής ανέλιξης. Όπως αναφέρει ο Alex Comfort στο βιβλίο του «Potere e delinquenza» (Εξουσία και εγκληματικότητα)3 : όσοι ενεργούν χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους άλλους «μπορούν να βρουν πολλές θέσεις εργασίας στη σύγχρονη κοινωνία, και σχεδόν όλες, συνδέονται με τις γραφειοκρατικές και εκτελεστικές πτυχές της εξουσίας. Τους επιτρέπουν, εντός ορισμένων ορίων, να προκαλούν πόνο και να απολαμβάνουν μια αυθαίρετη εξουσία. Είναι θέσεις εργασίας που αποδεικνύονται απαραίτητες για τον σύγχρονο τρόπο ζωής».
Από αυτή την άποψη, όπως έγραψε ο Enzo Traverso στο βιβλίο του «Ο Ένοπλος Αιώνας» – στο οποίο περιγράφει τη μαζική βία του εικοστού αιώνα – πολύ συχνά ξεχνάμε ότι πρόκειται για κρατική βία: «Η μελέτη αυτών των βιαιοτήτων συνεπάγεται, αναπόφευκτα, και τη μελέτη των αντιφάσεων της διαδικασίας του εκπολιτισμού -την οποία οι κοινωνικές επιστήμες, από τον Weber μέχρι τον Elias, ταύτιζαν πάντα με την οικοδόμηση του κρατικού μονοπωλίου των μέσων του εξαναγκασμού- για να «αναγνωρίσουμε», τελικά, «στο σύγχρονο κράτος όχι μόνο ένα νομικό και πολιτικό μηχανισμό ή ένα πειθαρχικό σύστημα, αλλά και μια μηχανή μαζικής καταστροφής που υπόκειται σε καθαρά πολιτικές επιταγές». Αυτό ισχύει, φυσικά, και για τη βία που ασκείται σήμερα.
Ο πυρήνας της αναρχικής κριτικής βρίσκεται σε αυτό το σημείο: το κράτος δεν είναι ένας ιερός και απαραβίαστος μονόλιθος ή η πηγή της δικαιοσύνης. Προφανώς, αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι κρατικές μορφές είναι ισοδύναμες. Η δημοκρατία είναι χίλιες φορές καλύτερη από τη δικτατορία, ειδικά επειδή εγγυάται μεγαλύτερη ζωντάνια στις συγκρούσεις. (Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Comfort, «το κεντρικό εκλογικό σύστημα […] κάνει τεράστιες διακρίσεις εναντίον των ατόμων που διαθέτουν αναπτυγμένο αίσθημα ηθικής και εναντίον όσων έχουν εκείνες τις ηγετικές ικανότητες που βασίζονται στην άμεση επαφή»).
Αυτή είναι η ουσία, όπως έλεγα, αλλά σίγουρα δεν εξαντλεί το θέμα: από ελευθεριακή άποψη – στην οικογένεια, στο σχολείο, στις σεξουαλικές σχέσεις, στην εργασία – κάθε κατάσταση κυριαρχίας διαφθείρει. Και αυτό σημαίνει ότι πρέπει να εξασκηθούμε στο να ελέγχουμε πρώτα απ’ όλα τον εαυτό μας, αντί να ισχυριζόμαστε ότι αυτό το κάνουν πάντα και μόνο οι άλλοι· να κατανοήσουμε πότε και πώς κάνουμε και εμείς κατάχρηση.
Με αυτό επιστρέφω στον Finzi. Ο Paolo ήταν αφοσιωμένος ακριβώς σε αυτό. Αναζητούσε συνεχώς ελευθεριακούς χώρους και περιβάλλοντα, δημιουργούσε πάντα ισότιμες σχέσεις και συνομιλούσε με όλες και με όλους χωρίς να πέφτει στο παγίδα των «militonti»4 , όπως αποκαλούσε τους ακτιβιστές που δεν αμφέβαλαν ποτέ και για τίποτα. Ανάμεσά τους υπήρχαν και εξακολουθούν να υπάρχουν διάφοροι αναρχικοί, που έχουν εμμονή με την απλή άρνηση του υπάρχοντος -μια άλλη μορφή μίσους- ή που αδυνατούν να επεξεργαστούν βιώσιμες εναλλακτικές λύσεις στο εδώ και τώρα, προσιτές στους απλούς ανθρώπους οι οποίοι δεν είναι βυθισμένοι σε ομόκεντρους κύκλους αφηρημένης και διαρκούς σύγκρουσης, αλλά πρέπει να αντιμετωπίσουν τα μυριάδες προβλήματα της καθημερινής ζωής. Ενώ, ο Paolo, ακόμη και με τον κίνδυνο να δεχθεί άδικες επικρίσεις ή να χαρακτηριστεί «φιλελεύθερος» (σχεδόν σαν να ήταν προσβολή), καλλιεργούσε πάντα τέτοιου είδους εναλλακτικές, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι χρησιμεύουν στο να κάνουν τον αναρχισμό πιο χειροπιαστό, πρακτικά εφαρμόσιμο και αποδεκτό.
Στα τελευταία του λόγια, ο Giuseppe Pinelli όρισε τον αναρχισμό ως ένα κράμα «λογικής και υπευθυνότητας». Το έγραφε σε έναν άλλο Paolo, τον Paolo Faccioli – αλλά θα μπορούσε επίσης να μιλούσε και στον δικό μας – ο οποίος συμμετείχε ενεργά στο Circolo Anarchico Ponte della Ghisolfa5 και, όταν εξερράγη η βόμβα στην Piazza Fontana, ήταν ο νεότερος από αυτούς που συνελήφθησαν.
Πράγματι, ο Paolo ήταν πάνω απ’ όλα ένας άνθρωπος που βασανιζόταν από την κακία και προσπαθούσε να την καταπολεμήσει χρησιμοποιώντας «λογική και υπευθυνότητα», συζητώντας τα πάντα, από τον θεό μέχρι τα σκουλήκια, χωρίς να αφήνει την ψυχή του να στερεύει στα δεσμά της ιδεολογίας. Το έκανε πάνω από όλα από αγάπη. Σε τέτοιο βαθμό που, μετά την υπογραφή της τελευταίας του επιστολής -όπως συνήθως κλείνει ένα μήνυμα- εμφανίζεται μια τελευταία γραμμή: όχι μια υπαναχώρηση, αλλά μια επανεκκίνηση: «Αγαπώ την Aurora, την Alba, τον Elio, τον Lapo και τη Luna». Για άλλη μια φορά, η αγάπη υψώθηκε ενάντια και πέρα από τον ίδιο τον θάνατο.
- Ο Pietro Gori (1865–1911), ήταν δικηγόρος, δημοσιογράφος, ποιητής και διάσημος Ιταλός αναρχικός ακτιβιστής. Ως απόφοιτος της νομικής, χρησιμοποίησε το επάγγελμά του για να υπερασπιστεί στις δικαστικές αίθουσες εργάτες, αγρότες και συντρόφους αναρχικούς και σοσιαλιστές που διώκονταν από το κράτος. Το 1891, συμμετείχε στο Συνέδριο του Capolago, που προωθήθηκε από τους E. Malatesta και Amilcare Cipriani, για την ίδρυση του Επαναστατικού Αναρχικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, του οποίου έγινε ένας από τους κορυφαίους εκπροσώπους και προπαγανδιστές του. Την ίδια χρονιά, μετέφρασε και επιμελήθηκε την πρώτη ολοκληρωμένη έκδοση του Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος των Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς. Επίσης, ίδρυσε και επιμελήθηκε το «αναρχοσοσιαλιστικό» περιοδικό L’Amico del Popolo, στο Μιλάνο. Και τα είκοσι επτά τεύχη της εφημερίδας κατασχέθηκαν, γεγονός που οδήγησε σε καταγγελίες και την σύλληψή του. Υπήρξε ένας παραγωγικός συγγραφέας ελευθεριακών ποιημάτων και τραγουδιών με μεγάλη λαϊκή απήχηση. Μεταξύ αυτών συμπεριλαμβάνονται τα πασίγνωστα: «Addio Lugano bella» και «Il canto dei reclusi». Λόγω της καταστολής και των ενταλμάτων σύλληψης που αντιμετώπιζε στην Ιταλία, πέρασε μεγάλα διαστήματα εξορίας μεταξύ Ευρώπης και Αμερικής, συνεχίζοντας ακούραστα την προπαγάνδα και το έργο του δίνοντας διαλέξεις. [↩]
- Το περιοδικό «Volontà» υπήρξε ένα από τα μακροβιότερα και σημαντικότερα στο ιταλικό αναρχικό κίνημα του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα. Ιδρύθηκε το 1946 από τους Giovanna Caleffi Berneri, Cesare Zaccaria και Pio Turroni. Το 1977, ο Turroni εμπιστεύτηκε το περιοδικό στην ομάδα νέων αναρχικών από το Valdobbiadene (μέλη της GAF), και το 1980, μετέφερε την έδρα του στο Μιλάνο, εντασσόμενο στον ίδιο συνεταιρισμό που εξέδιδε τα «A rivista anarchica», «Interrogations» και «Edizioni Antistato». Το περιοδικό έκλεισε το 1996, μετά από πενήντα χρόνια αδιάλειπτης έκδοσης. [↩]
- Ο τίτλος στο πρωτότυπο: Authority and Delinquency. A Study in the Psychology of Power [↩]
- Ο όρος «militonti» δεν είναι επίσημη λέξη, αλλά μια πολιτική/σατιρική σύνθετη λέξη. Προκύπτει από τη σύνθεση των λέξεων: militante: πολιτικός ακτιβιστής, το στρατευμένο μέλος ενός κόμματος και tonto: ανόητος, χαζός. Χρησιμοποιείται για να χλευάσει την τυφλή κομματική αφοσίωση. [↩]
- Το Circolo Anarchico Ponte della Ghisolfa είναι ένας ιστορικός αναρχικός, πολιτιστικός και κοινωνικός χώρος στο Μιλάνο, ο οποίος λειτουργεί από την 1 Μαΐου 1968. Ο χώρος αυτός συνδέεται στενά με σημαντικές μορφές του ιταλικού αναρχικού κινήματος, όπως ο Giuseppe Pinelli και ο Pietro Valpreda. [↩]


