[Στις αρχές του Ιουνίου, το Alterthess ταξίδεψε στην Τουρκία στο πλαίσιο έρευνας που πραγματοποιεί για την κλιματική κρίση και την τροφή. Αναζητήσαμε ανθρώπους που καλλιεργούν τη γη φροντίζοντας το έδαφος, που αναζητούν εναλλακτικούς και πιο δίκαιους δρόμους παραγωγής και άλλους-ες που αντιστέκονται στην υφαρπαγή και λεηλασία του τόπου τους. Η έρευνά μας θα αποτυπωθεί σε βίντεο-επεισόδια που θα δημοσιευθούν τον Σεπτέμβρη. Δείτε το trailer της σειράς Balkan Food TrailBlazers στο τέλος του κειμένου]
Στο Γεντί Κουλέ της Κωνσταντινούπολης, στα τείχη που επέζησαν από φυσικές καταστροφές, πολέμους και συμφορές, που έγιναν μάρτυρες ποικίλων πολιτισμών και καταφύγιο διαφορετικών κοινοτήτων, διατηρείται μια κουλτούρα αγροτικών καλλιεργειών. Πρόκειται για τα μποστάνια του Γεντι Κουλέ που κατέχουν μια σημαντική θέση τόσο ως πολιτιστική κληρονομιά της πόλης όσο και ως γεωργική μνήμη που επιβιώνει μέχρι σήμερα.

Περπατώντας κατά μήκος των τειχών, βλέπει κανείς δεκάδες μποστάνια, μικροκαλλιέργειες από πλήθος λαχανικών και ανθρώπους που προσπαθούν να επιβιώσουν πουλώντας τη σοδειά τους σε μικρές ανοιχτές αγορές στην πόλη. Η μετατροπή μέρους της περιοχής σε πάρκο στο πλαίσιο της πολιτικής «εξευγενισμού» των πόλεων απειλεί τη διατήρηση των μποστανιών άμεσα.
«Η περιοχή που τώρα ονομάζουμε Μποστάνια του Γεντί Κουλέ ξεκινά από τη Χρυσή Πύλη και εκτείνεται μέχρι την Πύλη του Μεβλανά. Αποτελείται από κήπους που βρίσκονται κατά μήκος του καναλιού Καρασού και σε άμεση γειτνίαση με αυτό. Υπάρχει μεγάλος αριθμός ιστορικών αρχείων που αναφέρουν αυτούς τους κήπους, ιδιαίτερα στην οθωμανική περίοδο. Ωστόσο, υπάρχει, επίσης, μια σημαντική αναφορά σχετικά με τη βυζαντινή περίοδο. Eνώ χτίζονταν οι οχυρώσεις, οι αγρότες σε αυτήν την περιοχή μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα χαμηλότερα επίπεδα και τα ισόγεια των τειχών και των πύργων για να αποθηκεύσουν τα γεωργικά τους εργαλεία και τον εξοπλισμό τους. Σε αντάλλαγμα για την προστασία αυτών των περιοχών, εκδόθηκε διάταγμα που τους επέτρεπε να συνεχίσουν τις γεωργικές τους δραστηριότητες από εκεί που είχαν σταματήσει» λέει ο İnanç Kıran που σπουδάζει Διατήρηση και Αποκατάσταση Πολιτιστικής Κληρονομιάς και είναι μέλος της Πρωτοβουλίας για τη διάσωση των μποστανιών.

Ενώ στο παρελθόν οι λαχανόκηποι ήταν πιο εκτεταμένοι, πολλοί καλλιεργητές απομακρύνθηκαν λόγω εργασιών αποκατάστασης των τειχών και σήμερα η καλλιέργεια εντοπίζεται κυρίως σε δύο τμήματα, στις τάφρους και στον χώρο μεταξύ του εξωτερικού και του εσωτερικού τείχους.
Η παράδοση των μποσταντζήδων περνάει από γενιά σε γενιά. Στο παρελθόν είχαν βρει εργασία στα μποστάνια, από την Οθωμανική περίοδο μέχρι και σήμερα, Αλβανοί, Ρωμιοί, Αρμένιοι και Βούλγαροι. Στην πιο σύγχρονη περίοδο, από τα μποστάνια πέρασαν μετανάστες, εργάτες γης από τη Συρία και άλλες χώρες.
Οι μετασχηματισμοί στη δημογραφική σύνθεση της Κωνσταντινούπολης οδηγούσαν πάντα σε αλλαγές, τόσο στις πρακτικές που ακολουθούσαν όσο και στο προφίλ των μποσταντζήδων.

Σύμφωνα με τον Inanc, είναι πιθανό όταν έφευγε μια γενιά καλλιεργητών από μια εθνοτική ομάδα να αντικαθίσταται από μια άλλη ενώ σημαντικό ρόλο έπαιξε και η εσωτερική μετανάστευση. «Έτσι, τελικά, αυτό το επάγγελμα επιβίωσε —με τις συνέχειες και τις ασυνέχειές του— σε αλληλεπίδραση με τις γειτονικές κοινότητες. Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, για παράδειγμα, μαζί με τις αναταραχές στα Βαλκάνια και την πολιτική δυναμική εκείνης της εποχής, υπήρξαν μεγάλης κλίμακας μεταναστεύσεις προς την Κωνσταντινούπολη, γεγονός που επέφερε σημαντικές αλλαγές στη δημογραφική και επαγγελματική της σύνθεση. Η εγκατάσταση και η μετανάστευση Ρωμιών και άλλων σε αυτήν την περιοχή, καθώς και η άφιξη άλλων πληθυσμών εδώ, δεν είναι εντελώς άσχετες με αυτό» σημειώνει.
Σήμερα, οι μποσταντζήδες πληρώνουν ένα τέλος χρήσης, γνωστό ως «Ecrimisil» (αποζημίωση λόγω αυθαίρετης χρήσης ακινήτου/γης, κατά το τουρκικό δίκαιο) στον Μητροπολιτικό Δήμο και στο Δημόσιο. Φυσικά, κατά διαστήματα, προσλαμβάνουν εποχικούς εργάτες, για την καλλιέργεια και τη συγκομιδή. Ωστόσο, ο βασικός κορμός της εργασίας πραγματοποιείται από τις ίδιες τις οικογένειες, και υπό αυτήν την έννοια πρόκειται για μικρές οικογενειακές καλλιεργητικές μονάδες.

Τα τελευταία χρόνια, οι κοινοτικοί αυτοί λαχανόκηποι οδεύουν προς κατάργηση καθώς η κυβέρνηση επιδιώκει να αλλάξει τη χρήση τους. «Οι κοινοτικοί κήποι που βλέπουμε αυτή τη στιγμή είναι οι τελευταίοι που έχουν απομείνει χάρη στις οικογένειες που τους φροντίζουν. Έχουμε επανειλημμένα δηλώσει ότι δεν πρέπει να εγκαταλειφθούν. Ελπίζω ότι αυτή η τάση δεν θα συνεχιστεί».
Μια πρωτοβουλία που ξεκίνησε το 2013 προσπαθεί μαζί με τους μικροκαλλιεργητές να προστατεύσει τις κοινότητες που έχουν δημιουργηθεί στα μποστάνια του Γεντί Κουλέ αλλά και να τα διατηρήσει ως κληρονομιά στις επόμενες γενιές.
«Δίνουμε τον αγώνα αυτό μέσα από πρακτικές αλληλεγγύης για να διασφαλίσουμε ότι αυτοί οι κήποι δεν θα καταστραφούν και ότι τίποτα άλλο δεν θα κατασκευαστεί στη θέση τους. Με άλλα λόγια, αν αυτός ο αγώνας χαθεί θα έχουμε χάσει ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας μας, της μνήμης και του πολιτισμικού τοπίου» λέει ο İnanç.

Ωστόσο, δεν πρόκειται για τη διατήρηση μόνο ενός μουσειακού τόπου αλλά κυρίως για την διατήρηση γεωργικής γης εντός του αστικού ιστού, που είναι ζωτικής σημασίας για αυτούς-ες που την καλλιεργούν. «Δύσκολα θα συναντήσει κανείς, σε οποιαδήποτε άλλη πόλη, ένα τόσο ζωντανό αγροτικό τοπίο σε άμεση συνύπαρξη με τα τείχη. Για παράδειγμα, οι Κήποι των Βερσαλλιών περιλαμβάνονται στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, ενώ υπάρχουν και άλλα αντίστοιχα παραδείγματα ιστορικών κήπων που προστατεύονται. Τα μποστάνια αποτελούν για μας ένα μοναδικό και πολύτιμο πολιτισμικό αγαθό που πρέπει να διατηρηθεί παράλληλα με τα τείχη της πόλης και αυτή η διατήρηση εξαρτάται από τη μεταβίβασή τους στις μελλοντικές γενιές σε συνεργασία με τους καλλιεργητές-τριες τους».

Στο πρώτο μποστάνι που επισκεπτόμαστε συναντάμε τον Dursun Kaplan, πρόεδρο του συλλόγου των μποσταντζήδων του Γεντί Κουλέ. Γεννήθηκε στο Τζιντέ της Κασταμόνης (περιοχή από την οποία κατάγονται πολλοί μποσταντζήδες στο Γεντί Κουλέ) και καλλιεργεί εκεί περίπου 35 χρόνια. «Ακολουθούσαμε τις ίδιες καλλιεργητικές πρακτικές στην πατρίδα μας. Πρώτα ήρθαν οι άνθρωποι που στο χωριό μας αποκαλούσαμε θείους και θείες. Εποχικοί εργάτες έρχονταν εδώ στα τείχη τη θερινή περίοδο. Το 1986-1987 έγινε μια εκκένωση στην περιοχή των μποστανιών, ορισμένα τμήματα μετατράπηκαν σε πάρκα και κάποιοι καλλιεργητές έφυγαν για να καλλιεργήσουν σε άλλες περιοχές. Όταν τους δόθηκε η δυνατότητα να επιστρέψουν, αυτοί δεν το έκαναν και έδωσαν τα μποστάνια σε άλλους. Οι γονείς μας ήρθαν την περίοδο εκείνη. Όταν ανέλαβε ο πατέρας μου, είδαμε ότι δεν μπορούσε να τα καταφέρει μόνος του. Έτσι, μεταναστεύσαμε και ήρθαμε εδώ. Έτσι ξεκίνησαν όλα».

Οι μποσταντζήδες βρίσκονται αντιμέτωποι τα τελευταία χρόνια τόσο με τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης όσο και με μια δικαστική διαμάχη με τον Δήμο σε σχέση με το ενοίκιο των καλλιεργητικών εκτάσεων που έχει αυξηθεί κατά 1500% μέσα σε λίγα χρόνια. Τι σημαίνει για αυτούς η γη αυτή; Με ποιον τρόπο προσπαθούν να τους εκδιώξουν;
Η συνέχεια στον κύκλο επεισοδίων Balkan Food Traiblazers που θα δημοσιευτούν τον Σεπτέμβριο στο κανάλι μας στο YouTube. H έρευνα πραγματοποιείται με την χρηματοδότηση του Ιδρύματος Rosa Luxemburg-Παράρτημα Ελλάδας

