Δημήτρης Μπελαντής, Η Σοβιετική Εμπειρία [1924-1939]. Από τον θάνατο του Λένιν έως το τέλος του Μεγάλου Τρόμου, Τόμος Α΄, Τόπος 2025, σελ. 596
Σαράντα σχεδόν χρόνια μετά την κατάρρευση των καθεστώτων της ανατολικής Ευρώπης, η απάντηση αναφορικά με τη φύση και την ιστορία τους παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα καθήκοντα της αριστερής σκέψης.
Χωρίς αυτό, η αναζήτηση μιας χειραφετητικής διεξόδου από τα εφιαλτικά αδιέξοδα της εποχής μας γίνεται κι αυτή, ίσως, αδιέξοδη.
Η Ρωσική Επανάσταση υπήρξε η μεγαλύτερη ελπίδα για απελευθέρωση που γέννησε ποτέ ο κόσμος. Για πρώτη φορά στην ιστορία οι εκμεταλλευόμενοι, οι καταπιεσμένοι, οι υποτελείς όλων των ειδών νικούσαν κηρύσσοντας με σαφήνεια την πρόθεσή τους να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους. Και δεν υπάρχει αμφιβολία πως το Νοέμβριο του ΄17 ήταν αυτοί που νικούσαν. Γι’ αυτό, για πολύ καιρό μετά, η Ρωσική Επανάσταση ήταν η δική τους επανάσταση σ΄ ολόκληρη τη γη. Από την άλλη, το σύνολο των κατακτήσεων που πέτυχαν οι κατώτερες τάξεις και τα καταπιεσμένα έθνη, οι υποβαθμισμένες ομάδες του παγκόσμιου πληθυσμού στη διάρκεια του 20ού αιώνα συνδέονται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, με το ΄17.
Με άλλα λόγια, ένα πολύ μεγάλο μέρος των επιτευγμάτων της ανθρωπότητας μετά το 1917 οφείλονταν στο 1917.
Όπως είναι αδύνατη η σύλληψη των δημοκρατικών εξελίξεων στην Ευρώπη και στον κόσμο ολόκληρο βάζοντας εντός παρενθέσεως την Γαλλική Επανάσταση έτσι –και περισσότερο– είναι αδύνατο να αντιληφθούμε τον ιστορικό αγώνα για την κατάργηση της εκμετάλλευσης αν η ρωσική εμπειρία συνεχίσει να αφήνεται στην ένοχη λήθη, όπου έχει περιπέσει για κάποιες δεκαετίες τώρα.
Έχω υπόψη μου σχεδόν όλες τις αντιρρήσεις. Η Επανάσταση παραμορφώθηκε, εκφυλίστηκε, προδόθηκε, έφαγε τα παιδιά της, υποκλάπηκε, ευτελίστηκε, τρομοκράτησε, ηττήθηκε. Ναι, αλλά συνέβη. Εκτός κι αν δεν συνέβη, αν ήταν απότοκο ιστορικής τύφλωσης, αν ήταν οφθαλμαπάτη. Αν δεν ήταν Επανάσταση, αλλά πραξικόπημα, όπως έχει λεχθεί. Μια τέτοια απόφανση θα εξηγούσε απολύτως τη γενικευμένη σιωπή. Νομίζω, όμως, πως είναι ανιστόρητη.
Όταν, ξανά και ξανά, αναζητώ επιχειρήματα για αυτή την άποψη το μυαλό μου σπάνια πηγαίνει στην κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας ή στην εισαγωγή του εργατικού ελέγχου, στις μεγάλες νίκες απέναντι στους στρατούς της αντεπανάστασης ή στις χιλιάδες φράξιες του «μονολιθικού» κόμματος των μπολσεβίκων, στη μεγάλη πλειοψηφία στα Σοβιέτ ή στο Σύνταγμα του 1918. Αλλού οδηγούμαι: στους ζωγράφους και στους μουσικούς, στο θέατρο και τον κινηματογράφο, στους παιδαγωγούς και τους πολεοδόμους, στους φουτουριστές, στους κονστρουκτιβιστές, στον σουπρεματισμό και στις επαναστατικές αφίσες, στο ΛΕΦ… Και περιμένω κάποιον να μου υποδείξει άλλο ένα πραξικόπημα το οποίο τόσο πολύ να άνοιξε τις ανθρώπινες ψυχές.
Είναι σωστό, ωστόσο, να λέγεται ότι, από ένα σημείο κι έπειτα, η υπεράσπιση της ΕΣΣΔ ως σοσιαλιστικής έγινε αδύνατη. Όποια κι αν είναι η στιγμή της υποστροφής, η στιγμή της μετατροπής της στο διαλεκτικό της αντίθετο, είναι δεδομένο πως η εποχή του Μεγάλου Τρόμου δεν ανήκει στην συνέχεια της Επανάστασης, αλλά αποτελεί φάση –και όχι την πρώτη– μιας αντεπαναστατικής εξέλιξης. Ο όρος σταλινισμός περιγράφει αυτήν την τερατώδη υποστροφή. Είναι, όμως, πολύ περιγραφικός για να εκφράσει σε βάθος την συνθήκη. Όσο κι αν το καθεστώς, που επικράτησε οριστικά στα 30ς, είχε τα χαρακτηριστικά προσωπικής δικτατορίας, αυτό το χαρακτηριστικό του κάθε άλλο παρά εξαντλεί το πολιτικό του περιεχόμενο. Πόσο μάλλον το κοινωνικό.
Κάποιοι θεωρητικοί, μεταξύ των οποίων και ο Σαρλ Μπετελέμ, έφτασαν, μετά από πολλές δεκαετίες ερευνών στο συμπέρασμα πως, τελικά, η ίδια η Επανάσταση ήταν κάθε άλλο παρά προλεταριακή. Στην πραγματικότητα, υπό την ηγεσία ενός κύκλου ριζοσπαστών διανοουμένων, το 1917 ήταν η εκκίνηση μιας διαδικασίας κολοσσιαίου καπιταλιστικού εκσυγχρονισμού – ακόμα και πίσω από την πλάτη αυτών που ηγήθηκαν.
Η γνώμη του κομμουνιστή Μπετελέμ είναι εντελώς αδύνατον να απορριφθεί άνευ ετέρου. Η συμβολή του στην ανάλυση των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών εξελίξεων στη Ρωσία είναι ανεκτίμητη – σχεδόν μοναδική. Και είναι γι’ αυτό που ο Μπελαντής τον αξιοποιεί όσο καμία άλλη από τις αναφορές του.
Να, λοιπόν, πού καταλήγει ο Μπετελέμ στην ακροτελεύτια, ουσιαστικά, παράγραφο των 2000 σελίδων, που καλύπτουν οι σπουδαίοι Ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ:
Ο μύθος της ΕΣΣΔ, της «πατρίδας του σοσιαλισμού, επιβιώνει ακόμα και σήμερα [το 1983], παρά το γεγονός ότι η οικονομία της χώρας χαρακτηρίζεται από τον ριζικό διαχωρισμό των εργαζομένων από τα μέσα παραγωγής, τη διατήρηση και επέκταση της μισθωτής εργασίας, την αυστηρή καθυπόταξη της παραγωγής στις απαιτήσεις συσσώρευσης της υπεραξίας, κάτι που αντιστοιχεί σε μια ακραία μορφή καπιταλισμού […]
Η εξέγερση του Οκτώβρη παρουσιάζεται με την παραπλανητική μορφή της σοσιαλιστικής επανάστασης, την ίδια στιγμή που άνοιγε το δρόμο σε μια ιδιαίτερου τύπου καπιταλιστική επανάσταση. Ο Οκτώβρης βρίσκεται λοιπόν στις ρίζες αυτού που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε μεγάλη αυταπάτη του 20ού αιώνα[1].
Είναι δυνατόν να ισχύουν και τα δύο; Να είναι η Ρωσική Επανάσταση και η μεγαλύτερη χειραφετητική ελπίδα στην ανθρώπινη ιστορία και η μεγαλύτερη αυταπάτη του 20ού αιώνα;
Ο Μπελαντής, στο σπουδαίο βιβλίο του, καρπός φανερά πολυετούς εργασίας, πήρε την απόφαση να αναμετρηθεί με αυτά, τα υπαρξιακού, για το επαναστατικό απελευθερωτικό πρόταγμα, ερωτήματα. Νομίζω πως το αποτέλεσμα τον δικαιώνει. Προφανώς είναι εντελώς αδύνατον να «παρουσιαστεί» η δουλειά του.
Μπορούμε, ωστόσο, να αναφέρουμε το συμπέρασμά του.
Σύμφωνα με τον Μπελαντή, λοιπόν, η ΕΣΣΔ, με τον πιο σαφή τρόπο από το 1930 κι έπειτα, υπήρξε ένας κοινωνικός σχηματισμός, στον οποίο ο κυρίαρχος τρόπος παραγωγής ήταν ο κρατικός καπιταλισμός, με μια άρχουσα τάξη της οποίας ο στόχος ήταν η διατήρηση της εξαιρετικά προνομιούχας ταξικής της θέσης μέσω της άγριας εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Η διατήρηση των εμπορευματικών σχέσεων, ιδίως η διατήρηση της συνθήκης της εργασιακής δύναμης ως εμπορεύματος, σε συνδυασμό με τον προσανατολισμό της παραγωγής στην επιταχυνόμενη συσσώρευση και όχι στην ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών, ήταν από τα κύρια στοιχεία μιας κοινωνικής δομής που δεν μπορούσε να έχει την παραμικρή σχέση με οποιαδήποτε εκδοχή κοινωνίας μεταβατικής προς τον σοσιαλισμό, πόσο μάλλον, οποιαδήποτε εκδοχή σοσιαλισμού.
Το γεγονός πως η εκμετάλλευση είχε συλλογικό χαρακτήρα, το γεγονός, δηλαδή, ότι τα μέσα παραγωγής δεν ήταν ιδιοκτησία ατομικών καπιταλιστών, σε τίποτε δεν άλλαζε τον καπιταλιστικό χαρακτήρα του τρόπου παραγωγής. Από κάποιες απόψεις, μάλιστα, μάλλον τον ενίσχυε. Η κρατική αστική τάξη ασκούσε από κοινού –και πολύ αποτελεσματικά– την εκμετάλλευση του διαρκώς διευρυνόμενου προλεταριάτου.
Η βίαιη κολεκτιβοποίηση της γεωργίας εξαφάνισε, μέσα από την πιο άγρια και εξοντωτική διαδικασία που μπορεί να φανταστεί κανείς, την αγροτική τάξη και είναι συγκρίσιμη μόνο με την γενοκτονική πρωταρχική συσσώρευση των απαρχών του καπιταλισμού, με την εξαφάνιση των ιθαγενών πληθυσμών του μη καπιταλιστικού κόσμου και με τις «περιφράξεις». Θεωρείται κοινή γνώση -ακόμη και από τους συμπαθούντες τον σταλινισμό- πως τουλάχιστον 10 εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους μέσα σε λίγα χρόνια, ενώ οι υπόλοιποι πέρασαν σε μια κατάσταση οιονεί δουλοπαροικίας -ο Μπελαντής μιλάει για νεωτερική κρατική δουλοπαροικία- με απαγόρευση της δυνατότητας να αλλάξουν δουλειά, πόσο μάλλον να αλλάξουν τόπο εγκατάστασης. Μια συνθήκη, δηλαδή, στην οποία ο εξωοικονομικός καταναγκασμός έπαιζε κεντρικό ρόλο στην εκμετάλλευση των συγκεκριμένων πληθυσμών.
Από την άλλη, η αλληλένδετη βίαιη εκβιομηχάνιση συνδέθηκε με μια εκτόξευση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Η επιβολή της μονοπρόσωπης –δεσποτικής, για να χρησιμοποιήσουμε τη συναφή έκφραση του Μαρξ– διεύθυνσης, ο διοικητικός καθορισμός των μισθών, που σημείωναν διαρκή και μεγάλη πτώση, η τεράστια αύξηση των απλήρωτων υπερωριών, η ακραία εντατικοποίηση της εργασίας με την εφαρμογή του τεϊλορισμού και του μισθού με το κομμάτι, η άσκηση ακραίου πειθαρχικού ελέγχου μέσα από το βιβλιάριο εργασίας και τον φάκελο του εργάτη διαμόρφωναν μια κατάσταση πρωτοφανούς εκμετάλλευσης και επιβολής. Η κρατικοκαπιταλιστική τάξη σε μεγάλο βαθμό απέκτησε την αυτόνομη συνείδησή της μέσα από την αντιπαραβολή με ένα περιφρονημένο και συκοφαντημένο προλεταριάτο, το οποίο, σύμφωνα με την κυρίαρχη ιδεολογία –εδώ ταιριάζει περισσότερο η λέξη– δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις ανάγκες της «ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων» χωρίς την υποταγή του στις κεντρικές νόρμες και την αναμέτρησή του με τις παθογένειες της καταγωγής του και την τεμπέλικη ροπή του. Η ολοκληρωτική προσαρμογή του, η ολοκληρωτική εφαρμογή των σχεδίων «αυτών που ήξεραν», των «στελεχών», ήταν όρος για την πρόσβασή του στα στοιχειώδη της επιβίωσης του.
Γλαφυρότατη έκφραση αυτής της στάσης της σταλινικής ηγεσίας είναι τα λόγια του Καγκάνοβιτς, που εκστομίστηκαν το 1934:
Στο εργοστάσιο […] ο διευθυντής είναι απόλυτος κυρίαρχος. Όλοι πρέπει να τον υπακούνε. Όταν ο διευθυντής δεν έχει αυτήν την οπτική, αλλά κάθεται να παίζει τον «φιλελεύθερο» και τον «αδελφό» των εργατών, όταν προσπαθεί να πείσει για την θέση του, τότε δεν είναι πια διευθυντής και δεν επιτρέπεται να διοικεί το εργοστάσιο. Η γη πρέπει να τρέμει, όταν ο διευθυντής κυκλοφορεί στο εργοστάσιο (σελ. 308).
Επιπλέον, υπάρχει κι ένας εκτεταμένος τομέας που θα μπορούσε να ονομαστεί ιδιόμορφη νεωτερική δουλεία ή και κρατική δουλοκτησία. Οι τεράστιοι αριθμοί -πολλά εκατομμύρια- εκτοπισμένων στα γκουλάγκ υπόκεινταν σε έναν τύπο εκμετάλλευσης, για τον οποίο ο πιο κατάλληλος όρος είναι αυτός της στρατοπεδικής εργασίας. Δεν επρόκειτο για περιθωριακό φαινόμενο. Τα μεγαλύτερα, πραγματικά φαραωνικά, έργα της δεκαετίας του ’30, για τα οποία η σταλινική ηγεσία και η κρατικοκαπιταλιστική τάξη ήταν τόσο περήφανες, βασίστηκαν σχεδόν αποκλειστικά στη δουλειά αυτών των κρατικών σκλάβων. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της διάνοιξης του καναλιού του Μπελομόρσκ, που συνέδεσε τη Βαλτική με τη Λευκή Θάλασσα. Μέσα σε ενάμιση χρόνο φτιάχτηκε ένα κανάλι 155 μιλίων, τη στιγμή που η διώρυγα του Σουέζ, με μήκος 117 μίλια, χρειάστηκε 15 χρόνια και αυτή του Παναμά των 48 μιλίων σε 33 χρόνια. Το Μπελομόρσκ κατασκευάστηκε υπό την αποκλειστική διεύθυνση της OGPU και μόνο με στρατοπεδική εργασία.
Ο Μπελαντής τεκμηριώνει ισχυρότατα την ανάλυσή του, αξιοποιώντας ένα πολύ μεγάλο μέρος της διαθέσιμης βιβλιογραφίας. Και παράγει ένα πολύ πειστικό αποτέλεσμα.
Επιπλέον, παρουσιάζει τις εξελίξεις στο πολιτικό και ιδεολογικό πεδίο μέσα από την ενδελεχή παρακολούθηση της ταξικής πάλης, των συγκρούσεων στο πλαίσιο του επαναστατικού στρατοπέδου, των διαρκών διαμαχών στο εσωτερικό του ίδιου του μπολσεβικικού κόμματος. Δεν πέφτει στις συνήθεις ευκολίες, οι οποίες φροντίζουν να διακρίνουν πλήρως μια «καλή» εποχή Λένιν από μια «κακή» εποχή Στάλιν. Βρίσκει πηγές της υποστροφής –και πολλές μάλιστα– στην ίδια την «καλή» εποχή. Δεν πείθεται δε πως ο Τρότσκι είχε «καλύτερες προθέσεις» από αυτούς που επικράτησαν τόσο για τα ζητήματα της δημοκρατίας στο σύνολο της κοινωνίας όσο και για τις οικονομικο-κοινωνικές του προτεραιότητες.
Για τον Μπελαντή, το ζήτημα της δημοκρατίας είναι καθοριστικό για τον χαρακτηρισμό του καθεστώτος. Ένα εργατικό κράτος δεν μπορεί παρά να είναι πολύ πιο δημοκρατικό από το πιο δημοκρατικό αστικό -ή δεν είναι εργατικό κράτος. Ακόμη και αν στους καιρούς της επαναστατικής κατάστασης εξαίρεσης είναι αναπόφευκτοι ίσως κάποιοι περιορισμοί της ελευθερίας, η διατήρησή τους είναι απόλυτος δείκτης εκφυλισμού.
Το βιβλίο είναι εξαιρετικό. Διαπραγματεύεται ένα πολύ μεγάλο μέρος των σχετικών ζητημάτων- και όχι μόνο των άμεσα πολιτικών ή οικονομικών. Δίνει βάρος και στις πολιτισμικές διαμάχες, στη θέση των γυναικών, στα εγχειρήματα σεξουαλικής απελευθέρωσης, στη στάση απέναντι στη θρησκεία, στις εξελίξεις αναφορικά με το σχολείο…
Και παρ’ όλο που εκτιμά όσο κανένα το έργο του Μπετελέμ δεν καταλήγει στο τελικό συμπέρασμα του. Θα έλεγα ότι υποστηρίζει την προηγούμενη κατάληξη των Ταξικών αγώνων στην ΕΣΣΔ, όπως εκφράστηκε στους δύο πρώτους τόμους: η τομή στην εξέλιξη προς τον κρατικό καπιταλισμό συνδέεται με τη Μεγάλη Στροφή του 1928-1929, η οποία διαρρηγνύει την εργατο-αγροτική συμμαχία και εξουδετερώνει όλες τις δυνατότητες για μια πολιτική ανάκαμψη της εργατικής τάξης. Γι’ αυτό η περιεκτική του τοποθέτηση είναι ως εξής:
Η παγίωση του σοβιετικού καθεστώτος, μετά τη νίκη στον Εμφύλιο έναντι των Λευκών και του ιμπεριαλισμού, συνιστά καταρχάς μεγάλη νίκη του ρωσικού, αλλά και του διεθνούς επαναστατικού ρεύματος. Αν η Ρωσική Επανάσταση είχε ηττηθεί στρατιωτικά ή πολιτικά το 1917, είναι εξαιρετικά πιθανό το ιστορικό Κομμουνιστικό Κίνημα του 20ού αιώνα να μην είχε καν υπάρξει ή να είχε υπάρξει με πολύ υποβαθμισμένο τρόπο […] Η συζήτηση και η πρακτική του κομμουνισμού στον 20ό αιώνα μάλλον θα ήταν ασήμαντη. Η παγίωση της ύπαρξης της ΕΣΣΔ, παρά τον κατοπινό εκφυλισμό της, στο συμβολικό επίπεδο σήμανε μια μεγάλη νίκη και για τις εργατικές τάξεις στη Δύση και τις διεκδικήσεις τους, αλλά και για το κράτημα ως ανοιχτού του επαναστατικού ζητήματος συνολικά, καθώς και για τις κατοπινές λαϊκές και αντιιμπεριαλιστικές επαναστάσεις στην περιφέρεια. Συνεπώς, η λογική που λέει ή υπαινίσσεται ότι θα ήταν καλύτερα να είχε ηττηθεί, χωρίς να προλάβει να μπει στη διαδικασία εκφυλισμού της δεν είναι βάσιμη ιστορικά ούτε πολιτικά (σελ. 31).
Είμαι αρκετά κοντά στην άποψη του Μπελαντή. Δεν αποκλείω, ωστόσο, τόσο ρητά, την πιθανότητα να μην είναι έτσι.
Για ένα πράγμα, όμως, είμαι σχεδόν βέβαιος. Αν επικρατούσαν οι απόψεις των πρώιμων αριστερών αντιπολιτεύσεων -–και δεν ήταν «αναπόφευκτο» να μη συμβεί–, αν επικρατούσαν οι τοποθετήσεις της Εργατικής Αντιπολίτευσης, της Εργατικής Ομάδας, της Εργατικής Αλήθειας, τα πράγματα ίσως εξελίσσονταν πολύ καλύτερα. Με την επιμονή τους στην δημοκρατία και στην εργατική αυτονομία –ακόμα και απέναντι στα εργατικά κόμματα–, με τη διαρκή υπενθύμιση πως, χωρίς εργατικό έλεγχο και εργατική αυτοδιεύθυνση, ο κρατικός καπιταλισμός και όχι ο σοσιαλισμός ήταν που θα επικρατούσε, με τη βεβαιότητα πως, όπως έλεγε και η Λούξεμπουργκ, η ελευθερία νοείται ως τέτοια μόνο όταν αφορά αυτούς που σκέφτονται διαφορετικά διαμόρφωναν τις συνθήκες για να υπηρετηθεί η κομμουνιστική υπόθεση πολύ βασιμότερα.
Εντέλει, τείνω να καταλήξω πως, με όλη τους την «αφέλεια», ήταν οι πάσχοντες από «παιδική ασθένεια» αριστεροί –συμβουλιακοί κομμουνιστές, οι σχεδόν «αναρχίζοντες», με την ανοιχτή απέχθειά τους απέναντι στο κράτος, και το εργατικό ακόμη– που διασφάλιζαν περισσότερο την κομμουνιστική προοπτική. Η Λούξεμπουργκ, ο Σλιάπνικοφ, η Κολοντάι, ο Μπογκντάνοφ, ο Μιάσνικοφ, ο Σίλιγκα και εκατοντάδες χιλιάδες ή και εκατομμύρια άλλοι, σε εκείνες τις επαναστατικές εποχές, δικαιώθηκαν με δραματικό τρόπο.
Ο Μπελαντής μας προσφέρει ένα μεγάλο συνθετικό έργο και ξαναθέτει έτσι ένα από τα ζητήματα των ζητημάτων. Χωρίς την αναμέτρηση με αυτό, θα συνεχίσουμε να περιφερόμαστε στα πιο βαθειά σκοτάδια.
Περιμένουμε με ανυπομονησία το δεύτερο τόμο.
————
[1] Σαρλ Μπετελέμ, Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ -3η περίοδος 1930 -1941, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2017 (μετάφραση: Σπύρος Κακουριώτης), σελ. 23-25.


