Η ανοίκεια στέγη των αστέγων

Τους βλέπουμε καθημερινά στον δρόμο, σε παγκάκια,  εισόδους πολυκατοικιών, εγκαταλελειμμένα κτίρια, πίσω από εκκλησίες  να τουρτουρίζουν ειδικά τα βράδια που το κρύο γίνεται ανυπόφορο. Στις ειδήσεις και γενικότερα στον δημόσιο λόγο αναφέρονται κυρίως όταν οι δήμοι λαμβάνουν έκτακτα μέτρα για τις μέρες του ψύχους ή όταν διοργανώνουν γιορτινά τραπέζια όπου προσφέρεται φαγητό και λίγη ζεστασιά. Τις υπόλοιπες μέρες του χρόνου οι άστεγοι συμπολίτες μας  σχεδόν … δεν υπάρχουν, για να τους ανακαλύψουμε ξανά τα επόμενα Χριστούγεννα. 

Ρεπορτάζ: Σταυρούλα Πουλημένη για το stokokkino.gr

Η κυρία Μαρία που ζει εδώ και οχτώ χρόνια στο νοσοκομείο Γεννηματάς, ο κος Στέλιος που έχει βρει «στέγη» σε ένα μπαλκονάκι εγκαταλελειμμένου σπιτιού πίσω από την εκκλησία της Υπαπαντής, ένας άλλος κύριος που «αγαπάει» το δένδρο του στην Αριστοτέλους και οι μόνιμοι πλέον «θαμώνες» της Σβώλου, ανθρώπους που τους βλέπεις το βράδυ και «εξαφανίζονται» το πρωί. 

Το αυτοσχέδιο κρεβάτι τους είναι και η  ιστορία τους για το πώς βρέθηκαν άστεγοι, κάποιοι εδώ και πολλά χρόνια ενώ κάποιοι άλλοι πολύ πρόσφατα. Άνθρωποι που έχασαν τη δουλειά τους και στη συνέχεια τη δυνατότητα να μένουν σε ένα σπίτι, που δεν έχουν ή δε θέλουν να έχουν πλέον σχέση με την οικογένειά τους, που σπάνια μιλούν για τα προβλήματά τους, που βυθίζονται πολλές φορές στο πένθος της περιθωριοποίησης και ξανασηκώνονται.

Τους συναντήσαμε στα στέκια τους, και στις  «καβάτζες» τους τις μέρες του ψύχους, όπου μοιράστηκαν μαζί μας τις σκέψεις τους και απάντησαν στο ερώτημα αν χρησιμοποιούν τις δομές που υπάρχουν στην πόλη για προσωρινή στέγαση και ημερήσια φροντίδα. 


Το μπαλκονάκι του Στέλιου

«Οχτώ χρόνια ζω σε υπόστεγα και σε νοσοκομεία όταν έχουν εφημερίες. Το πρωί όμως κατά τις 6 πρέπει να αποχωρήσουμε. Κάποτε φυσικά δούλευα και εγώ, ως μετανάστης σε εστιατόριο στην Γερμανία, μετά στην αποκομιδή στον Δήμο Θεσσαλονίκης, δεν ανανεώθηκε όμως η σύμβαση και τώρα κάνω ανακύκλωση μόνος μου, τα μαζεύω και τα πηγαίνω σε μια μάντρα. Έτσι βγάζω κάτι ψιλά» λέει ο Στέλιος που δεν επιθυμεί να μιλήσει περισσότερο για την προσωπική του ιστορία. 

Τον Στέλιο Βαμβακόπουλο τον γνωρίσαμε στο χριστιανικό στέκι της ελληνικής ευαγγελικής εκκλησίας στην Ιπποδρομίου, μία από τις παλαιότερες δομές στην πόλη όπου καθημερινά μοιράζεται συσσίτιο, τα απογεύματα τσάι, καφέ και γλυκά ενώ παράλληλα υπάρχει η δυνατότητα για μπάνιο δύο φορές την εβδομάδα. 

Ποτέ του δεν έχει επισκεφθεί το υπνωτήριο αστέγων και προτιμάει να κοιμάται στο δρόμο. Κάθε πρωί ξεκινάει η προσπάθεια επιβίωσης στις ατελείωτες ώρες στο δρόμο: Από το να ψάξει για το φαγητό του σε ένα συσσίτιο, να επισκεφθεί το κέντρο ημερήσιας φροντίδας για να πλένει τα ρούχα του, να συναντήσει κάποιους φίλους στο στέκι όπου συχνάζουν,  ενώ τα καλοκαίρια βοηθάει ως εθελοντής πυροσβέστης στο φυλάκιο δασοπυροσβεστών στο Φίλυρο. Παραμονές Πρωτοχρονιάς μας κάλεσε στο νέο του «σπίτι», ένα μπαλκονάκι ισογείου πίσω από την εκκλησία της Υπαπαντής που έχει τις κουβέρτες του, τα ρούχα και την σημαία του ΠΑΟΚ, όπως λέει,  «μοναδική του αγάπη».

«Για μένα το να κοιμηθώ στο υπνωτήριο είναι μια ακόμη δοκιμασία, θέλει χαρτιά, εξετάσεις, προϋποθέσεις και το πρωί πρέπει να αποχωρήσεις. Βοήθεια θα ήταν η δυνατότητα να μπορώ να αποκτήσω μόνιμη στέγη με νερό και ρεύμα» δηλώνει.

Ο Κώστας κάθεται δίπλα του, καθημερινή επίσης παρέα στο στέκι. «Πέντε χρόνια σερί είμαι στο δρόμο, εκεί μαθαίνεις πολλά, ο δρόμος σε κάνει αγρίμι, κλείνεσαι στον εαυτό σου γιατί δεν ξέρεις τι θα αντιμετωπίσεις».

«Από καταστροφές άλλο τίποτα, γονείς δεν υπάρχουν ούτε συγγενείς, ήμουν καλό παιδί έκανα και φυλακή λόγω ναρκωτικών και τώρα ζω στο Πανεπιστήμιο. Εκεί δεν έχει φυσικά θέρμανση γιατί είναι ανοιχτός χώρος αλλά προτιμώ να μένω μόνος με το σλίπινγκ μπανγκ μου γιατί δεν μπορώ να κοιμηθώ με άλλους ανθρώπους»  συνεχίζει.

«Δεν περιμένω και δεν θέλω να περιμένω κάτι από το κράτος. Η Ελλάδα όπως έχει αποδειχθεί τρώει τα παιδιά της γι` αυτό και πλέον στον δρόμο βλέπεις νέους ανθρώπους που έχουν πέσει και αυτοί στα ναρκωτικά» καταλήγει ο Κώστας. 

Πιο πέρα ο Νίκος, που μας συστήθηκε ως «μάγος της Χαλάστρας», βγάζει ένα χαρτί όπου σε μερικές γραμμές περιγράφει τη ζωή του. «Έχω γράψει πολλά τραγούδια, έκανα και ραδιοφωνικός παραγωγός, ψάχνω για δουλειά, αυτά που τους λέω τους φαίνονται παράλογα αλλά αλήθεια μπορώ να κάνω πολλά πράγματα, βάζω και γκολ με την σκέψη στα δίχτυα» λέει γελώντας.

«Τώρα ζω σε κάτι χαλάσματα στα σφαγεία, χωρίς ρεύμα και θέρμανση, αλλά δεν με ενοχλεί κανένας».

Στο στέκι έρχονται άνθρωποι όλων των ηλικιών απ’ όλη την Θεσσαλονίκη, άστεγοι άλλα και άποροι άνθρωποι που δεν έχουν τα προς το ζην, πρώην εξαρτημένοι από ναρκωτικά και τους τελευταίους μήνες πρόσφυγες που ζουν στα καμπ. 

Ο Νίκος είναι άνεργος εδώ και 41 μήνες, δούλευε στον τομέα πολιτισμού του Δήμου, με 5μηνη σύμβαση,  πλέον δεν έχει  τη δυνατότητα να λαμβάνει το επίδομα ανεργίας και αν και δεν μένει στο δρόμο, ζει μια ζωή γεμάτη με χρέη. Εκτός από το φαγητό του και τα απολύτως απαραίτητα έρχεται στο στέκι για να βοηθήσει ως εθελοντής.

«Χρωστάω αρκετά χρήματα για τον ΕΝΦΙΑ, έχουν μαζευτεί χρέη  πολλών μηνών, αλλά δεν έχω κάποιο έσοδο για να μπορώ να τον πληρώσω. Πλέον δεν μπορώ να μπω ούτε σε κάποια ρύθμιση. Κατά διαστήματα μου έρχεται μια τρομακτική ειδοποίηση για συντηρητική κατάσχεση. Ο κίνδυνος να μείνω στον δρόμο φαντάζει πλέον ορατός καθώς το χρέος τοκίζεται» εξηγεί ο Νίκος προσθέτοντας «Αν μπορούσα να απευθυνθώ στο κράτος θα τους έλεγα να ηρεμήσουν λίγο να απειλούν αυτούς που δεν μπορούν να πληρώσουν, δεν μπορείς να λάβεις εκ του μη έχοντος, είναι σαν να τους σπρώχνουν να πέσουν από το μπαλκόνι».

                                                    Φωτογραφία- Δημήτρης Τοσίδης

O δρόμος δεν είναι επιλογή

Το να μένει κανείς στον δρόμο φαντάζει ίσως σε κάποιους επιλογή, επιλογή φυσικά σε πολλά εισαγωγικά, μια επιλογή ανάμεσα στην ανυπαρξία επιλογών. 

Να είσαι άστεγος σημαίνει ότι είσαι ευάλωτος στα πάντα, αρρωσταίνεις πιο εύκολα, είσαι συνεχώς εκτεθειμένος στο κρύο και τη ζέστη, πρέπει να προσέχεις να μην σου κλέψουν τα πράγματα, αν βρέξει να βρεις τρόπο να στεγνώσεις τα ρούχα σου, να κανονίσεις τις μέρες που υπάρχει διαθέσιμο λουτρό για να φροντίσεις για την προσωπική σου υγιεινή και να μαζέψεις λίγα χρήματα για τα τσιγάρα σου.

Καθημερινή παρέα στις ατελείωτες ώρες μοναξιάς τα αδέσποτα σκυλιά.

Μπροστά στην εκκλησία της Υπαπαντής και ενώ το κρύο γίνεται ακόμη πιο ανυπόφορο όσο νυχτώνει μένει ο Γκάμπρο από την Βουλγαρία και ο Βασίλης, που εδώ και λίγα χρόνια έφυγε από την Κομοτηνή.

«Στα 55 μου ούτε δουλειά μπορώ να βρω αλλά ακόμη και να μπορούσα δεν το αντέχει το σώμα μου είμαι άρρωστος, και το μόνο που βγάζω από την επαιτεία είναι τα τσιγάρα μου. Καπνίζω πολύ. Όλη μέρα τι άλλο να κάνω; » διερωτάται ο Βασίλης που σε ένα μικρό σακίδιο κουβαλάει όλη του την περιουσία. 

«Ο κόσμος περνάει και αφήνει συνήθως κάτι, ένα τσάι, ένα καφέ, λίγο φαγητό, κάπως βγαίνει, κάνουμε και λίγη παρέα μεταξύ μας, ο Γκάμπρο δε ξέρει ελληνικά αλλά συνεννοούμαστε» καταλήγει.

Βασικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι άστεγοι εκτός από το κύριο της στέγασης,  είναι η μετακίνηση  γιατί φυσικά ο ΟΑΣΘ δεν έχει μεριμνήσει ούτε για δωρεάν μετακίνηση ανέργων ούτε των αστέγων, οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν έχουν καν κάποιο επίδομα ή σύνταξη. Έτσι επαφίεται στην βούληση των ελεγκτών αν πέρα από τα άλλα προβλήματά τους θα έχουν και ...οφειλόμενα πρόστιμα στον ΟΑΣΘ.
 

Από το Ιπποκράτειο ... στα δικαστήρια


 

Πιο πάνω έξω από το νοσοκομείο Γεννηματάς ζει ο κος Γιάννης, 55 χρονών,  ένας από τους συλληφθέντες άστεγους του Ιπποκρατείου στις 14 Δεκεμβρίου. Τον βρήκαμε παραμονές Πρωτοχρονιάς να μας εξηγεί ότι οι περισσότεροι εκ των συλληφθέντων μεταφέρθηκαν στο υπνωτήριο αστέγων  αλλά τελικά κανείς δεν προτίμησε να μείνει εκεί.

«Μας πιάσανε και μείναμε στην Γενική Αστυνομική Διεύθυνση για δέκα μέρες. Δεν ξέρω γιατί έγινε αυτό, μάλλον ενοχλούσαμε. Μετά μας είπαν «μπορείτε να φύγετε». Έτσι εκτός από τα άλλα προβλήματα έχω και ένα δικαστήριο κάπου τον Ιούλιο για επαιτεία. Δικηγόρο δεν έχω φυσικά, δεν ξέρω τι θα γίνει και δεν με ενδιαφέρει» διηγείται με απογοήτευση.  

«Πάει χρόνια που έμεινα άνεργος. Δούλευα στην Αθήνα ξενοδοχοϋπάλληλος. Μετά πήγα στο χωριό μου στην Κομοτηνή. Πέθαναν οι γονείς μου και τώρα με τον αδερφό μου ζούμε εδώ. Στο δρόμο» 

«Κανείς δε θέλει να πάει στο υπνωτήριο. Δεν μπορείς να καπνίσεις εκεί, μένουν 25 άτομα μαζί, εγώ δεν μπορώ να το κάνω. Τρώω στο συσσίτιο στην εκκλησία. Καλύτερα έξω, αυτό θα σου πει όποιον και αν ρωτήσεις. Εκεί νοιώθω σαν να είμαι στην φυλακή». 

Στην Αλ. Σβώλου περπατάει με ένα καρότσι γεμάτο από παλιά πράγματα ο κ. Στέλιος, 66 χρονών. Είναι γνωστή φιγούρα της πόλης καθώς τα πρωινά πουλάει την πραμάτια του στο Μπιτ Μπαζάρ.  «Εγώ μένω στην παραλία με τα παιδιά» ενώ στο ερώτημα πως αντέχει στο κρύο γελάει και περιγράφει την πατέντα του:

«Στην παραλία έχει κρύο αλλά αν έχεις λίγο μυαλό δεν κρυώνεις. Τα παγκάκια του Μεγάλου Αλεξάνδρου είναι φαρδιά, αν βάλεις χαρτόνι γωνία προστατεύεσαι από τον αέρα. Τα βράδια μας μοιράζει κουβέρτες ο Χρήστος από το Στέκι Μεταναστών, και κάπως έτσι την βγάζουμε».

«Φυσικά είμαι άνεργος. Όχι τώρα, εδώ και 20 χρόνια. Είχα εργοστάσιο στην Χαριλάου και έκανα προκατ σπίτια, απασχολούσα 7 υπαλλήλους. Λόγω βραχυκυκλώματος σε καλώδιο της ΔΕΗ το εργοστάσιο κάηκε. Μένω μία στη μαμά μου μία εδώ και εκεί. Έχω ένα σπίτι στην Τούμπα το οποίο δεν έχει ούτε παράθυρα ούτε πόρτες. Εδώ και μια δεκαετία έχω καταστραφεί» λέει ακόμη ο κ. Στέλιος και καταλήγει: «Όταν ήμουν μικρός σπούδασα στο Δημόκριτο, έκανα διάφορες εφευρέσεις, όσο εργαζόμουν πλήρωνα τις υποχρεώσεις μου  στο ΤΕΒΕ αλλά τώρα δεν έχω ούτε σύνταξη, δεν μπόρεσα ποτέ να σηκώσω κεφάλι». 

Υπνωτήριο αστέγων-Μια δομή άμεσης παρέμβασης 

Στην Ανδρέου Γεωργίου, σε έναν σκοτεινό δρόμο βρίσκεται το υπνωτήριο αστέγων. Είναι 4:30 μ.μ. λίγο πριν ανοίξουν οι πόρτες του, μιας και τις μέρες του «επίσημου» ψύχους αντί για 7 ανοίγει στις 5μ.μ. και ο κόσμος αρχίζει να μαζεύεται έξω από την πόρτα. Το υπνωτήριο  λειτουργεί εδώ 3,5 χρόνια αρχικά ως σύμπραξη του Δήμου με την  ΜΚΟ Αρσις ενώ τον τελευταίο χρόνο χρηματοδοτείται από το Υπουργείο Εργασίας με τη συμμετοχή του Δήμου στο πλαίσιο του προγράμματος του "Δικτύου των Κοινωνικών Δομών αντιμετώπισης της φτώχειας" . Εδώ υπάρχουν 70 κλίνες και παρέχονται τα βασικά: δυνατότητα ύπνου το βράδυ, πρωινό-βραδυνό, πλυντήριο, βιβλιοθήκη, τηλεόραση αλλά και βοήθεια για την επανένταξη των ανθρώπων αυτών (αναζήτηση εργασίας σε αγγελίες, σύνταξη βιογραφικού, συλλογή δικαιολογητικών για τον ΟΑΕΔ, προγράμματα ανέργων κτλ).

Έρχεσαι το βράδυ, το πρωί όμως πρέπει να αποχωρήσεις. Η δυνατότητα αυτή διατηρείται για έξι μήνες με παρατάσεις. Για να μπορέσει  να μείνει κάποιος άστεγος πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις, να είναι αυτοεξυπηρετούμενος, να μην είναι χρήστης ναρκωτικών, να έχει κάνει δερματολογικές εξετάσεις και να έχει ψυχιατρική εκτίμηση. Στο υπνωτήριο συμβαίνει, έτσι, το παράδοξο ότι ακόμη και τις μέρες του ψύχους υπάρχουν πάντα κενές κλίνες. 

«Εδώ όλοι έρχονται με δική τους βούληση. Στην αρχή είναι δύσκολη η προσαρμογή κυρίως για τους μακροχρόνια άστεγους, κάποιοι έρχονται δοκιμαστικά και στη συνέχεια επιλέγουν αν θα συνεχίσουν ή όχι, πάντως δίνεται το απαραίτητο διάστημα έτσι ώστε να συμβιώνουν όλοι ομαλά. Εδώ απαγορεύεται το κάπνισμα και πρέπει κάθε μέρα να κάνουν μπάνιο. Οι προϋποθέσεις αυτές μπορεί να σημαίνουν την απώλεια του αισθήματος της ελευθεριας» λέει η Κλειώ Αλεξοπούλου, κοινωνική λειτουργός στη δομή και προσθέτει: «Τα τελευταία 3,5 χρόνια έχουμε δεχτεί 654 άτομα, ηλικίας 25-55, οι περισσότεροι άνδρες σε ποσοστό που ανέρχεται το 80%. Οι γυναίκες συνήθως βρίσκουν πιο εύκολα υποστηρικτικό περιβάλλον ή απευθύνονται σε άλλες δομές όπως στον ξενώνα κακοποιημένων γυναικών»

«Το τελευταίο διάστημα έρχονται και άνθρωποι που δεν μπορούν πλέον να αυτοσυντηρηθούν αλλά δεν έχουν μείνει μεγάλο διάστημα στο δρόμο. Κάποιοι έχουν ενταχθεί με τη βοήθειά μας σε προγράμματα απεξάρτησης, έχουν καταφέρει να πάρουν το επίδομα πρόνοιας, ή κάποια σύνταξη. Στην πόλη πλέον μας γνωρίζουν και πολύς κόσμος φέρνει ρούχα ενώ παράλληλα συνεργαζόμαστε και με άλλες δομές για την αντιμετώπιση αναγκών» καταλήγει.

Ο κ. Σταύρος έρχεται εδώ και λίγες μέρες στο υπνωτήριο, μιας και βρέθηκε πολύ πρόσφατα άστεγος λόγω ανεργίας και οικογενειακών προβλημάτων. 

«Εδώ και λίγες μέρες κοιμάμαι εδώ. Είμαι άνεργος εδώ και 2,5 χρόνια λόγω της κρίσης στην οικοδομή. Σε σχέση με τις συνθήκες στο δρόμο εδώ είναι Hilton, μας παρέχουν τα πάντα». 

«Οι μέρες περνούν με σκέψεις, σκέψεις, σκέψεις... κάποιοι τα πρωινά ξοδεύουν τον χρόνο τους στα ΚΤΕΛ μετά όμως πρέπει να φύγουν, εγώ δεν μπορώ να κάθομαι άπραγος, νοιώθω σαν θηρίο μέσα σε κλουβί, στέλνω e-mails ψάχνοντας για δουλειά, έχω στείλει μέχρι στιγμής 50και δεν είχα ούτε μία απάντηση, εννοείται ότι κάνω τα πάντα αλλά όταν ακούνε την ηλικία μου απαντάνε “θα σας ειδοποιήσουμε, που σημαίνει είστε μεγάλος για μας». 

«Κάποιες μέρες το υπνωτήριο γεμίζει, κάποιοι έρχονται μια φορά και μετά δεν ξαναεμφανίζονται έχουν παραιτηθεί από οποιαδήποτε προσπάθεια. Το υπνωτήριο είναι λύση για το βράδυ αλλά δεν κρατάει εσαεί, έξι μήνες και πρέπει μετά να έρθουν οι νέοι. Πιστεύω πως το κράτος θα μπορούσε να αξιοποιήσει εγκαταλελειμμένα κτίρια, να βοηθήσουμε και εμείς, θα έρθουν και άνθρωποι που δεν έχουν ρεύμα και νερό να βρουν μια δουλειά και να μένουν» συμπληρώνει.

Αυξάνονται οι επισκέψεις στο Κέντρο Ημερήσιας Φροντίδας

Στην οδό Μοναστηρίου βρίσκεται το Κέντρο Ημερήσιας Φροντίδας που λειτουργεί από το 2014 από την ΜΚΟ Πράξις σε συνεργασία με το Δήμο Θεσσαλονίκης. Είναι ένας χώρος ξεκούρασης και ανακούφισης που στόχο έχει να βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσης τόσο των αστέγων όσο και των ανθρώπων που ζουν στα όρια της φτώχειας, διαθέτει λουτρό και πλυντήριο. Εκεί παρέχεται ψυχοκοινωνική υποστήριξη, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, νομική και εργασιακή συμβουλευτική ενώ παράλληλα γίνονται και οι διασυνδέσεις που χρειάζονται για να καλυφθούν ανάγκες σε κάποιες υπηρεσίες για να πάρουν κάποιο επίδομα ή σύνταξη, μετακινήσεις, νοσοκομεία κτλ. 

«Κάθε μέρα έχουμε 60-80 επισκέψεις, τις μέρες του ψύχους έρχεται επιπλέον κόσμος, και λόγω της κρίσης συνεχώς αυξάνονται οι νεοεισερχόμενοι. Εδώ είναι διαφορετικά από το υπνωτήριο, ο κόσμος είναι πιο χαλαρός, δεν υπάρχουν ιδιαίτεροι κανονισμοί, σταδιακά αρχίζουν και κάνουν φιλίες αλλά οι περισσότεροι δύσκολα βγαίνουν από την απομόνωση. Δεν εμπιστεύονται εύκολα»  σημειώνει η Νένα Λιόντα, συντονίστρια του χώρου.

«Στην πρώτη επαφή με το κάθε άτομο καταλαβαίνεις τις ανάγκες, μπορεί να είναι άστεγος, ή να μην έχει ρεύμα στο σπίτι του, δεν ξεχωρίζουμε κανέναν. Αν έχει κάποιο έγγραφο μας το δίνει αλλά και να μην έχει πάλι τον δεχόμαστε. Οι περισσότεροι είχαν επιχειρήσεις που έκλεισαν, πολλοί χρωστούν σε ταμεία, το τελευταίο διάστημα εκτός από τους μακροχρόνια άστεγους έχουμε και το φαινόμενο των νεοάστεγων, νέοι άνθρωποι που δεν μπορούν να πληρώσουν το νοίκι γιατί έχασαν τη δουλειά τους» συνεχίζει για να καταλήξει:

«Οι υπηρεσίες για τους άστεγους επαρκούν, αυτό που λείπει είναι η δυνατότητα να δουλέψουν. Υπάρχει κόσμος απογοητευμένος, σχεδόν όλοι παραμελούν τα προβλήματα υγείας τους,  θέλουν να ξανασταθούν στα πόδια τους αλλά δεν μπορούν. Οι νεοάστεγοι είναι πιο απαιτητικοί, ζητούν να  ενταχθούν σε κάποιο πρόγραμμα, συμμετέχουν σε δραστηριότητες λόγου και γραφής. Η πρώτη μέρα όμως που έρχονται είναι για όλους δύσκολη».

Από τον Μάιο του 2014 μέχρι τον Νοέμβριο του 2016, 1334 άτομα έχουν επισκεφτεί το Κέντρο ημερήσιας φροντίδας, 566 από την Ελλάδα, 300 από την Συρία, 195 από την Βουλγαρία, 170 από το Αφγανιστάν, 30 από την Αλβανία, 22 από το Πακιστάν, 28 από την Ρουμανία και οι υπόλοιποι από λοιπές χώρες. Τον Σεπτέμβριο στο Κέντρο ήρθαν 49 νέα άτομα ενώ τον Οκτώβριο 35. 

Οι δομές άμεσης παρέμβασης δεν προσφέρουν σταθερή λύση

Σύμφωνα με την Δήμητρα Σιατίτσα, δρ Αρχιτεκτονικής Πολεοδομίας και ειδική σύμβουλος στην Γενική Γραμματεία Πρόνοιας,  η  άρνηση των άστεγων συμπολιτών μας ακόμη και την περίοδο του ψύχους να  πηγαίνουν στους χώρους αυτούς οφείλεται στο γεγονός ότι οι κανονισμοί και οι όροι λειτουργίας των δομών αυτών λειτουργούν ως ασφυκτικό πλαίσιο.

«Αυτό που έχει διαπιστωθεί από ένα μεγάλο αριθμό αστέγων που βρίσκονται για χρόνια στο δρόμο ή και σε κάποιες περιπτώσεις που είναι πρόσφατα στο δρόμο και δεν έχουν προηγούμενη εμπειρία, είναι ότι ενώ κάνουν χρήση των υπηρεσιών ημέρας (σίτιση, υγεία και υγιεινή) δε θέλουν να στεγαστούν σε δομές μαζικές (υπνωτήρια και ξενώνες). Αυτό συμβαίνει γιατί δε θέλουν να αφήσουν μια σταθερή θέση από φόβο μην την χάσουν, δεν θέλουν να μείνουν σε κοιτώνα με άλλους ανθρώπους, η συνθήκη αυτή τους απωθεί. Αυτό αφορά κυρίως αυτούς που είναι ας το πούμε «ιδρυματοποιημένοι» στο δρόμο, μακροχρόνια άστεγοι που έχουν αναπτύξει κάποια ρουτίνα, κάποιες συγκεκριμένες διαδρομές και «καβάτζες» και δε θέλουν να τις αφήσουν» εξηγεί.

«Αυτές οι λύσεις είναι έτσι και αλλιώς προσωρινές. Αν μπορούσε να υπάρχει μια πιο συστηματική προσέγγιση των ανθρώπων αυτών και μια εναλλακτική πιο σταθερή και πιο αξιοπρεπής για να αποκτήσουν κάποιες δεξιότητες τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Η διεθνής εμπειρία και πρακτική  και για πολύ βεβαρημένες περιπτώσεις (τοξικοεξάρτηση ή και ψυχικά νοσήματα) προκρίνει ότι χρειάζεται μια πιο σταθερή υποστήριξη έτσι ώστε να αποκτηθεί εμπιστοσύνη και οι άστεγοι να μην βρεθούν μετά από λίγο καιρό στο δρόμο οπότε να βιώνουν συνεχώς και αυτή τη ματαίωση» επισημαίνει η κα Σιατίτσα. 

Όπως προσθέτει η ίδια, αυτό προϋποθέτει ότι υπάρχουν προγράμματα με μεγάλη διάρκεια. Στην Ελλάδα δεν είχαμε τέτοια  κουλτούρα στις πολιτικές που αφορούν την στέγη, πόσο μάλλον μια πιο σταθερή υποστήριξη για κάποιους ανθρώπους, που εκτός από την απουσία δουλειάς αντιμετωπίζουν και άλλα ζητήματα (εξαρτήσεις, ζητήματα ψυχικής υγείας κ.α.). 

«Στο εξωτερικό που και εκεί το πρόβλημα δεν έχει λυθεί  -πολύ πριν από εμάς έχουν αστέγους – υπάρχουν μακροχρόνιες πολιτικές πολύ πιο αναπτυγμένες και με πολύ μεγαλύτερη χρηματοδότηση. Το Housing first  είναι μια προσέγγιση που έχει αναπτυχθεί στις ΗΠΑ και θεωρείται πιο αποτελεσματικό και σε σχέση με το κόστος που απαιτείται όταν φυσικά υπάρχει ένα τόσο αναπτυγμένο σύστημα και όχι για την Ελλάδα που δεν έχει» τονίζει ακόμη. 

Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή τα υπνωτήρια δεν είναι η πρώτη λύση, αντίθετα έχουν την δυνατότητα να μπαίνουν σε αυτόνομα διαμερίσματα υποστηριζόμενα από κοινωνικούς λειτουργούς έτσι ώστε να αποκτηθούν ξανά οι κοινωνικές δεξιότητες, διαχείριση οικονομικών, κανόνες βασικής συμβίωσης σε πολυκατοικία κ.α. 

«Αυτό έχει πιο θετικά αποτελέσματα για να βγάλει τους μακροχρόνια αστέγους από το δρόμο πάντα με την προϋπόθεση ότι υπάρχουν δομές και υπηρεσίες και ότι το κράτος καταφέρνει να συγκρατήσει την κατηγορία των επισφαλών που δεν μπορούν να πληρώσουν το ενοίκιο και ανά πάσα στιγμή μπορεί να βρεθούν πάλι στο δρόμο. Αυτό απαιτεί ένα πλέγμα παρεμβάσεων» εξηγεί.

Τέλος, όπως καταλήγει, οι δομές άμεσης παρέμβασης είναι σχετικά κάτι πρόσφατο, μπορούν να εξυπηρετήσουν τον κόσμο που είναι στο δρόμο, παρ’ όλα αυτά δεν θα ήταν σκόπιμο να επενδύσει η πολιτεία στο να αναπτύξει τέτοιου τύπου δομές. Θα ήταν πιο σκόπιμο να μπορέσει να αποκαταστήσει τους ανθρώπους αυτούς, να τους υποστηρίξει να διατηρήσουν τα σπίτια τους, να μπορέσουν να συντηρούν ένα σπίτι μόνοι τους, και για τις περιπτώσεις που έχουν απενταχθεί εντελώς να υπάρξουν οι υπηρεσίες που σταδιακά θα τους εντάξουν, βρίσκοντας πάλι τους οικογενειακούς και φιλικούς τους δεσμούς.

Για το φαινόμενο των αστέγων, αν και εμφανίζεται από το `90 και μετά, ποτέ δεν έχει γίνει μια συστηματική καταγραφή, ώστε να μπορεί κανείς να συγκρίνει ποιοτικά χαρακτηριστικά, και κατά πόσο έχει οξυνθεί κατά τη διάρκεια της κρίσης. Παρ’ όλα αυτά μια βόλτα στους δρόμους της Θεσσαλονίκης είναι αρκετή για να αποδείξει όχι μόνο ότι το να βρεθείς άστεγος δεν είναι και τόσο απίθανο, αλλά κυρίως ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να μπορέσεις να επανέλθεις σε μια υποτυπώδη κανονικότητα, να ξαναποκτήσεις ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι σου.

Ο κος Στέλιος, ο κος Γιάννης, η κα Μαρία και οι δεκάδες άλλοι συνάνθρωποι μας, θύματα μιας παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, χωρίς κοινωνικά στηρίγματα, έχουν πολλαπλές ανάγκες και προβλήματα, τα οποία δεν λύνονται με την προσφορά ενός «προσωρινού» κρεβατιού, ενός φαγητού από το συσσίτιο ή ενός επιδόματος «αλληλεγγύης». Τα τελευταία μπορεί να αντιμετωπίζουν το «σύμπτωμα» αλλά δεν αλλάζουν την καθημερινότητά τους. Χρειάζεται μια πιο βαθειά και συστηματική παρέμβαση, έτσι ώστε να μπορέσουν να βγουν από το αδιέξοδο του δρόμου αλλά και να μην βρεθούν και άλλοι στη θέση τους.  

Φωτογραφίες: Βασίλης Μαθιουδάκης