in ,

Από τους φοιτητές μέχρι τους εθνικιστές, τα Τίρανα στους δρόμους κατά του Ράμα

Αλβανία. Η διαμαρτυρία των Φλαμίνγκο αλλάζει πρόσωπο. Τώρα στους δρόμους η οργή μιας γενιάς

Της Shendi Veli για την Il Manifesto

Μετάφραση: Κατερίνα Τσαποπούλου

Το ροζ των φλαμίνγκο έγινε μαύρος καπνός στα Τίρανα. Η διαμαρτυρία ξεκίνησε με έκκληση των Αλβανών φοιτητών και μαθητών να απέχουν από τα μαθήματα για δεύτερη συνεχόμενη ημέρα και να συγκεντρωθούν στην πλατεία. Όμως, όπως και την προηγούμενη ημέρα, την Τρίτη, και σε ακόμη μεγαλύτερη έκταση, διευρύνθηκε και πήρε χαρακτηριστικά οδομαχιών.

Έπειτα από περισσότερους από τέσσερις μήνες “Επανάστασης των Φλαμίνγκο”, η οποία γεννήθηκε ενάντια στο τουριστικό σχέδιο που υποστηρίζει ο Jared Kushner στην προστατευόμενη περιοχή του Zvërnec και επεκτάθηκε στην καταγγελία της διαφθοράς και των ανισοτήτων, ο πρωταγωνιστικός ρόλος των νέων αλλάζει πλέον τα χαρακτηριστικά της δυσαρέσκειας, αλλά όχι το βασικό αίτημα: την παραίτηση του πρωθυπουργού Έντι Ράμα.

“Οι εικόνες που έφτασαν από τη Γαλλία έπαιξαν ρόλο και βρήκαν απήχηση στην απογοήτευση που προκάλεσαν τέσσερις μήνες ειρηνικών διαμαρτυριών, τις οποίες οι θεσμοί αγνόησαν πλήρως”, αναφέρει ο Κλόντι Λέκα από το Lëvizja Bashkë, ένα αριστερό κίνημα που εκπροσωπείται και στο Κοινοβούλιο με έναν βουλευτή. Στις διεκδικήσεις που κληροδοτήθηκαν από τη διαμαρτυρία των Φλαμίνγκο προστίθενται τώρα τα αιτήματα μιας γενιάς που δεν βρίσκει χώρο στη χώρα της. Έλλειψη φοιτητικής στέγης και ακατάλληλες αίθουσες διδασκαλίας, υψηλά δίδακτρα, αλλά κυρίως περιορισμένες προοπτικές για το μέλλον.

Το κεντρικό ζήτημα είναι αυτό μιας νεολαίας που αναγκάζεται να μεταναστεύσει στο εξωτερικό για να βρει ευκαιρίες, σε τέτοιο βαθμό ώστε οι διαδηλωτές να έχουν μετονομάσει ειρωνικά το Υπουργείο Παιδείας σε “Υπουργείο Μετανάστευσης”.

Ομάδες μαθητών και φοιτητών ξεκίνησαν από σχολεία και σχολές και έφτασαν στο κέντρο των Τιράνων. Μαζί τους ενώθηκαν άλλες ομάδες, οργανωμένοι οπαδοί ποδοσφαιρικών ομάδων, καθώς και εθνικιστικές ομάδες. Λίγο μετά την προγραμματισμένη συγκέντρωση στις 14:00 ξεκίνησαν οι πρώτες συγκρούσεις με την αστυνομία, η οποία επιτέθηκε εξαρχής με κανόνια νερού, δακρυγόνα και ερεθιστικά σπρέι. Σύμφωνα με τις αναφορές, οι διαδηλωτές έβαλαν φωτιά στο κτίριο της τράπεζας Iute Credit και ανάγκασαν την αστυνομία να υποχωρήσει. Γύρω στις έξι το απόγευμα, μια στήλη καπνού υψωνόταν από το κτίριο του Υπουργείου Παιδείας, στο οποίο είχαν επίσης φτάσει οι φλόγες. Μεταξύ της οδού Rruga e Durrësit και της πλατείας Σκεντέρμπεη πυρπολήθηκαν καρέκλες, κάδοι απορριμμάτων και άλλα αντικείμενα. Οι διαδηλωτές έδωσαν στη συνέχεια ραντεβού για το βράδυ μπροστά στο κυβερνητικό μέγαρο, όπου στεγάζονται τα γραφεία του Έντι Ράμα, και οι συγκρούσεις με την αστυνομία συνεχίστηκαν μέχρι αργά τη νύχτα.

Από τη συγκέντρωση απευθύνθηκε τελεσίγραφο στην κυβέρνηση: παραίτηση εντός 24 ωρών, διαφορετικά η διαμαρτυρία θα ενταθεί ακόμη περισσότερο. Η κλιμάκωση ήρθε αφού, την προηγούμενη ημέρα, διαδηλωτές και αστυνομία είχαν συγκρουστεί επί αρκετές ώρες. Ο απολογισμός, σύμφωνα με αστυνομικές πηγές, ήταν περίπου 50 συλληφθέντες, οι οποίοι στη συνέχεια αφέθηκαν όλοι ελεύθεροι, και έξι τραυματίες αστυνομικοί. Τα βίντεο με τραυματισμένους διαδηλωτές και αστυνομικούς να σέρνουν ανθρώπους στην άσφαλτο συνέβαλαν στην όξυνση της έντασης, η οποία χθες έφτασε σε διαστάσεις πρωτοφανείς για την πρόσφατη αλβανική ιστορία.

“Ο μέσος όρος ηλικίας των διαδηλωτών αυτές τις ημέρες είναι πολύ χαμηλός, κυμαίνεται γύρω στα είκοσι χρόνια”, εξηγεί ο δημοσιογράφος και ακτιβιστής Gjergji Erabaren. “Στους δρόμους υπάρχουν οι πάντες, από την άκρα αριστερά μέχρι την άκρα δεξιά, αλλά δεν υπάρχει κεντρική καθοδήγηση. Πρόκειται για πολιτική κρίση και μόνο πολιτική λύση μπορεί να υπάρξει”.

Η αντιπροσωπεία της ΕΕ, ανήσυχη για την κλιμάκωση, ζήτησε να διερευνηθούν κατά προτεραιότητα οι καταγγελίες για υπερβολική χρήση βίας κατά διαδηλωτών και δημοσιογράφων, υπενθυμίζοντας την αρχή της αναλογικότητας της επέμβασης και τις ελευθερίες του συνέρχεσθαι και της έκφρασης, οι οποίες πρέπει να ασκούνται ειρηνικά.

Απηύθυνε έκκληση για αποκλιμάκωση της έντασης και έναρξη διαλόγου. Ο υπουργός Εσωτερικών Ervin Demo καταδίκασε τις επιθέσεις κατά αστυνομικών και διευκρίνισε ότι δεν θα υπάρξει καμία ανοχή απέναντι στους βίαιους διαδηλωτές. Προς το παρόν, όμως, η κυβέρνηση προσπαθεί να κρατήσει χαμηλούς τόνους. Μέχρι χθες το βράδυ, ο πρωθυπουργός Ράμα, ο οποίος την πρώτη ημέρα των συγκρούσεων βρισκόταν στο Λουξεμβούργο για ένα ακόμη στάδιο των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την ΕΕ, δεν είχε ακόμη τοποθετηθεί.

“Υπάρχει ανησυχία”, λέει ο Ilir Kaso, πανεπιστημιακός καθηγητής τέχνης και περιβαλλοντολόγος, ο οποίος επισημαίνει επίσης ότι η κυβέρνηση άφησε να πλανάται το ενδεχόμενο ανάπτυξης του στρατού, προκειμένου να επιχειρήσει να ανακτήσει τον έλεγχο των δρόμων. “Αγωνιστήκαμε για να μη φτάσουμε σε αυτό το σημείο, αλλά οι θεσμοί δεν κατάλαβαν τη γλώσσα της ειρήνης, της τέχνης, της δημοκρατίας”. Κατά τον Κάσο, η απογοήτευση που συσσωρεύτηκε έπειτα από μήνες διαμαρτυριών χωρίς ανταπόκριση εξηγεί γιατί η βία των συγκρούσεων δεν έχει προς το παρόν ως αποτέλεσμα την απομάκρυνση των πιο ειρηνικών διαδηλωτών. Τώρα αναμένεται μια απάντηση από την κυβέρνηση, αλλά ίσως είναι πλέον πολύ αργά για να αναζητηθεί συμβιβασμός.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

30 χρόνια από την ίδρυση του Εθνικού Ιθαγενικού Κογκρέσου (CNI): «Ο κόσμος που θέλουμε είναι για όλους, όχι μόνο για λίγους»