in

Μια ήττα, όχι ακόμη μια νίκη. Του Andrea Fabozzi

πηγή: Ιl Manifesto, μετάφραση: Καλλιόπη Ράπτη

Μια ξεκάθαρη ήττα της κυβερνητικής δεξιάς, η οποία συνιστά, πάνω απ’ όλα, έναν τεράστιο κίνδυνο που αποφεύχθηκε, αλλά δεν είναι ακόμη σημάδι νίκης για όσους βρίσκονται στην αντιπολίτευση. Η Μελόνι προκάλεσε μόνη της την κακοτυχία της, επιβεβαιώνοντας ότι είναι μια υπερεκτιμημένη πολιτική ηγέτιδα. Αν λάμπει είναι επειδή οι σύμμαχοι και οι αντίπαλοί της δεν είναι σαφείς και ξεκάθαροι. Για κανένα λόγο δεν ήταν υποχρεωμένη να προωθήσει αυτή την παράλογη μεταρρύθμιση του δικαστικού συστήματος ούτε να προχωρήσει σε δημοψήφισμα τώρα, αφού βρίσκεται σε εξέλιξη η προεκλογική εκστρατεία για τις βουλευτικές εκλογές. Δεν είναι η πρώτη φορά που παρασύρεται από τη μέθη της εξουσίας και θα έπρεπε να είχε μάθει από το παρελθόν.

Καταρχάς, θα έπρεπε να είχε μάθει από το συνταγματικό δημοψήφισμα του 2016, αυτό που πρότεινε ο Ρέντσι. Το χθεσινό αποτέλεσμα μοιάζει πολύ με εκείνο. Ακόμη και τότε ειπώθηκε ότι μια υψηλή συμμετοχή θα ευνοούσε όσους ήταν υπέρ της μεταρρύθμισης. Η προσέλευση ήταν πράγματι υψηλή, μόνο επειδή αυτό που την τροφοδότησε, τότε όπως και τώρα, ήταν η επιθυμία να πούμε όχι στην κατάχρηση εξουσίας.

Υπήρχε, εξακολουθεί να υπάρχει και ανθίσταται, ριζωμένη στις πεποιθήσεις της πλειοψηφίας των Ιταλών ψηφοφόρων, ένα είδος σύνεσης, μια δυσπιστία απέναντι σε όσους προτίθενται να υπερβούν τα όρια. Αυτή είναι μια υγιής αντίδραση, που εκφράζει τη συνταγματική αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Όλοι κατάλαβαν ότι το δημοψήφισμα αφορούσε, τελικά, τον κυβερνητικό αυταρχισμό και έτσι ενεργοποιήθηκαν τα δημοκρατικά αντισώματα. Γι’ αυτό η νίκη του «όχι» αποτελεί, πάνω απ’ όλα, μια μεγάλη απειλή που αποφεύχθηκε. Θα είχαμε ένα χειρότερο δικαστικό σύστημα, με μικρότερα περιθώρια για εγγυήσεις και οι εισαγγελείς θα είχαν καταλήξει να εξαρτώνται από την  εκτελεστική εξουσία.

Ωστόσο, αυτό που ξαναβρίσκουμε άθικτο δεν είναι ένα δικαστικό σύστημα με το οποίο είμαστε ικανοποιημένοι. Η ιταλική δικαιοσύνη είναι ένα ετοιμόρροπο σπίτι (οι φυλακές είναι ένα άθλιο κελάρι φρίκης). Το σώσαμε από τη φωτιά, αλλά πρέπει να το επισκευάσουμε άμεσα, χωρίς να συμβιβαστούμε  με εκείνους που, ικανοποιημένοι με το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, εξακολουθούν να υποστηρίζουν ότι όλα τα καλά βρίσκονται στις ιταλικές εισαγγελίες και τα δικαστήρια, ενώ όλα τα κακά βρίσκονται αλλού.

Αυτό δεν ισχύει, και αποδεικνύεται από το γεγονός ότι η νίκη του «όχι» συνοδεύεται από την κρίση των πολιτών που παραμένει αυστηρή απέναντι στη δικαστική εξουσία. Αυτό δείχνει το μέγεθος της ήττας της Μελόνι. Έπρεπε να καταβάλει πραγματικά μεγάλη προσπάθεια για να χάσει ένα τέτοιο δημοψήφισμα. Ευτυχώς, ο Νόρντιο*, ο Ντελμάστρο** και η ίδια η πρωθυπουργός κατέβαλαν μεγάλη προσπάθεια.

Το αποτέλεσμα δεν χωρά καμία αμφιβολία. Δεν πρόκειται για μια οριακή ήττα της κυβέρνησης, μια αναμέτρηση σώμα με σώμα, όπως προσπάθησε να υποστηρίξει χθες η πρώτη γραμμή άμυνας της δεξιάς στις τηλεοπτικές εκπομπές.

Δύο εκατομμύρια περισσότεροι ψηφοφόροι υπέρ του «όχι» είναι μια ψήφος γενικής γνώμης που αφορούσε τον Βορρά και τον Νότο και απέρριψε τόσο τη μεταρρύθμιση όσο και την προεκλογική εκστρατεία της κυβέρνησης, ίσως η δεύτερη περισσότερο από την πρώτη. Το «ναι» δεν επικράτησε σε καμία από τις δέκα μεγάλες ιταλικές πόλεις και μόνο σε δύο από τις 30 πρώτες σε πληθυσμό. Μάλιστα, σε όλες τις μεγάλες και μεσαίες ιταλικές πόλεις (δηλαδή εκείνες με περισσότερους από 50.000 κατοίκους, 138 συνολικά), το «όχι» έχασε σε μόλις 14 περιπτώσεις και κέρδισε σε 124.

Όλα αυτά, αν κοιτάξουμε λίγο μακρύτερα, επιβεβαιώνουν το εξής: η δεξιά της Μελόνι δεν έχει την πλειοψηφία στη χώρα. Δεν την είχε ούτε πριν από τέσσερα χρόνια, όταν αυτό που της επέτρεψε να κερδίσει ήταν μόνο οι διχασμοί μεταξύ των αντιπάλων της. Δεν την έχει ούτε τώρα, μετά τη δοκιμασία της διακυβέρνησής της και παρά το γεγονός ότι διάφορα κόμματα που τότε ήταν εναντίον της (Ρέντσι, Καλέντα, +Europa) αυτή τη φορά υποστήριξαν το «ναι».

Οι ψηφοφόροι, και ιδιαίτερα οι νέοι ψηφοφόροι (παρά την απάτη εναντίον των ετεροδημοτών φοιτητών***) κατάλαβαν πολύ καλά ότι αυτό ήταν ένα βήμα που δεν μπορούσαν να αγνοήσουν, ακριβώς επειδή έθετε υπό αμφισβήτηση τις συνταγματικές τους ελευθερίες και το ζήτημα της εξουσίας, όχι (μόνο) την διοίκηση της δικαιοσύνης. Αυτό αναθέτει μεγάλη ευθύνη στην αντιπολίτευση. Η ήττα των αντιπάλων δεν είναι ένα δάφνινο στεφάνι για το οποίο μπορούν να καυχηθούν ανέμελα.

Ας μην ξεχνάμε τη διστακτικότητα με την οποία επέλεξαν να προσεγγίσουν την προεκλογική εκστρατεία και ας θυμηθούμε, αντ’ αυτού, ότι η πρωτοβουλία συλλογής υπογραφών -χωρίς την οποία θα είχαμε ψηφίσει πριν από ένα μήνα (πριν από τις φωνασκίες της Μελόνι, πριν από τον Ντελμάστρο και την Μπαρτολότσι****)- προήλθε από μια ομάδα πολιτών, όχι από τα κεντροαριστερά κόμματα ή τα συνδικάτα.

Είναι ωραίο να γιορτάζεις μια μέρα -ίσως όχι ακριβώς η κατάλληλη μέρα για να συζητήσεις για τις προκριματικές εκλογές- αλλά δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι αυτή η κινητοποίηση ενάντια στη δεξιά είναι δεδομένη και ότι μπορεί να επαναληφθεί. Οι πολίτες διαισθάνθηκαν την απειλή και πήγαν να ψηφίσουν γνωρίζοντας ότι μπορούσαν να την αποτρέψουν με την ψήφο τους.

Θα είναι παρόντες όταν θα χρειαστεί να διαδηλώσουν το ίδιο «όχι» στην αντιδημοκρατική εκτροπή, ξεκινώντας από το επόμενο Σάββατο στη Ρώμη, είμαστε σίγουροι γι’ αυτό.

Ωστόσο, χρειάζονται ακόμα πολλές αποδείξεις για να εμπιστευτούν εκείνους που θα έπρεπε να εκπροσωπούν αυτόν τον συνταγματικό ριζοσπαστισμό στο κοινοβούλιο και, ενδεχομένως, στην κυβέρνηση. Δεν είναι δεδομένο ότι θα τις έχουν.

Αλλά τώρα, ναι, μπορούν να προσπαθήσουν.

 

*Νόρντιο: υπουργός δικαιοσύνης

**Ντελμάστρο: υφυπουργός δικαιοσύνης

*** Σε αυτή την εκλογική διαδικασία δεν επιτράπηκε να ψηφίσουν στις πόλεις που σπουδάζουν, όπως είχε ήδη δοθεί το δικαίωμα στους φοιτητές στις ευρωπαϊκές εκλογές του 2024 και στους εργαζόμενους στο δημοψήφισμα του 2025. Η κυβέρνηση αρνήθηκε σκόπιμα αυτή τη δυνατότητα επειδή ανησυχούσε για το πώς είχαν ψηφίσει τα προηγούμενα χρόνια. Στις ευρωπαϊκές εκλογές του 2024, οι ετεροδημότες ψηφοφόροι ψήφισαν υπέρ των AVS (Συμμαχία Πράσινων-Αριστεράς) κατά 40,35%, ενώ για το κυβερνών κόμμα Fratelli d’Italia  (Αδέλφια της Ιταλίας)  μόνο κατά 3,37%.

****Τζούλια Μπαρτολότσι: επικεφαλής των στενών συνεργατών του υπουργού δικαιοσύνης

πηγή:https://ilmanifesto.it/unasconfittanonancoraunavittoria

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Προσφυγικά: Μια συλλογική ζωή σε κίνδυνο

Αλυσίδα θανάτου για τους μαυρόγυπες στο Εθνικό Πάρκο Δαδιάς