Στέφανος Πράσσος & Χάρις Γιαννοπούλου, Από τα κάτεργα του Μεταξά στον τοίχο της Καισαριανής, Τόπος 2026, σελ. 620
Αν βρισκόσουνα στο Κολωνάκι την περίοδο της Κατοχής νόμιζες ότι βρίσκεσαι στο Βερολίνο. Τα τέκνα της αστικής τάξης του Κολωνακίου μιλούσαν, γλεντούσαν και σκέφτονταν γερμανικά.
Γιάννης Μανούσακας
Όταν τον Φεβρουάριο αποκαλύφτηκαν οι φωτογραφίες με τους κομμουνιστές –Ακροναυπλιώτες, κυρίως– που περπατούσαν προς τον χώρο της εκτέλεσής τους, στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, την 1η Μαΐου 1944, η συγκίνηση περίσσεψε. Ακόμη και οι περισσότεροι πολιτικοί απόγονοι των συνεργατών των δυνάμεων κατοχής της εποχής δεν τόλμησαν να αμφισβητήσουν αυτό που ήταν προφανές με την πρώτη ματιά.
Οι άνθρωποι αυτοί περπατούσαν «αλλιώς». Λίγα λεπτά τους χώριζαν από τον θάνατο, το ήξεραν καλά. Κι όμως, αυτό που βλέπουμε στις φωτογραφίες δεν ταιριάζει σε αυτήν την υπαρξιακή συνθήκη. Δεν έχει την τραγικότητα, που θα περίμενε κανείς· οι άνθρωποι αυτοί περπατούν σα να πηγαίνουν βόλτα.
Δεν πρόκειται, νομίζω, κυρίως γιατί έχουμε να κάνουμε με ήρωες. Μάλλον, μοιάζει να βλέπουμε ανθρώπους συμφιλιωμένους με τη ζωή τους, που γρήγορα θα τελειώσει· προσοχή, όχι συμφιλιωμένους με τον επερχόμενο θάνατο, αλλά συμφιλιωμένους με τη ζωή που έζησαν, με τις επιλογές που έκαναν, με όσα τους έφεραν ως εδώ.
Για να χρησιμοποιήσω το γνωστό ορισμό του Χάιντεγκερ, ο άνθρωπος είναι έγχρονο ον, θεμελιωδώς αποτελεί ένα είναι προς θάνατον. Ο ναζιστής φιλόσοφος, ο μέγιστος των στοχαστών και ελάχιστος των ανθρώπων, όπως τον χαρακτήρισε ο μαθητής του Γκαντάμερ, μεταφράζει σε φιλοσοφικό ιδίωμα το σύνθημα των φασιστών του Φράνκο «Ζήτω ο Θάνατος». Οι φασίστες ζητωκραύγαζαν τον θάνατο των άλλων. Οι κομμουνιστές της Καισαριανής έβαιναν προς τον θάνατο οι ίδιοι, σα να πήγαιναν περίπατο.
Θα έπρεπε να υπογραμμίσουμε τη γενναιότητά τους; Τον ηρωισμό; Τη νίκη απέναντι στο φόβο; Σπουδαία όλα. Νομίζω, όμως, ότι, στην περίπτωση αυτή, έχουμε να κάνουμε με κάτι μεγαλύτερο.
Έχει γραφτεί, πολλές φορές, πως η υπεροχή των κομμουνιστών απέναντι στους πρωτο-χριστιανούς μάρτυρες συνίσταται στο γεγονός πως οι δεύτεροι, πεπεισμένοι για την, κατά πολύ ανώτερη, μετά θάνατον ζωή, που τους περίμενε, συχνά επεδίωκαν τον θάνατο, αποδέχονταν τον ορισμό τους ως είναι προς θάνατον με ανυπομονησία. Οι κομμουνιστές, όμως, ήξεραν πως αυτή η ζωή είναι η μόνη που τους δόθηκε· και, καλή-κακή, την αγαπούσαν πολύ.
Το τελευταίο τους βάδισμα το αντιμετώπισαν σαν μέρος της ζωής τους και όχι σαν προοίμιο του θανάτου. Γι’ αυτό, κιόλας, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι η περηφάνεια αυτό που τους χαρακτηρίζει, κυρίως. Είναι η αγάπη τους για τη ζωή, τη δική τους μοναδική ζωή.
Και των ανθρώπων οι ζωές είναι καταρχάς «μικρές» ζωές, απλές ζωές, γύρω από την καθημερινότητά τους. Οι ζωές των ανθρώπων ανυψώνονται ξεκινώντας από αυτό το πρώτο επίπεδο και μόνο από αυτό. Οι γενναίοι άνθρωποι είναι άνθρωποι, όπως όλοι οι άλλοι. Οι κομμουνιστές το ξέρουν και διαμορφώνουν την ύπαρξή τους πάνω σε αυτήν τη γνώση. Είναι αυτό που τους απωθεί απέναντι σε μια ιστορία «εκ προσωπικοτήτων». Ξέρουν πως η ανθρώπινη ιστορία γράφεται από τα δισεκατομμύρια των απλών ανθρώπων, όχι από τους «μεγάλους» και τους «ήρωες».
Οι 200 κομμουνιστές πορεύονταν εκείνη την Πρωτομαγιά, λοιπόν, ως κομμουνιστές, όχι ως ήρωες. Η αυτοαντίληψή τους δεν είχε καμιά έπαρση. Δεν περπατούν με «μεγαλείο», αλλά απλά και καθημερινά, όπως σε όλη τους τη ζωή.
Το βιβλίο που μας προσφέρουν ο Στέφανος Πράσσος και η Χάρις Γιαννοπούλου είναι εξαιρετικά πολύτιμο, μοναδικά πολύτιμο, γιατί δίνει πρόσωπο σε αυτούς τους ανθρώπους. Δεν είναι οι 200 ήρωες, αλλά ο Γιάννης, ο Στάθης, ο Χρήστος – και ο άλλος Γιάννης,…
Είναι πρόσωπα· που δεν τους ορίζουν οι γενναίες τους πράξεις μόνο, αλλά αυτά που χάρηκαν κι αυτά που επιθύμησαν, αυτά που περίμεναν κι αυτά που αγάπησαν στις μικρές, χρονικά τώρα, ζωές τους. Η μεγάλη πλειονότητα έζησε πολύ σύντομες ζωές. Ήταν νέοι άνθρωποι, που είχαν όλη τη ζωή μπροστά τους, αλλά την έχασαν γρήγορα.
Το βιβλίο, λοιπόν, λέγοντας τη ζωή τους –όση οι συγγραφείς ανακάλυψαν, μετά από μακροχρόνια έρευνα–, του καθενός ξεχωριστά, μας τους γνωρίζει, τους κάνει οικείους και, συνεπώς, μας δίνει τη δυνατότητα να τους φροντίσουμε, όπως τους πρέπει. Τον καθένα ξεχωριστά, αν και προσδιορισμένο συλλογικά – και κοινοτικά, στη γειτονιά, τη φυλακή και την εξορία.
Βέβαια, η γνωριμία μαζί τους αφορά, σε μεγάλο βαθμό, την πολιτική τους δραστηριότητα· αντικειμενικά, νομίζω, λόγω της φύσης των πληροφοριών που διαθέτουμε γι’ αυτούς. Ωστόσο, ακόμα κι έτσι, με τα λίγα πιο προσωπικά τους ψήγματα που αποκτούμε, τους οικειοποιούμαστε με άμεσο τρόπο. Ο ένας είναι τυπογράφος, ο άλλος πήγε στην νυχτερινή εμπορική σχολή, του τρίτου ο πατέρας πέθανε, όταν ήταν ενός, του άλλου η γυναίκα, που την έλεγαν Χρυσούλα, έμεινε μόνη χάνοντάς τον, τελευταίο αυτόν από όλους τους συγγενείς. Ο Κώστας έγινε δάσκαλος και γράφτηκε και στη Νομική στη Θεσσαλονίκη, ο Στέφανος σα νάβλεπε τη μοίρα του και την έγραφε στους γονείς του ήδη από το 1942, ο Τάσος, ενώ μπορούσε να δραπετεύσει, έμεινε πιστός στο «ή όλοι ή κανένας». Ο Αντώνης, όπως κι ο Ναπολέων, αρνήθηκε την πρόταση να εξαιρεθεί από την εκτέλεση, ο Τάσος, ο εργάτης – ζωγράφος εικονογραφούσε τη χειρόγραφη εφημερίδα στην Ανάφη, ο Νίκος ένιωσε πως στα 39 του χρόνια είχε ζήσει αρκετά, για να πάρει την θέση στον θάνατο, που προορίζονταν για τον εικοσάχρονο σύντροφό του.
Του Λευτέρη η μαμά, η Κατίνα, δεν παραδέχτηκε ποτέ τον θάνατό του.
Κάθε χρόνο, στις 15 Δεκεμβρίου, συνέχισε να γιορτάζει την ονομαστική του εορτή, δεχόμενη επισκέψεις και δώρα σαν να ήταν ακόμα ζωντανός. Αν και ήταν ευφυέστατη γυναίκα, πίστευε ότι ο Λευτέρης ήταν όμηρος στη Ρωσία ή τη Γερμανία και κάθε χρόνο στη γιορτή του έκανε ευχέλαιο υπέρ υγείας και καλούσε συγγενείς και φίλους […] Πέθανε από καρκίνο στα 72 της χρόνια.
Ο Δημήτρης και ο Ανδρέας, αδέλφια με ένα χρόνο διαφορά, εκτελέστηκαν δίπλα δίπλα. Η μαμά τους, η Καλλιόπη έχασε σε μια μέρα και τα δυο της τα παιδιά. «Μαρτυρίες αναφέρουν ότι τη δεκαετία του 1950 περιφερόταν στη Νέα Πεντέλη σε βαριά ψυχική κατάσταση […].
Ο Στέλιος Σκλάβαινας, μέλος του ΠΓ του ΚΚΕ για χρόνια, βουλευτής το ’32 και το ’36, έζησε απομονωμένος μέχρι την εκτέλεσή του από όλους, μια και είχε υπογράψει «δήλωση». Δεν συνεργάστηκε, δε κατονόμασε κανένα, λίγες μόλις μέρες μετά στο δικαστήριο δήλωσε «δεν παύω να είμαι κομμουνιστής». Να, πώς έγιναν τα πράγματα:
Στην Ακτίνα Θ΄ των φυλακών της Κέρκυρας, τον Δεκέμβριο του 1938, γνώρισε από κοντά την ωμή βαρβαρότητα του καθεστώτος. Γυμνωμένος, ξυπόλυτος, με μοναδικό σκεύος ένα δοχείο στο κελί, έμεινε πέντε μερόνυχτα χωρίς κανονική τροφή, τις πρώτες μέρες και χωρίς νερό, μέσα σε ένα παγωμένο, υγρό κελί. Για να μην ξεπαγιάσει αναγκαζόταν να τρέχει ασταμάτητα μέσα στον περιορισμένο χώρο. Η εξάντληση ήταν σωματική, αλλά και ψυχική· το σώμα λύγιζε, το νευρικό σύστημα κλονιζόταν, η απομόνωση λειτουργούσε ως ένα ακόμη βασανιστήριο. Λίγες μέρες πριν να πεθάνει ο Χρήστος Μαλτέζος, αφού είχαν καρφώσει καρφιά στα πόδια του [-είχαν επιχειρήσει να του καρφώσουν πέταλα αλόγου-] και είχε χάσει τα λογικά του, τον μετέφεραν στο κελί του Σκλάβαινα, όπου τον άφησαν από το πρωί ως το βράδυ. Το γεγονός αυτό τον συγκλόνισε βαθειά, δεν το άντεξε, και την αμέσως επόμενη μέρα ζήτησε να υπογράψει «δήλωση μετανοίας». Στις 12 Δεκεμβρίου υπέγραψε […]». Το κόμμα τον διέγραψε ως προδότη· κανείς δεν του μιλούσε σε όλες τις φυλακές που ακολούθησαν. «Το πρωί της Πρωτομαγιάς του 1944, όταν αναγνώστηκε το όνομά του […] γύρισε και ρώτησε τους συντρόφους του: “Παιδιά, με θέλετε μαζί σας;”. Το μεγάλο Ναι που ακούστηκε από όλους τον ανέβασε στον ουρανό πριν από τις σφαίρες.
Οι 200 ήταν κομμουνιστές. Στη πολύ μεγάλη τους πλειονότητα, εργάτες. Απλοί άνθρωποι, με μεγάλα όνειρα για την ανθρωπότητα, αλλά πολύ απλά όνειρα για τους εαυτούς τους. Χαρακτηριστικό, από αυτήν την άποψη, είναι το σημείωμα ενός, που άφησε στο δρόμο για το Σκοπευτήριο: “Το Λενιώ μας να γίνει δασκάλα”!
Το βιβλίο υπηρετεί μια συλλογική υποχρέωση.
Μας εξοικειώνει με αυτούς τους δικούς μας ανθρώπους. Οι φωτογραφίες τους είναι εξίσου σημαντικές με τις βιογραφίες τους – ίσως περισσότερο σημαντικές. Δυστυχώς είναι λίγες αυτές που δεν είναι ατομικές.
Εκεί που ο Δημήτρης είναι με την γυναίκα του την Έλλη και σφύζουν από ζωή.

Εκεί όπου η Αναστασία αγκαλιάζει απαλά τον Αλέξανδρο – η ίδια, κομμουνίστρια καπνεργάτρια, δολοφονήθηκε, ήδη στις 9 Μαΐου 1936, στην εξέγερση της Θεσσαλονίκης και οι διαδηλωτές έγραψαν με το αίμα της «ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ» στα ρολά ενός περιπτέρου.

***
Ξεκίνησα το κείμενο με τα λόγια του Μανούσακα για το Κολωνάκι. Θα τελειώσω με το πώς το Κολωνάκι χάρηκε την δολοφονία των 200 -που ήταν εργάτες, που ήταν κομμουνιστές, που ήταν βδελύγματα. Γράφει, λοιπόν, η πέραν πάσης αμφιβολίας μεγαλοαστή Λητώ Κατακουζηνού:
«4 του Μάη 1944. Ο Βαλής μου [ο άντρας της, Κολωνακιώτης ψυχίατρος-νευρολόγος, Άγγελος Κατακουζηνός] φόρεσε τη μαύρη γραβάτα του, ντύθηκα κι εγώ στα μαύρα και βγήκαμε έξω να συναντήσουμε κανά φίλο να μοιραστούμε τον πόνο μας. Στην πλατεία Κολωνακίου πέσαμε πάνω σε κάτι γνωστούς. “Γιατί μαυροντυμένοι; Τι σας συμβαίνει;”, ρώτησαν ανήσυχοι. “Διακόσιοι Έλληνες τουφεκίστηκαν και μας ρωτάτε τι μας συμβαίνει; Σήμερα όλοι οι Έλληνες πρέπει να μαυροντυθούμε”.
“Άγγελε, δεν είσαι με τα καλά σου. Δεν ξέρετε, λοιπόν, ότι όλοι αυτοί ήτανε κομμουνισταί;” […] “Άγγελε, πρόσεξε, στραβό δρόμο πήρες, όλοι αυτοί θέλουν να πιούν το αίμα μας”. “Τους Γερμανούς θέλετε να πείτε”. “Ας’ τους Γερμανούς, πόλεμο κάνουν οι άνθρωποι. Τους άλλους, αυτούς που πενθείτε σήμερα, αυτούς να φοβάστε. Αυτοί μια μέρα θα μας πάρουνε το βιός μας, αυτοί”».
«Αυτοί» ήταν οι 200. Νομίζω, ούτε «πατριώτες» ούτε «Έλληνες», κυρίως.
«Αυτοί» ήταν κομμουνιστές κι εργάτες. Με μικρά κι επικίνδυνα όνειρα, που κατατρόμαζαν τους αστούς.

