in

Ευρώπη, Αριστερά και μετανάστευση. Του Δημήτρη Χριστόπουλου

Ευρώπη, Αριστερά και μετανάστευση. Του Δημήτρη Χριστόπουλου

Και σας θυμίζω ότι μέχρι πριν λίγο, στους Ευρωπαϊκούς θεσμούς δεν τολμούσαν καν να πουν τη λέξη λαθρομετανάστευση! Τώρα μαζί με άλλες χώρες του μεσογειακού Νότου, τη βάλαμε ως προτεραιότητα στην ατζέντα. Και με τακτικές «αποτροπής» επιπλέον, που μέχρι σήμερα επίσης απαγορεύονταν. Και με πολιτική μαζικών επαναπατρισμών.

Περηφάνια αντί για ντροπή

Τα λόγια τούτα δεν ανήκουν στην Λεπέν ή τον πατέρα της. Δεν ανήκουν σε κανέναν από αυτούς που φέρονται ως δημιουργοί του νέου ακροδεξιού συνασπισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που σκιάζει την καθώσπρέπει Ευρώπη στις ευρωεκλογές του φετινού Μάη. Ούτε φυσικά σε κάποιον έγκλειστο της Χρυσής Αυγής. Ανήκουν στον έλληνα πρωθυπουργό, ο οποίος επί τη ευκαιρία της ομιλίας του για τον προϋπολογισμό του ελληνικού κράτους για το 2014, στις 5 Δεκεμβρίου 2013, βρήκε χρόνο να θυμηθεί το προσφιλές του θέμα: τη λάθρομετανάστευση.  Αυτό που έγινε προτεραιότητα της ελληνικής προεδρίας της ΕΕ.

Είναι, λέει, ικανοποιημένος ο κ. Σαμαράς, διότι κατάφερε να βάλει στο ευρωπαϊκό λεξιλόγιο αυτή τη λέξη που πριν δεν ήταν ορθό να εκφέρεται, αλλά κυρίως είναι περήφανος για τη συμβολή του στα εγκαίνια τακτικών αποτροπής που μέχρι σήμερα «απαγορεύονταν»… Και φυσικά, απαγορεύονται όχι από κάποια ιδιωματική αίσθηση φιλανθρωπίας, αλλά επειδή μέχρι σήμερα δεχόμαστε ότι υπάρχουν κάποια στοιχειώδη standards εγγυήσεων και δικαιωμάτων για κάθε άνθρωπο, νόμιμα ευρισκόμενο ή παράνομο, πέραν των οποίων οι κρατικές πολιτικές κρίνονται ασύμβατες με την ίδια την έννοια της ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας.

Δεν πνίγεις ή τουφεκίζεις αυτόν που μπαίνει στη χώρα σου χωρίς χαρτιά, δεν τον κλείνεις σε μπουντρούμια σαν ποντίκι, δεν βασανίζεις, δεν βάζεις παιδιά στον ίδιο χώρο εγκλεισμού με τους μεγάλους, δεν… δεν… δεν… Όλα αυτά που η ελληνική κυβέρνηση κάνει για να τους «κάνει το βίο αβίωτο», όπως ομολόγησε ο αρχηγός της ΕΛ.ΑΣ ή όπως με παρρησία διαλαλούν οι φερέλπιδες μεταγραφές της από το ΛΑΟΣ.

Πολλά «δεν», αλλά ψιλά γράμματα. Η Ελλάδα σήμερα είναι μπροστάρης των εξελίξεων στο χώρο της διάλυσης των προδιαγραφών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Και αυτό εκτιμάται δεόντως από τις ελίτ της ΕΕ, όσο κι αν θέλουν να εκθέτουν τα κροκοδείλια δάκρυά τους όταν πνίγεται και πεθαίνουν άνθρωποι. Ένας σύρος πρόσφυγας μου έλεγε προχθές ότι «φοβάμαι περισσότερο την Ελληνική Αστυνομία παρά τις στρατιωτικές δυνάμεις του Άσαντ», και για να το λέει, κάπως έτσι θα νιώθει. Διότι, δεν φαντάζομαι να θέλει να πει στη Δύση τι καλός που είναι ο πρόεδρος της χώρας του.

Ένας (καθόλου) φανταστικός συνομιλητής

«Η Ελλάδα όμως», θα μου αντιτείνει κανείς, «έχει προβλήματα και ιδιαιτερότητες. Βρίσκεται εκεί που βρίσκεται γεωγραφικά, άρα δέχεται δυσανάλογα μεγάλες ροές που δεν προορίζονται γι’αυτήν, η Ευρωπαϊκή Ένωση υποκριτικά σφυρίζει αδιάφορα σαν έρθει η στιγμή να μοιραστεί αυτό το βάρος, και κυρίως, η ελληνική οικονομία πλέον δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος της ένταξης αυτών των ανθρώπων στην αγορά εργασίας, διότι η κρίση μας έχει γονατίσει κτλ.» Σωστά. Θα συμφωνήσω και επαυξάνω.

Και οι Ευρωπαίοι εταίροι μας είναι υποκριτές, και ο τόπος δεν αλλάζει θέση, και φυσικά η κρίση έχει δώσει τη χαριστική βολή στη δυνατότητα κάποιοι άνθρωποι να βρουν θέση στην αγορά εργασίας. Με δεδομένα αυτά, λοιπόν, τι κάνουμε; Συνεχίζει, όμως, ο μέσος Έλληνας, φανταστικός συνομιλητής μου: «ξέρω ότι είναι απάνθρωπο, ξέρω ότι δεν με τιμάει, αλλά τι να κάνω; Πρέπει με κάποιον τρόπο να στείλω το μήνυμα στην πατρίδα αυτού του ανθρώπου ότι δεν έχει θέση στην Ελλάδα. Ότι η ζωή του εδώ είναι κόλαση, διότι και η δική μου έγινε, και ότι με κάθε τρόπο πρέπει να την αποφύγει από το διάβα του ταξιδιού του. Να πάει απ’ αλλού. Εξάλλου, δεν είναι η πατρίδα μας ο προορισμός του. Για τράνζιτ μας έχει, και ούτε ενδιαφέρεται να μείνει με μας. Οι Αλβανοί ήταν άλλο πράγμα. Αυτοί ήρθαν για να μείνουν και δες τα αποτελέσματα. Σε λιγότερο από δέκα χρόνια νοικοκυρεύτηκαν και πλέον είναι οι πρώτοι που θέλουν να κλείσουν τις πόρτες στους νεόφερτους λαθρομετανάστες».

Εδώ, λοιπόν, κάπως πρέπει να συνεννοηθούμε με τον (καθόλου) φανταστικό συνομιλητή ο οποίος, όπως θα προσέξατε, δεν είναι απαραιτήτως κάποιος πωρωμένος ρατσιστής, αλλά ένας απλός άνθρωπος που ψάχνει εναγωνίως να βρει λύσεις στο πρόβλημά του.  Τι κάνουμε εδώ λοιπόν;

Νομίζω έχουμε τρία πράγματα:

Πρώτον, αναγνωρίζουμε το πρόβλημά του. Το να του πούμε ότι «μπροστά στα προβλήματα του μετανάστη, τα δικά σου είναι μικρότερα, άρα δείξε αλληλεγγύη» δεν θα τον πείσει. Και καλά θα κάνει να μην τον πείσει: πρώτον διότι οι εθνικοί άνθρωποι νιώθουν περισσότερο αλληλεγγύη (όχι κατ’ ανάγκην πολλή αλληλεγγύη, αλλά σίγουρα περισσότερη από ό,τι στους ξένους), σε αυτούς με τους οποίους νιώθουν ότι ανήκουν στο ίδιο έθνος. Δεύτερον, διότι πλέον, το ότι τα προβλήματα του μετανάστη είναι μεγαλύτερα από τα δικά του είναι απολύτως μαχητό και σίγουρα λίγο ενδιαφέρον για κάποιον που βρίσκεται σε κατάσταση κοινωνικής απόγνωσης, όπως ολοένα και περισσότερος κόσμος στην Ελλάδα σήμερα. Αναγνωρίζουμε το πρόβλημα, λοιπόν, σημαίνει ότι το ακούμε. Ούτε το καλλωπίζουμε, ούτε όμως το παραμορφώνουμε. Κάποιος που δυσφορεί όταν στην πλατεία του βλέπει άεργους ξένους να περιφέρονται μπορεί να είναι, μπορεί και να μην είναι ρατσιστής. Άρα, το να τον ταξινομήσουμε ως ρατσιστή δεν πολυβοηθά: ακόμη κι αν είναι –χωρίς να το παραδέχεται (πολύ οικεία κατάσταση στους συνομιλητές μας)–, λίγο θα τον ενοχλήσει και σίγουρα δεν θα του αλλάξει μυαλά.

Δεύτερον, παλεύουμε στοιχειωδώς να εξορθολογίσουμε το πρόβλημά του, προσπαθώντας να φέρουμε στην επιφάνεια τι είναι αυτό που πράγματι τον ενοχλεί. Ο συνομιλητής μας, κατά πάσα πιθανότητα, ενοχλείται από το Ισλάμ, που είναι βασικός στόχος στην Ευρώπη σήμερα. Αλλά ενοχλείται και από την κακομοιριά και τη μιζέρια που βλέπει στα πόδια του. Δεν την αντέχει. Είχε μάθει αλλιώς τα τελευταία χρόνια, και τώρα χαλιέται. Εκεί είναι που θα πρέπει να θέσουμε το πρόβλημα (αφού, επιμένω προηγουμένως το έχουμε αναγνωρίσει ως τέτοιο) στην πραγματική του διάσταση. Και η διάσταση αυτή δεν είναι ούτε η θρησκεία, ούτε η γλώσσα, ούτε η μαντίλα, ούτε οι αλλόκοτες κουζίνες των Αφρικάνων. Είναι η φτώχεια και η απειλή της μιζέριας. Ο φανταστικός συνομιλητής μας δεν ενοχλείται καθόλου από ουαχαμπίτες Σαουδάραβες επενδυτές στην Ελλάδα που μπορεί να του δώσουν δουλειά. Τι κι αν αυτοί είναι οι πιο φονταμενταλιστές μουσουλμάνοι; Λεφτά μοιράζουν, και οι εθνικά υπερήφανοι έλληνες τους κάνουν τεμενάδες. Η κυβέρνηση, μάλιστα, που θεωρεί ανόσιο να αποκτούν ιθαγένεια τα δεύτερης γενιάς αλβανάκια εδώ, θέλει να τους δώσει και ελληνική ιθαγένεια για να φέρει επενδυτές …

Τρίτον, εν κατακλείδι: να καταλάβουμε ότι το μεταναστευτικό πριν απ’όλα είναι ζήτημα που αναδεικνύει με τον πιο οξύ τρόπο υπαρκτές αντιθέσεις και ανταγωνισμούς, βάζοντάς τες σε ένα μεγεθυντικό φακό που θαμπώνει τους πάντες. Όσο κι αν φαίνεται νέο, είναι το παλιό σε ένα νέο κέλυφος. Το μεταναστευτικό, πριν από πολιτισμικό, δημογραφικό, πολιτικό κλπ ζήτημα, είναι ένα ωμό ταξικό ζήτημα. Το μεταναστευτικό μας απασχολεί –μας πειράζει ή μας φέρνει αλληλέγγυους– διότι μας απασχολεί η φτώχεια. Αν το μεταναστευτικό δεν φέρνει φτώχεια μας απασχολεί λιγότερο, διότι απλώς η αγορά, η κοινωνία και η πολιτεία διαθέτουν και ενεργοποιούν κάποιους μηχανισμούς ενσωμάτωσης. Και τότε βέβαια πάντα κάποιοι ενοχλούνται και φωνασκούν – αλλά κατά βάση το κάνουν για να μπορούν να αξιοποιούν την μεταναστευτική εργατική δύναμη όσο γίνεται φθηνότερα.

Στη βάση του, δηλαδή, το «διώχνουμε τους φτωχούς μετανάστες» δεν τελειώνει εκεί. Είναι προάγγελος μιας άλλης κακής είδησης: «να τελειώνουμε σιγά-σιγά τους φτωχούς γενικά». Διότι, αυτό που χωρίζει τους μεν από τους δε (η εθνικότητα, η ιθαγένεια και οι παραδόσεις τους) είναι μικρότερο από αυτό που τους ενώνει: τη φτώχεια τους. Άρα, μιλώντας για μετανάστευση ας ξέρουμε κάτι για να ξεκινήσουμε: ότι δεν μιλάμε μόνο για μετανάστευση. Μιλάμε για το όλον. Το μεγάλο. Ένα «εμείς» που δεν αφορά «εμάς» και «αυτούς», αλλά όλους εκείνους που ζούμε μαζί  ανεξάρτητα από πού ήρθαμε.  Το θέμα δεν είναι η καταγωγή μας λοιπόν, αλλά ο βιοτικός προορισμός μας. Εκεί δοκιμαζόμαστε. Εκεί η Αριστερά και η Δεξιά έχουν λόγο.

Υστερόγραφο: σχετικά με την επιστολή Τσίπρα προς ΕΕ για το μεταναστευτικό

Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ έστειλε την επιστολή προς τους ιθύνοντες της Ένωσης για το μεταναστευτικό θέτοντας το ζήτημα με τρόπο διαφορετικό από το πώς φαντάζεται την «προτεραιότητα» της Ελληνικής προεδρίας ο πρωθυπουργός. Αυτό είναι καλό. Αποκεί και ύστερα, όμως, θέλει δουλειά και τεκμηρίωση. Σε αντίθεση με αυτό που λέγεται στην επιστολή, ο κανονισμός Δουβλίνο ΙΙ δεν είναι η αιτία του εγκλωβισμού μεταναστών στην Ελλάδα. Αφενός μεν διότι αφορά ένα μικρό κομμάτι του όλου πληθυσμού, αυτούς δηλαδή που είναι αιτούντες ασύλου (και άρα όχι την μεγάλη μάζα). Και αφετέρου διότι πλέον, μετά την καταδικαστική απόφαση MSS κατά Ελλάδας και Βελγίου του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (1/2011), τα περισσότερα κράτη δεν επαναπροωθούν στην Ελλάδα αιτούντες άσυλο.

Τέλος, ήδη είναι παρωχημένο να μιλάμε για Δουβλίνο ΙΙ, καθώς από τις αρχές του έτους ο κανονισμός έχει ήδη αντικατασταθεί από νέον. Αυτός ο τελευταίος προβλέπει τη δυνατότητα των κρατών να μην προωθούν αιτούντες άσυλο σε κράτη που δεν σέβονται στοιχειώδη δικαιώματά τους και, επίσης, τη δυνατότητα οικογενειακής επανένωσης των αιτούντων. Επομένως, αυτή τη στιγμή η Ελλάδα μάλλον στέλνει παρά δέχεται κόσμο εξαιτίας αυτού του κανονισμού.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν έχει να κάνει ούτε με το Δουβλίνο ΙΙ, ούτε με το ΙΙΙ, αλλά με το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο Μετανάστευσης και την ίδια τη δομή του Σένγκεν, που ουσιαστικά προβλέπει ελεύθερη κυκλοφορία με κλειστά εξωτερικά σύνορα, και άρα απαγόρευση κυκλοφορίας για τους μη νόμιμα διαμένοντες. Αυτό είναι το ελληνικό ζήτημα, με απλά λόγια.

Χωρίς λοιπόν σοβαρά μέτρα νόμιμης ανακατανομής του μεταναστευτικού πληθυσμού στο εσωτερικό της Ε.Ε. στην κατεύθυνση του επιμερισμού των ευθυνών ανάμεσα στα κράτη, ακόμα και εάν σήμερα καταργηθεί ο συγκεκριμένος κανονισμός, το πρόβλημα θα παραμένει. Η ΕΕ ουσιαστικά θέλει να έχει ένα σταθμό πρώτων βοηθειών στην περιφέρειά της χωρίς νοσοκομείο στο κέντρο της. Όταν ο σταθμός πρώτων βοηθειών αποτυγχάνει και καταλήγει νεκροταφείο  -όπως η Ελλάδα σήμερα-, την ευθύνη δεν έχει μόνο το ελληνικό λιμενικό ως φυσικός αυτουργός, αλλά και η ΕΕ ως ηθικός.

Μια λογική σοβαρής διαπραγμάτευσης εντός ΕΕ στην κατεύθυνση επίλυσης αυτού του προβλήματος θα έχει ως στόχο τον αναλογικό καταμερισμό του πληθυσμιακού αυτού βάρους εντός ΕΕ  (burden sharing). Αυτό είναι κοινωνική δικαιοσύνη και ενωσιακή αλληλεγγύη. Η Ελλάδα δεν θέλει λεφτά για να κάνει το μαντρόσκυλο των συνόρων της ΕΕ. Θέλει να μπορεί να μοιράζεται αναλογικά το βάρος με τις χώρες που είναι ο προορισμός των ανθρώπων αυτών. Ακόμη μια δύσκολη διαπραγμάτευση, λοιπόν, στον ορίζοντα…                                                            

Ο Δημήτρης Χριστόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής συγκριτικής πολιτικής Παντείου Πανεπιστήμιου & Αντιπρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

Αναδημοσίευση από το Red Notebook.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Σάπιες βάρκες, σάπια λόγια. Του Niko Ago

Ελεύθερη και δωρεάν πρόσβαση όλων στα νοσοκομεία- Παρέμβαση του Κοινωνικού Ιατρείου στο ΑΧΕΠΑ