Τι μπορεί να συνδέει μια κοινότητα στο Λούτσερατ της Γερμανίας με την κοινότητα ιθαγενών Cholultecas στην Πουέμπλα του Μεξικού; Τι κοινό μοιράζεται ένας αγώνας στο Φροξάν της Γαλικίας ενάντια στη μονοκαλλιέργεια ευκαλύπτου με το κίνημα των ζαπατίστας;
Αυτό που τους συνδέει είναι «Τα όνειρα που μοιραζόμαστε». Αυτός είναι ο τίτλος της ταινίας της Μεξικανής σκηνοθέτριας Valentina Leduc Navarro που πρόσφατα βρέθηκε στην Ελλάδα για μια σειρά προβολών στη Θεσσαλονίκη, την Μ.Παναγιά Χαλκιδικής και την Αθήνα. Μεταξύ άλλων, προβλήθηκε στη «Συνάντηση Αντιστάσεων και Εξεγέρσεων» που διοργάνωσαν οι ζαπατίστας τον περασμένο Αύγουστο στην Τσιάπας του Μεξικού και αυτό το διάστημα πραγματοποιεί περιοδεία σε πόλεις και περιοχές της Ευρώπης.

Γυρισμένη σε περισσότερες από 10 τοποθεσίες στο Μεξικό και την Ευρώπη, σε διάστημα άνω των 3 ετών, η ταινία παρακολουθεί τη ζωή και τη δράση κοινοτήτων που υπερασπίζονται το δάσος και τα εδάφη τους από πολυεθνικές που θέλουν να τα υφαρπάξουν, ζώντας μέσα σε αυτά.
Στο Λούτσερατ της Γερμανίας εδώ και πολλά χρόνια εξελίσσεται ένας αγώνας ενάντια στη μεγαλύτερη εταιρεία εξόρυξης άνθρακα της Ευρώπης, την Rheinisch-Westfälisches Elektrizitätswerk (RWE). Παρά τις υποσχέσεις των γερμανικών κυβερνήσεων για εγκατάλειψη της εξόρυξης άνθρακα, η εταιρεία είχε λάβει άδεια για επέκταση της δραστηριότητάς της και του ορυχείου Garzweiler. Μάλιστα, η εξόρυξη κατέστρεψε με αναγκαστική ερήμωση χωριά μέσω ενός νόμου που χρονολογείται από την εποχή των Ναζί και επιτρέπει την απαλλοτρίωση σπιτιών κάτω από τα οποία βρίσκεται άνθρακας. Η ταινία παρουσιάζει τον αγώνα αυτόν που λαμβάνει τη μορφή μπλοκαρίσματος της υφαρπαγής γης μέσω κοινοτήτων που ζουν σε σπίτια πάνω στα δέντρα στο αρχαίο δάσος Hambach αλλά και μαζικές διαδηλώσεις πολιτικής ανυπακοής στο ορυχείο που δέχονται μαζική καταστολή.

Στη Γαλικία, κοινότητες ανθρώπων υπερασπίζονται κοινοτικές γαίες που καταπατήθηκαν από το κράτος μέσω της μονοκαλλιέργειας χωροκατακτητικών δέντρων, όπως ο ευκάλυπτος, προσπαθώντας να αποκαταστήσουν το αυτοφυές δάσος. Αντίστοιχα, στην Πουέμπλα του Μεξικού, ιθαγενικές κοινότητες προστατεύουν το νερό της περιοχής, καταλαμβάνοντας το εργοστάσιο εμφιάλωσης της εταιρείας Bonafont, υπερασπιζόμενοι τη γη και τις καλλιέργειές τους. Οι ιθαγενείς καταφέρνουν, παρά την καταστολή, να σώσουν τα πηγάδια τους, συνεχίζοντας έναν μακροχρόνιο αγώνα ενάντια στην αποικιοκρατική επιβολή εταιρειών στην περιοχή.

Οι ιστορίες αυτές συνδέονται μεταξύ τους χάρη στο «Ταξίδι για τη Ζωή» που πραγματοποίησαν οι ζαπατίστας στην Ευρώπη το 2021, πλάνα από το οποίο βλέπουμε πρώτη φορά στον κινηματογράφο.
Η ταινία αυτή δεν διερευνά μόνο τα κοινά προβλήματα των διαφορετικών αγώνων σε διαφορετικές γεωγραφίες, πολιτισμούς και γλώσσες αλλά δημιουργεί ένα κοινό νήμα ελπίδας που συνδέει την προστασία του περιβάλλοντος με τον αγώνα για ζωή εν μέσω κλιματικής κρίσης. Ταυτόχρονα, αποτυπώνει πρακτικές συλλογικής φροντίδας που ξεκινούν από τη γη και επεκτείνονται σε όλα τα επίπεδα της καθημερινής μας ζωής. Μέσα από την εξιστόρηση των αγώνων αυτών αναδύεται ένα διαφορετικό μέλλον έξω από την εκμετάλλευση και την καταπίεση αλλά και τη σκέψη πώς η υλοποίησή του περνάει από τη συλλογική πράξη στο σήμερα.

Με αφορμή την προβολή της ταινίας στον κοινωνικό χώρο του ανεξάρτητου Μέσου infolibre, προβολή που διοργάνωσαν οι «Κοινότητες Αγώνα για την ελευθερία», συζητήσαμε με τη σκηνοθέτρια τα συμπεράσματά της από την εμπειρία της κινηματογράφησης, το ζήτημα της κλιματικής κρίσης και τα επείγοντα ζητήματα που θέτει, τη διαλεκτική νίκης και ήττας αλλά και τη σύνδεση των αγώνων αυτών με το μακρόχρονο κίνημα των ζαπατίστας για τη ζωή.
Συνέντευξη στη Σταυρούλα Πουλημένη
Πες μας λίγα πράγματα για σένα. Πώς προέκυψε η σχέση σου με τον κινηματογράφο;
Μεγάλωσα σε μια οικογένεια που δουλεύει στον κινηματογράφο. Η μητέρα μου είναι παραγωγός, ο πατέρας μου σκηνοθέτης, έχω έναν θείο που είναι φωτογράφος. Έτσι ήμουν κάπως «περικυκλωμένη» από το σινεμά από μικρή. Στην αρχή δεν ήθελα να κάνω ταινίες εξαιτίας αυτού. Έλεγα «θέλω να γίνω δημοσιογράφος». Ξεκίνησα να σπουδάζω Ιστορία στο δημόσιο πανεπιστήμιο στην Πόλη του Μεξικού με σκοπό να γίνω δημοσιογράφος. Θεωρούσα ότι ήταν απαραίτητο να σπουδάσω Ιστορία, έτσι ώστε να καταλάβω τι συμβαίνει στο σήμερα. Ωστόσο, στα μέσα των σπουδών μου πήγα με την μητέρα μου στην Σχολή Κινηματογράφου «San Antonio de los Banos» στην Κούβα για ένα workshop και εκεί εντυπωσιάστηκα από την ύπαρξη πληθώρας φοιτητών-τριών από πολλές χώρες (Ασία, Αφρική, Λατινική Αμερική κ.ά) αλλά και από τους πολύ καλούς καθηγητές και καθηγήτριες. Είναι και σήμερα μια πολύ καλή σχολή παρά τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η Κούβα. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι ήθελα να κάνω σινεμά και ότι ο λόγος που το αρνιόμουν μέχρι τότε ήταν η σχέση των γονιών μου μαζί του. Όταν επέστρεψα, άλλαξα σχολή δίνοντας εξετάσεις στην Σχολή Κινηματογράφου στο Μεξικό στο UNAM. Τον περισσότερο χρόνο ασχολούμουν με το μοντάζ και δούλεψα σε πολλές ταινίες, οι περισσότερες ντοκιμαντέρ, μέσα από τις οποίες έμαθα πολλά πράγματα για την γλώσσα του Κινηματογράφου. Η ματιά μου στρέφεται προς τα κοινωνικά ζητήματα και σε αυτό με επηρέασαν και οι γονείς μου, που έκαναν σινεμά αφοσιωμένοι στις κοινωνικές αδικίες, αλλά και ο σύντροφός μου, Χουάν Κάρλο Ρούλφο, που σε πολλές από τις ταινίες του έκανα εγώ το μοντάζ.
Τι σε παρακίνησε να κάνεις αυτή την ταινία;
Όταν αποφασίσαν οι ζαπατίστας το 2021 να έρθουν στην Ευρώπη, είπα μέσα μου ότι σίγουρα θέλω να τους ακολουθήσω. Στην δημιουργία της ενεπλάκη όλη μου η οικογένεια. Ο σύντροφός μου Χουάν Κάρλος Ρούλφο έκανε τη φωτογραφία και ο γιός μου τις αεροφωτογραφίες της ταινίας. Το ταξίδι αυτό ήταν ένα ιστορικό γεγονός, καθώς οι κοινότητες των ζαπατίστας δεν είχαν βγει πιο πριν εκτός κοινοτήτων. Ταξίδεψαν στην Ευρώπη για να συναντήσουν και να μιλήσουν με ανθρώπους για τους αγώνες στους οποίους συμμετέχουν. Αυτή η διαδικασία ήταν πολύ ιδιαίτερη γιατί δεν ήταν συζητήσεις μεταξύ «ηγετών» κινημάτων, ούτε ένα συνέδριο, αλλά η συνάντηση μεταξύ των βάσεων στήριξης των ζαπατίστας και ανθρώπων που αγωνίζονται στην Ευρώπη. Όταν σκέφτηκα να ξεκινήσω αυτή την ταινία, δεν ήθελα μόνο να ακολουθήσω το ταξίδι των ζαπατίστας αλλά να δω και τι θα γίνει κατά τη διάρκειά του. Να ακολουθήσω συγκεκριμένα κινήματα και να εμβαθύνω μπαίνοντας στη ζωή τους. Δεν ήθελα απλά να έχω κάποια πλάνα και συνεντεύξεις αλλά να δω από κοντά την καθημερινή ζωή στο πλαίσιο που αποφασίσαν να ζουν και να αγωνίζονται.
Πώς γνώρισες το ζαπατιστικό κίνημα;
Είχα πάει στα αυτόνομα εδάφη τους, σε ένα φεστιβάλ ταινιών το 2018 (Puy Ta Cuxlejaltic-Το σαλιγκάρι της ζωής) καθώς και στη Συνάντηση των Γυναικών το 2019. Πιο πριν, είχα έρθει σε επαφή μέσα από την Πορεία του Χρώματος της Γης, την Πορεία της Αξιοπρέπειας των Ιθαγενών το 2001 σε 17 πολιτείες. Το κίνημα των ζαπατίστας με είχε εμπνεύσει, αλλά όταν βρέθηκα εκεί για πρώτη φορά -και στη συνέχεια- ένιωθα διαφορετικά. Ήταν ένα μοναδικό συναίσθημα να βρίσκεσαι στα αυτόνομα εδάφη τους. Ένιωθα με κάποιον τρόπο ελεύθερη αλλά όχι «εκτός». Δεν ένιωθα το άγχος που βιώνει κανείς στην πόλη, τον φόβο και τον κίνδυνο. Με έκανε να νιώθω ήρεμη, ότι μπορούσα να αναπνεύσω. Και όταν γύρισα πίσω στο σπίτι μου είπα στον εαυτό μου «πρέπει να πάω πάλι εκεί».
Το «Ταξίδι για τη Ζωή» των ζαπατίστας ήταν ο συνδετικός κρίκος με άλλους αγώνες. Πώς επηρεάστηκες από το άνοιγμά τους στον κόσμο;
Το ταξίδι τους ήταν για μένα το νήμα που έφερνε σε επαφή πολλούς άλλους αγώνες και αυτό ήθελαν να κάνουν. Να δημιουργήσουν δεσμούς μεταξύ κινημάτων που πριν δεν γνωρίζονταν ή δεν είχαν σχέσεις. Αυτό βέβαια οι ζαπατίστας το κάνουν ήδη από την εξέγερση του 1994, καλούν τους ανθρώπους να συνδεθούν, να ακούσουν ο ένας τον άλλον. Αυτός ήταν και ο ρόλος τους στην ταινία, η σύνδεση αγώνων που, παρά τις διαφορές τους, έχουν πολλά κοινά. Η οπτική μου πάνω σε αυτή τη σύνδεσή προήλθε στα γυρίσματα όχι μόνο από τους ζαπατίστας αλλά τελικά και από τις κοινότητες που συνάντησα.
Ποια κοινά εντόπισες στους αγώνες που δίνονται στο Μεξικό και αυτούς στην Ευρώπη;
Όλες αυτές οι κοινότητες προσπαθούν να προστατεύσουν το έδαφος, τη ζωή, το νερό, τα ποτάμια, τα δέντρα, το δάσος. Ο εχθρός που προκαλεί την καταστροφή τους είναι ο ίδιος. Είναι το οικονομικό σύστημα που καταστρέφει τις κοινότητες τους, τη φύση, τη ζωή με κάθε έννοια. Πίσω από το μεταλλείο εξόρυξης λιγνίτη στη Γερμανία βρίσκονται τα ίδια οικονομικά συμφέροντα -και η ίδια ιδεολογία- με την εκμετάλλευση του νερού στην Πουέμπλα. Είναι οι πολυεθνικές που στόχο έχουν το κέρδος και δεν νοιάζονται για την καταστροφή της ζωής, θέλουν να την υφαρπάξουν. Στη Γαλικία ήταν η μονοκαλλιέργεια ευκαλύπτου για τα κέρδη της πολτοβιομηχανίας που προέρχεται από την εποχή του δικτάτορα Φράνκο. Στη Γερμανία, επίσης, όλη η εξορυκτική βιομηχανία δημιουργήθηκε με τον Χίτλερ. Όλα αυτά που βρίσκονται από πίσω, ο εχθρός, συνδέονται αλλά και αυτοί που αντιστέκονται προσπαθούν να κάνουν μια αλλαγή, να υπερασπιστούν το έδαφός τους οργανώνοντας τον εαυτό τους σε κοινότητες γιατί ξέρουν ότι δε μπορεί ο καθένας μόνος του. Ακόμη και στη Γαλικία, που ξεκίνησαν τον αγώνα μερικές οικογένειες, στόχος ήταν να δημιουργηθεί μια κοινότητα, ένα δίκτυο. Ακόμη και αν δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους, οι μπριγάδες έχουν εξαπλωθεί σε όλη τη Γαλικία.
Στην ταινία καταλαβαίνουμε ότι υπάρχει μια οργανική σύνδεση της κάμερας με τις κοινότητες των κινημάτων. Με ποιον τρόπο απέκτησες την εμπιστοσύνη τους;
Η εμπιστοσύνη έρχεται σιγά σιγά. Ο τρόπος που έγινε η προσέγγιση και η μεταξύ μας ενέργεια οδήγησε σε αυτήν. Ας πω ένα παράδειγμα. Δεν ήξερα προσωπικά τους ανθρώπους στη Γερμανία και τη Γαλικία αλλά τους έγραψα ένα γράμμα λέγοντάς τους ποια είμαι και θέλω να κάνω το ντοκιμαντέρ και να γνωρίσω τον αγώνα τους. Το αίτημά μου μεταφέρθηκε στη συνέλευση και το δέχτηκε. Η πρώτη στιγμή μαζί τους, που φαίνεται και στην ταινία, ήταν μια μικρή πρωινή συνέλευση στο δάσος που έλεγαν τα ονόματά τους, πώς θέλουν να αποκαλούνται, πως νιώθουν, πώς ήταν το προηγούμενο βράδυ τους. Πολύ καθημερινά πράγματα. Αντίστοιχα κατασκηνώνοντας εκεί συστηθήκαμε και είπαμε και εμείς τα συναισθήματά μας. Αυτή ήταν η αρχή. Τελικά μείναμε για μέρες, επιστρέφαμε ξανά και ξανά μπαίνοντας πιο βαθιά στη ζωή τους στο δάσος με αποτέλεσμα οι σχέσεις μας να γίνουν πιο δυνατές. Στη Πουέμπλα έγιναν κάπως διαφορετικά τα πράγματα. Είχαμε αρχικά πάει για γυρίσματα σχετικά με την επέτειο του αγώνα του δολοφονημένου ιθαγενή Σαμίρ Φλόρες εναντίον του υδροηλεκτρικού έργου (Integral Morelos) που θα επηρέαζε τρεις διαφορετικές περιοχές. Εκεί μας βρήκαν οι άνθρωποι από το κίνημα υπεράσπισης του νερού στη Τσοτσούλα και μας κάλεσαν στο κατειλημμένο εργοστάσιο της Bonafont. Σκέφτηκα ότι πρέπει να ακολουθήσουμε αυτόν τον αγώνα, επισκεπτόμασταν συνεχώς τη Πουέμπλα και κάποια στιγμή γίναμε κομμάτι του κινήματος, κάτι που το αναγνώρισαν και οι ίδιοι. «Είστε σύντροφοί μας» μάς έλεγαν και για μένα αυτό ήταν το πιο όμορφο. Αυτή η ταινία είναι μια συνεισφορά στον δικό τους αγώνα αλλά και ένα τρόπος να είμαι μέρος του.
Γίνεται ορατό ότι η κλιματική κρίση μάς βάζει να αναλογιστούμε το μέλλον. Παρά τις διαφορές των αγώνων κοινό στοιχείο είναι ότι οι άνθρωποι που συμμετέχουν σε αυτούς ενδεχομένως δε θα δουν τα όποια θετικά αποτελέσματά του κόπου τους. Τι πιστεύεις ότι τους κινητοποιεί;
Το λένε συχνά οι ζαπατίστας αυτό αλλά και οι άνθρωποι στη Γαλικία. Όταν μιλούν για το 2050 και την ουτοπία ξεκινούν να σκέφτονται σήμερα το πώς θέλουν ο κόσμος να είναι στο μέλλον αλλά και τι πρέπει να γίνει για να φτάσουν εκεί. Σκέφτεσαι την ουτοπία σημαίνει ακολουθείς συγκεκριμένα βήματα που σε οδηγούν σε αυτήν. Πρέπει να φανταστούμε την εικόνα αυτού του μέλλοντος. Αν δεν πιστέψουμε ότι είναι εφικτή, δεν θα βρούμε το κουράγιο να αγωνιστούμε γι’ αυτήν. Ωστόσο, πρέπει να ξέρουμε ότι η διαδικασία αυτή παίρνει χρόνο.
Συχνά, δε μπορούμε να δούμε ότι μπορεί να υπάρχει ένα καλύτερο μέλλον. Πολλοί άνθρωποι παλεύουν για την καθημερινή επιβίωση, τη δικιά τους και των οικογενειών τους και αυτός είναι ο στόχος του καθημερινού αγώνα τους. Υπάρχει δυσκολία να σκεφτεί κανείς τις επόμενες γενιές. Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχει και η οπτική των ηλικιωμένων ανθρώπων στη Πουέμπλα που ήξεραν τη γη που ζούσαν πριν από την υφαρπαγή της από την εταιρεία. Έτρωγαν από τη γη φρούτα, καλαμπόκι, μπορούσαν να ζουν χωρίς πολλά χρήματα, είχαν τη δυνατότητα να έχουν τροφή. Αλλά η εταιρεία αποστράγγιξε τη γη, τα δένδρα πέθαιναν, και έπρεπε να βρουν λεφτά για να τραφούν. Ένα από τα πράγματα που κάνει ο νεοφιλελευθερισμός είναι να καταστρέφει τη βιωσιμότητα ενός τόπου. Σπάει τον κύκλο της ζωής που γνώριζαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες τους. Είναι μια επικίνδυνη εξέλιξη γιατί δεν συνιστά μόνο ένα περιβαλλοντικό πρόβλημα. Επειδή οι άνθρωποι έχαναν την πρόσβαση στην τροφή έπρεπε να δουλέψουν γι’ αυτήν και επειδή δεν έβρισκαν δουλειά μετανάστευσαν στην Αμερική. Αυτή η διαδικασία χώρισε πολλές οικογένειες. Βλέπουμε τεράστια κοινωνικά προβλήματα να δημιουργούνται, δεν είναι μόνο το νερό που θέλει να εμφιαλώσει η εταιρεία, είναι όλα τα άλλα που έρχονται μετά από αυτό και σε κάνουν όλο και πιο εξαρτημένο από το σύστημα.
Πιστεύεις ότι η κλιματική κρίση μάς βάζει να σκεφτούμε διαφορετικά τη σχέση μας με τη γη;
Από την αρχή της ιστορίας μας είμαστε μέρος της γης, είμαστε συνδεδεμένοι με τη φύση. Ζώντας σε πόλεις εδώ και δεκαετίες ξεχνάμε αυτή τη σύνδεση. Οι κυβερνήσεις σε όλον τον κόσμο αδιαφορούν για αυτό το πρόβλημα: ότι οι άνθρωποι που καλλιεργούν τη γη δε μπορούν πλέον ούτε να πουλήσουν αυτά που παράγουν γιατί υπάρχει η βιομηχανική γεωργία που προκαλεί περιβαλλοντική καταστροφή. Δεν νοιάζονται γιατί η οπτική τους είναι μόνο κερδοσκοπική.
Τα ιθαγενικά κινήματα για δεκαετίες αντιστέκονται σε αυτό που τα κράτη ονομάζουν ανάπτυξη. Στην ταινία αυτή η οπτική φαίνεται ότι έχει επηρεάσει και τα κινήματα της Ευρώπης.
Οι ιθαγενείς ξέρουν ότι η αντίσταση αυτή είναι ο μόνος τρόπος που μπορούν να επιβιώσουν ως άνθρωποι, ως πολιτισμοί. Ακόμη όμως και στη Γερμανία βλέπουμε μια γυναίκα που μας λέει ότι «η φύση βρίσκει πάντα έναν τρόπο να γεννηθεί ξανά». Για εμάς πλέον τίθεται ζήτημα επιβίωσης λόγω των προβλημάτων που έχει προκαλέσει η κλιματική κρίση. Ο μόνος τρόπος να αντιδράσουμε είναι να ξανασκεφτούμε ζητήματα, όπως το πώς παράγεται η ενέργεια κ.ά. Πρέπει να ξανασκεφτούμε «που πάμε» και ποιους αφορά η ανάπτυξη. Οι ιθαγενείς λένε ότι «δεν μπορούμε να τρώμε χρήματα, αν δεν έχουμε νερό ή αν τα χωράφια πεθαίνουν». Όλοι έχουμε ανάγκες που δεν μπορούμε να τις υπερβούμε. Πρέπει να σκεφτούμε τη καθημερινή μας ζωή σε σύνδεση με τους διπλανούς μας, να δούμε τη ζωή μας ως κοινότητες και να προετοιμαστούμε, όπως λένε και οι ζαπατίστας, για την καταιγίδα, η οποία έχει ήδη έρθει. Το ζήτημα είναι πώς οργανωνόμαστε ατομικά και συλλογικά απέναντι σε αυτήν.
«Τα όνειρα που μοιραζόμαστε» εμπεριέχουν και μια διαλεκτική της νίκης και της ήττας. Πολλές φορές βλέπουμε νίκες μόνο όταν μπορούμε να μετρήσουμε απτά αποτελέσματα. Εσύ θέτεις μέσα από τους αγώνες που παρατηρείς μια διαφορετική οπτική του τι είναι νίκη και τι είναι ήττα. Στην Πουέμπλα έχασαν την κατάληψη του εργοστασίου αλλά πρόλαβαν να σώσουν το νερό από τα πηγάδια τους. Στη Γερμανία έχασαν τα δενδρόσπιτα που είχαν φτιάξει στο δάσος αλλά έγιναν περισσότεροι-ες, στη Γαλικία το ίδιο. Έχει κάποιο νόημα να συνεχίσουμε να βλέπουμε τη νίκη και την ήττα με ένα δυαδικό τρόπο;
Αυτός ήταν ο στόχος της ταινίας, να δημιουργήσει τέτοιες συζητήσεις. Οι ζαπατίστας εδώ και πάνω από 30 χρόνια φτιάχνουν την αυτονομία τους. Προχωρούν το κίνημά τους βλέποντας τα λάθη τους από τα οποία διδάσκονται. Μέσα από το θέατρο στις «Συναντήσεις» λένε δημόσια ότι «κάναμε αυτά τα λάθη». Είμαι ευγνώμων που είδα αυτή τη διαδικασία γιατί είναι δύσκολο να δεις τα λάθη σου και να αλλάξεις. Αυτή η αναζήτηση γίνεται μέσω της αυτοκριτικής που μας καλούν και εμείς να κάνουμε. Η συζήτηση για τη νίκη και την ήττα σίγουρα δεν είναι δυαδικό σύστημα. Συνδέεται με τον χρόνο. Όπως λένε οι ζαπατίστας, αγωνιζόμαστε για εκείνο το κορίτσι που θα γεννηθεί σε 120 χρόνια να ζήσει σε έναν διαφορετικό κόσμο και να είναι ελεύθερο. Αν βλέπουμε μόνο προσωρινά αποτελέσματα και ότι οι αγώνες απέναντι στις εταιρείες δεν είναι εύκολοι, θα νιώσουμε απογοητευμένοι και δε θα μπορούμε να ξαναπαλέψουμε. Το καταλαβαίνω αυτό το συναίσθημα και ούτε έχω απάντηση. Αλλά ίσως πρέπει να δούμε τους αγώνες ως μια διαδικασία αργή και μεγάλη που θα έχει μπρος και πίσω. Και ίσως και η ίδια η συμμετοχή σε αυτούς αλλάζει όχι μόνο τον κόσμο αλλά και εμάς. Και πρέπει να ξεκινήσουμε και από μας γιατί είναι εύκολο να λες τι πρέπει να κάνουν οι άλλοι, να μένεις δηλαδή στα λόγια και να μην προχωράς στην πράξη.
Ο εξεγερμένος υποδιοικητής Μοϊσές, μιλώντας για τον τρόπο που αναπτύσσουν τους αγώνες τους οι ζαπατίστας και με μια αυτοκριτική διάθεση, λέει στην ταινία ότι «και εμείς δεν πρέπει να παράγουμε πόνο». Τι εννοεί;
Νομίζω το λέει για όλες τις εκφάνσεις της πρόκλησης πόνου. Όχι μόνο να παλεύουμε τους πόνους που μας προκαλούν οι άλλοι αλλά και να μη δημιουργούμε πόνους στους άλλους, στο περιβάλλον στα ζώα, τον πόλεμο φυσικά.
Είναι ένα από τα πράγματα που μπορούμε να εξασκηθούμε. Να ακούμε περισσότερο γιατί έχουμε χάσει τη δυνατότητα να ακούμε την άλλη άποψη και συχνά θέλουμε να επιβάλλουμε την δική μας. Οι ζαπατίστας μας καλούν να ακούσουμε ανθρώπους που γεννήθηκαν σε άλλο πλαίσιο, με διαφορετικές παραδόσεις, θρησκεία και προβλήματα. Όταν ήρθαν οι ζαπατίστας στην Ευρώπη, μια γυναίκα ρώτησε έναν από την αποστολή με ποιον τρόπο παίρνουν αποφάσεις. Και αυτός είπε «έχω μια ιδέα, έχει μια άλλη συντρόφισσα μια ιδέα και διαλέγουμε την καλύτερη. Δεν θλίβομαι αν δεν επιλεγεί η δικιά μου». Μεγαλώσαμε σε ένα σύστημα με πολύ ανταγωνισμό. Θέλουμε να είμαστε οι καλύτεροι-ες, δεν μοιραζόμαστε τις ιδέες μας για να μην μας τις κλέψει κάποιος άλλος και μπορείς να το δεις παντού αυτό. Πρέπει να το αλλάξουμε αυτό. Πρέπει, όπως κάνουν και οι ζαπατίστας, να δούμε τις πυραμίδες και να ψάξουμε πιο οριζόντιες οργανώσεις που δεν θα προκαλούν και δεν θα μεταφέρουν την καταπίεση στον διπλανό μας.
Νιώθεις ότι η ταινία επιτέλεσε τους αρχικούς σκοπούς σου;
Ήθελα με αυτήν την ταινία να προκαλέσω τέτοιες συζητήσεις σαν αυτήν. Να ξανασκεφτούμε πράγματα που λένε οι κοινότητες αγώνα, να αντισταθούμε στο αφήγημα ότι «There is no alternative». Πιστεύω ότι αυτό το αφήγημα προκαλεί πολύ πόνο, κάνει τους νέους ανθρώπους απομονωμένους και θλιμμένους εξαιτίας της αίσθησης ότι δεν υπάρχει μέλλον. Το βλέπεις πλέον και σε αυτά που γράφονται στα social media. Ως κινηματογραφίστρια νιώθω την ευθύνη να μιλήσω για αυτό. Δεν μιλάω για έναν «θετικό τρόπο σκέψης» αλλά ειλικρινά πιστεύω οτι ακόμη και στην χειρότερη συνθήκη υπάρχει η δυνατότητα να αλλάξουμε αυτό που ζούμε. Φανερό παράδειγμα είναι η αντίσταση στην Παλαιστίνη. Αν οι άνθρωποι εκεί μπορούν να αντιστέκονται είναι επειδή έχουν αυτόν τον τρόπο σκέψης και διατηρούν την αλληλεγγύη. Βλέπεις μέσα στον πόλεμο ανθρώπους να συνεχίζουν να φτιάχνουν μουσική, να προσπαθούν να κάνουν τα παιδιά τους να γελάσουν, να κάνουν τη ζωή να «ξανανθίσει», η ζωή πάντα θα προσπαθεί να νικήσει. Λένε, αυτή είναι η γη μας και θα την προστατέψουμε. Αν αυτό συμβαίνει εκεί, τότε ως κινηματογραφιστές-στριες δεν μπορούμε να λέμε ότι δεν υπάρχει πιθανότητα τα πράγματα να αλλάξουν. Έτσι, νιώθω την ευθύνη να μιλήσω για τις αντιστάσεις και τους αγώνες που προσπαθούν να αλλάξουν αυτό που ζούμε και για τους οποίους τα κυρίαρχα ΜΜΕ σιωπούν. Αυτό πιστεύω ότι είναι η ευθύνη μου.


