Ελένη Γκαρά (επιμ.), Η Ελληνική Επανάσταση ως Οθωμανική Κρίση, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου 2025, σελ. 316
Η ερώτηση του τίτλου μπορεί να φανεί παράδοξη. Σίγουρα θα φανεί παράδοξη, ίσως και παράλογη, σε όσους έχουν ενστερνιστεί την κυρίαρχη σχετική αφήγηση.
Η Ελληνική Επανάσταση συνέβη γιατί το έθνος, υπό άγρια τουρκική κυριαρχία επί 400 χρόνια, πήρε τα όπλα, προκειμένου να πολεμήσει για την ανεξαρτησία του. Τα κατάφερε επιδεικνύοντας θαυμαστή γενναιότητα και κάνοντας όλες τις απαραίτητες θυσίες.
Η αφήγηση αυτή, από κάποιες απόψεις, ερείδεται ακόμα και σε αντιλήψεις αριστερών -χωρίς καθόλου εισαγωγικά- ιστορικών, με χαρακτηριστικότερη περίπτωση αυτή του σπουδαίου Νίκου Σβορώνου, ο οποίος, όμως, δεν αμφέβαλλε καθόλου για ένα είδος «αντιστασιακής ιδιοσυγκρασίας» του ελληνικού έθνους· το οποίο δεν αποτελεί, άλλωστε, γέννημα της νεωτερικότητας, αλλά κάνει τα πρώτα του βήματα ήδη στην καρδιά του Μεσαίωνα, από την εποχή των Κομνηνών, τον 12ο αιώνα ή και πρωτύτερα.
Σε μεγάλο βαθμό, λοιπόν, η κυρίαρχη αφήγηση αντιμετωπίζει τα γεγονότα, που οδήγησαν στη δημιουργία του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, με μια «εσωτερική ματιά». Ακόμη και οι καλύτερες εκδοχές παρουσιάζουν ένα σημαντικό έλλειμμα. Ενώ βλέπουν μεγάλο μέρος του συγκείμενου, αναλύοντας κοινωνικές και οικονομικές παραμέτρους, σπανιότατα αντιμετωπίζουν την Επανάσταση ως ένα οθωμανικό γεγονός. Θέλω να πω, φαίνεται, πολλές φορές, σαν οι Οθωμανοί να είναι ένας εξωτερικός εχθρός, που επιτίθεται προκειμένου να αναιρέσει τον ανεξαρτησιακό, ωστόσο, αγώνα.
Ο τόμος, που παρουσιάζω εδώ, είναι, από όσο ξέρω, από τις καλύτερες προσπάθειες να ιδωθούν τα πράγματα αλλιώς. Η θεμελιώδης ιδέα είναι πως η Επανάσταση ξέσπασε μέσα σε μια συνθήκη επανερχόμενης κρίσης, με περιόδους μεγάλης ή μικρότερης έντασης, του οθωμανικού κράτους. Το ζήτημα, λοιπόν, είναι διερευνηθεί το «τι είδους ήταν η κρίση -ή οι κρίσεις- που τη διαμόρφωσαν, ποια πεδία επηρεάστηκαν, καθώς και με ποιον τρόπο συνδέονται οι διεργασίες εντός του ελληνικού και του ελληνορθόδοξου κόσμου τόσο με τους κλυδωνισμούς του οθωμανικού αυτοκρατορικού συστήματος όσο κα με τις ευρύτερες εξελίξεις μετά τη λήξη των Ναπολεόντειων Πολέμων» (σελ. 16).
Μια πρώτη αναγκαία επισήμανση είναι να κρατήσουμε μια απόσταση από την άποψη πως η Οθωμανική Αυτοκρατορία βρίσκονταν σε μια μακροχρόνια περίοδο παρακμής, που αναπόφευκτα οδήγησε στην αποδιάρθρωσή της. Δεν πρόκειται γι’ αυτό. Στην επαναστατική κατάσταση, όπως πολλές φορές έχει δείξει η ιστορία, οδηγεί η απονομιμοποίηση του συστήματος, το οποίο, όπως πιστεύει ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού, δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις -ιδίως, όταν σε μια προηγούμενη φάση, έχουν δημιουργηθεί αυξημένες προσδοκίες. Όπως το έχει θέσει ο Γκούναρ Χέρινγκ, η Ελληνική, αλλά και η πρότερη Σερβική, Επανάσταση δεν ήταν αναπόφευκτες και πρέπει πάντα, στην εξήγησή τους, να λαμβάνεται υπόψη και η οθωμανική κρατική μεταρρυθμιστική πολιτική. Η αντίληψη περί συνεχούς παρακμής δεν μπορεί να είναι συμβατή με τη δεδομένη αναπροσαρμογή της αυτοκρατορίας, που επέτρεψε την επιβίωσή του μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
«Οι τελευταίες δεκαετίες του 18ου και οι πρώτες του 19ου αιώνα γίνονται πλέον νοητές ως εποχή αλλεπάλληλων κρίσεων για το οθωμανικό κράτος μετά από μια μακρά περίοδο σταθερότητας. Οι κρίσεις αυτές που πυροδοτήθηκαν αρχικά από την ήττα στον πόλεμο του 1768 -1774 με τη Ρωσία, ήταν αποτέλεσμα της περιθωριοποίησης της αυτοκρατορίας στη διεθνή αρένα, των αποσχιστικών τάσεων στο εσωτερικό της, αλλά και της εφαρμογής μεταρρυθμιστικών μέτρων με στόχο την ενίσχυση της κεντρικής εξουσίας. Οι επανειλημμένες στρατιωτικές ήττες και οι αντιδράσεις που προκάλεσαν οι μεταρρυθμίσεις και η γενικότερη εσωτερική πολιτική του Σελίμ Γ΄(1789 -1807) πυροδότησαν μια νέα πολιτική κρίση στις αρχές του 19ου αιώνα, ενώ η προσπάθεια του Μαχμούτ Β΄(1808 -1839) να περιορίσει την ισχύ των περιφερειακών τοπαρχών (αγιάν) μετά την ήττα στον ρωσο-οθωμανικό πόλεμο του 1806 -1812 προκάλεσε πολλές αντιδράσεις στις επαρχίες και συνέβαλλε στη συντήρηση -ή την επάνοδο- της κρίσης» (σελ. 20).
Στην πραγματικότητα, τη δεκαετία πριν από το 1821, η Αυτοκρατορία βρίσκονταν σε συνθήκες εμφυλίου πολέμου. Η προσπάθεια να εξουδετερωθούν οι τοπάρχες, όπως ο Πασβάντογλου και ο Αλή Πασάς, η προσπάθεια, δηλαδή, «αποαγιανοποίησης» του κράτους έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην εκκίνηση της Επανάστασης· από τους Οθωμανούς, μάλιστα, θεωρήθηκε αρχικά ως ένα είδος αντιπερισπασμού για ενίσχυση του Αλή Πασά.
«Ξεσπώντας ενώ ακόμα βρισκόταν σε εξέλιξη η διαδικασία επιβολής κεντρικού ελέγχου στις επαρχίες και φανερώνοντας την αδυναμία κινητοποίησης στρατευμάτων, η Ελληνική Επανάσταση πυροδότησε έναν νέο κύκλο κρίσης και μετασχηματισμού του οθωμανικού συστήματος. Στο επίκεντρο αυτή τη φορά δεν ήταν οι αγιάν, αλλά οι γενίτσαροι…» (σελ. 20).
Οι γενίτσαροι, βέβαια, δεν ήταν, από πολύ καιρό, ένα στρατιωτικό, κυρίως, σώμα. Είχαν εξελιχθεί σε μια κοινωνικο-πολιτική οντότητα, η οποία παρενέβαινε καθοριστικά στην οικονομική ζωή, ιδίως των πόλεων, εμπλέκοντας ένα πολύ μεγάλο μέρος του μουσουλμανικού πληθυσμού· με αυτόν τον τρόπο, μεταμόρφωνε τους μουσουλμάνους σε ένα είδος πολιτικού έθνους, το οποίο διαχώριζε τις λαϊκές τους τάξεις από εκείνες των χριστιανικών πληθυσμών, που μόνες αυτές πλέον διατηρούσαν την ιδιότητα του ραγιά. Και δέχονταν, συχνά, άγριες καταδιώξεις.
Οι γενίτσαροι, με τρόπο συμβατό με τα προηγούμενα, διεκδίκησαν και σε μεγάλο βαθμό κατάφεραν να αποκτήσουν βαρύνοντα πολιτικό ρόλο, που περιόριζε την εξουσία του Σουλτάνου. Μάλιστα, όπως τεκμαίρεται από πολλές πηγές, η πολιτική τους αντλούσε έμπνευση και από τις δημοκρατικές εξελίξεις, μετά τη Γαλλική Επανάσταση.
Όπως με τους αγιάνηδες, έτσι και με τους γενίτσαρους, το οθωμανικό κράτος μπλέχτηκε σε έναν σκληρό εμφύλιο· πράγμα που ευνόησε, χωρίς καμιά αμφιβολία την Ελληνική Επανάσταση.
Οι συγγραφείς του τόμου αναλύουν, επιπλέον, πλευρές της ιδεολογικής κρίσης, μέσα στην οποία εξελίχθηκαν τα γεγονότα. Είναι χαρακτηριστική η αναφορά στις εσχατολογικές και μεσσιανικές πεποιθήσεις ενός μεγάλου μέρους του μουσουλμανικού πληθυσμού, που οδηγούσαν μέχρι και σε εκχριστιανισμούς. Όπως, γενικότερα, έχει σημασία η ανάλυση του τρόπου με τον οποίο οι μουσουλμάνοι -της Πελοποννήσου, π.χ., αλλά και της ίδιας της Κωνσταντινούπολης- αντιλαμβάνονταν τα όσα συνέβαιναν. Η διάχυση ενός κλίματος απελπισίας και απόγνωσης, σε συνδυασμό με μια σειρά από φυσικές καταστροφές και πυρκαγιές, η διάδοση απειλητικών χρησμών και προφητειών έπαιξαν επίσης τον πολύ σημαντικό, στις συνθήκες της εποχής, ρόλο τους.
Η ιδεολογική κρίση, βέβαια, αφορούσε και την ελληνορθόδοξη κοινότητα. Υπήρξε πρωτοφανής σε ένταση και έφερε σε σύγκρουση την Εκκλησία και τους κοινωνικούς της συμμάχους με τους οπαδούς του Διαφωτισμού. Εδώ η εξέλιξη των ορθόδοξων μπουρζουά σε αστική τάξη έπαιξε βαρύνοντα ρόλο.
Σε ό,τι αφορά τους εξεγερμένους, αυτούς που θα ιδρύσουν τελικά το ελληνικό εθνικό κράτος, είναι δεδομένο πως οι οικονομικές εξελίξεις -μεγάλη πρόοδος μέχρι το τέλος των Ναπολεόντειων Πολέμων, οιονεί κατάρρευση αμέσως μετά- έθεσε σε κίνηση τη διαλεκτική αυξημένων προσδοκιών με την πιο οικτρή διάψευσή τους και έπαιξε βασικό ρόλο στην απονομιμοποίηση του οθωμανικού κράτους και στη διάθεσή τους να συγκρουστούν μαζί του.
Η κρίση δημιουργούσε συνθήκες διαρκώς επιδεινούμενης υλικής και ψυχικής ανασφάλειας, την ίδια στιγμή που οι διεθνείς επαναστατικές εξελίξεις προσέφεραν στους επαναστατημένους πολιτικό προσανατολισμό.
***
Η παρουσίασή μου ασχολήθηκε με μικρό μέρος των όσων αναλύονται και αποκαλύπτονται από τους συγγραφείς των μελετών που συγκροτούν τον τόμο και επιμελήθηκε η Ελένη Γκαρά.
Η επιλογή μου να γράψω γι’ αυτό μέσα στην καρδιά του καλοκαιριού οφείλεται και στην άποψή μου πως, όσο κι αν είναι παράξενο, το βιβλίο κάλλιστα μπορεί να διαβαστεί και ως «βιβλίο διακοπών»!


