Βίνφριντ Βολφ -Νίκος Χειλάς, 2010 -2020 Η δύσκολη δεκαετία της Ελλάδας, Θεμέλιο 2021, σελ. 420, (μετάφραση: Νίκος Χειλάς)
Το πρόγραμμα της αποκρατικοποίησης της Ελλάδας είναι το μεγαλύτερο πρόγραμμα αξιοποίησης στον κόσμο
ΤΑΙΠΕΔ 2015
Λίγες μέρες , ο κ. Τσίπρας δήλωσε πως τα capital controls, o έλεγχος της κίνησης κεφαλαίων έπρεπε να είχαν εφαρμοστεί από την πρώτη μέρα ανάληψης της διακυβέρνησης, τον Ιανουάριο του 2015. Ο τότε πρωθυπουργός εξέφρασε, με 11 χρόνια καθυστέρηση, ένα αυτονόητο. Ο καθένας μπορούσε να αντιληφθεί, ήδη συνέβαινε, πως, χωρίς αυτόν τον έλεγχο, οι καταθέσεις θα εξαφανίζονταν ραγδαία, μετατρέποντας σε αυτοκτονική μια ήδη ανυπόφορη συνθήκη.
Το βιβλίο μας θυμίζει πως, ήδη στις 28 Ιανουαρίου, ο τότε πρόεδρος του ευρωκοινοβουλίου και δεξιότατος σοσιαλδημοκράτης Μάρτιν Σουλτς πρότεινε, ως ένα από τα πρώτα μέτρα, τα capital controls. Που σημαίνει πως δεν επρόκειτο για κάτι ριζοσπαστικό· συνάγονταν από την απλή λογική.
Αναφέρομαι σε αυτό το γεγονός, γιατί είναι χαρακτηριστικό ως στοιχείο της ευρύτερης τακτικής, με την οποία πορεύτηκε η «πρώτη φορά» έως την καταστροφή του καλοκαιριού εκείνου.
Βασικό μέλημα; Η αποφυγή μονομερών ενεργειών!
Η εσωκομματική διαμάχη αναφορικά με αυτά τα ζητήματα ήταν διαρκής. Πολλοί ήταν εξαρχής υπέρ του ελέγχου της κίνησης κεφαλαίων. Όπως, για να δώσω άλλο ένα παράδειγμα, πολλοί επέμεναν στην επιστροφή του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ.
Το τελευταίο υποστηρίζονταν και γιατί έδινε ένα σήμα σε αυτούς, που ήταν ταξικά όσοι έπρεπε να ενδιαφέρουν πρώτιστα μια αριστερή κυβέρνηση. Η εργατική τάξη ήταν αυτή που είχε υποστεί τις μεγαλύτερες εισοδηματικές απώλειες -και, ιδίως, τις πιο οριστικές. Από δω, λοιπόν, έπρεπε να ξεκινήσει η αντεπίθεση.
Όμως, όχι. Όχι στις μονομερείς ενέργειες!
Κι όταν επιχειρήθηκαν τέτοιες -σε συμφωνία, εν τέλει με την τρόικα, άρα όχι μονομερείς- τα αποτελέσματα δεν ήταν τα ταξικά «κατάλληλα». Όπως, για παράδειγμα, ο νόμος για τη ρύθμιση σε 100 δόσεις των φορολογικών υποχρεώσεων, που είχαν «κοκκινήσει». “Ενάντια στις αρχικές προσδοκίες, ο νόμος δεν έκανε διάκριση ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς οφειλέτες, με αποτέλεσμα να ευνοηθούν κυρίως οι τελευταίοι, επειδή απελευθερώθηκαν από τα ήδη επιβληθέντα πρόστιμα και τη καταβολή των τόκων υπερημερίας. Αυτό επέτρεψε μεν τη γρήγορη εισροή εκατοντάδων εκατομμυρίων στα ελληνικά ταμεία, απάλλαξε όμως τους υπερπλούσιους από φορολογικά χρέη δισεκατομμυρίων ευρώ. Η μετωπική επίθεση κατά της ολιγαρχίας που είχε εξαγγείλει η κυβέρνηση, αναβλήθηκε έτσι επ’ αόριστον -κάτι που της επέφερε πολύ κριτική και χλευασμό από το εξωτερικό” (σελ. 54).
Οι συγγραφείς, κατά τη γνώμη μου, αγγίζουν τον τύπον των ήλων. Η κυβέρνηση τότε, με όλες τις πρότερες διαβεβαιώσεις, ανεξαρτήτως προθέσεων, δεν προσανατολίστηκε σε μια ταξική πολιτική, αλλά σε μια αέναη και διαρκώς περισσότερο υπονομευόμενη «διαπραγμάτευση», με αναπόφευκτη κατάληξη αυτήν, στην οποία, εν τέλει, προσέκρουσε. Οι ταξικές παρεμβάσεις μπορούσαν να περιμένουν, στο μέτρο που θα εκλαμβάνονταν ως «μονομερείς ενέργειες» δημιουργώντας προβλήματα στη «διαπραγμάτευση».
Όλοι σήμερα ξέρουμε πως εκείνη η διαπραγμάτευση ήταν τόσο αποτυχημένη, ώστε να δημιουργεί έκπληξη διαχρονικά. Ενώ περιβλήθηκε με το μανδύα του ρεαλισμού και της εκτίμησης του συσχετισμού δυνάμεων, αποδείχτηκε ολοκληρωτικά μη ρεαλιστική και αδιάφορη για μια πραγματική εκτίμηση και οικοδόμηση ενός καλύτερου συσχετισμού -μέσα και έξω από τη χώρα. Οι μετέχοντες στη διακυβέρνηση διαβεβαίωναν, σε όσους ανησυχούσαν, πως ήμασταν σε καλό δρόμο· κερδίζαμε χρόνο (!) και μετατοπίζαμε υπέρ μας (!) την κατάσταση.
Οι Βολφ και Χειλάς, ως προς την κατάληξη, είναι λακωνικά κατηγορηματικοί: “Στην Ελλάδα, οι δύο κρίσεις, η οικονομική και η προσφυγική, κατέληξαν σε ισάριθμες συνθηκολογήσεις του ΣΥΡΙΖΑ -στην πρώτη, το θύμα ήταν ο ντόπιος πληθυσμός, στη δεύτερη ο προσφυγικός” (σελ. 41).
Οι συγγραφείς κάθε άλλο παρά εχθρικοί είναι απέναντι στις προθέσεις της τότε κυβέρνησης. Είναι γι’ αυτό που το συμπέρασμά τους, όπως ήδη στην πρώτη τους σελίδα τον θέτουν, έχει μεγάλο βάρος:
“Ο Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ μεταλλάχθηκαν σε εκτελεστές του τρίτου μνημονίου, που το ολοκλήρωσαν μέχρι το πικρό τέλος του. Η έξοδος από αυτό, τον Αύγουστο του 2018, ήταν μόνο για τον Τσίπρα «λύτρωση», όπως τη χαρακτήρισε ο ίδιος. Η πλειοψηφία του ελληνικού λαού παραμένει μέχρι το 2060 στη λαβίδα των δανειστών […Η] φτωχοποίηση πλατιών στρωμάτων του πληθυσμού θα συνεχίζεται για δεκαετίες”.
Δεν είναι παράξενο, ούτε αποτέλεσμα άγνοιας ή ιδιορρυθμίας, λοιπόν, το ό,τι “[π]ολλοί φίλοι του δυσκολεύονται και σήμερα να καταλάβουν τον ενδοτισμό του, ακόμα κι όταν αυτός δεν ήταν αναγκαίος, έναντι της Άνγκελα Μέρκελ, του Ζαν -Κλωντ Γιούνκερ και του Ντόναλντ Τραμπ” (οι υπογραμμίσεις δικές μου, Χ.Λ.).
Ενδοτισμός. Δηλαδή, προδοσία; Όχι, κάθε άλλο.
Αυτό που στοιχειοθετείται στο βιβλίο είναι η νομοτελειακά προκαθορισμένη καταστροφή εξαιτίας όσων έγιναν και όσων δεν έγιναν, τα οποία, όπως και τα πραγματολογικά ευρύτερα, τίθενται με λεπτομερειακό τρόπο. Για να το θέσω και από τη δική μου ματιά, το γεγονός πως δεν τηρήθηκε τίποτε από όσα περιέχονταν στις αποφάσεις του κόμματος, αλλά επιλέχτηκε, από μια μικρή ομάδα, εν τέλει, μια τεχνοκρατική (sic) διαχείριση, τροχιοδρόμησε την πορεία στις ράγες , που είχαν ήδη στήσει με περισσή φροντίδα οι «εταίροι».
Το εντυπωσιακό, μάλιστα, είναι πως οι τελευταίοι είχαν δείξει τις διαθέσεις τους εξαρχής. Ήδη τον Φεβρουάριο, η ΕΚΤ έκανε σαφές πως τα πράγματα σφίγγουν ανυπόφορα. Ο δανεισμός ήταν πλέον, πολύ ακριβότερος και απολύτως ελεγχόμενος, σε καθημερινή βάση, μέσω του ELA, ενώ οι αποταμιεύσεις ταξίδευαν με μεγάλες ταχύτητες προς τα έξω. Κι όμως, η Ελλάδα συνέχιζε να πληρώνει τις δόσεις της, κατατρώγοντας τα δημόσια αποθεματικά της, και, με τη συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου, αποδέχτηκε πως θα συνέχιζε να το κάνει απαρέγκλιτα. Στην πραγματικότητα, η συμφωνία αυτή, λίγες μόλις μέρες μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης, ήταν Μνημόνιο.
Θα πει κάποιος: μα, όλα αυτά είναι πασίγνωστα! Και, από ένα σημείο κι ύστερα, φτάνει με το 2015. Μόνο «μπροστά» μπορεί να αναζητηθούν οι νέοι δρόμοι.
Πρώτον, «αυτά» δεν είναι πασίγνωστα. Η αναλυτική εμβάθυνση είναι όρος για τη διαμόρφωση μιας αριστερής πολιτικής για το μέλλον.
Δεύτερον, είναι παράδοξη, από λογική άποψη, αυτή η έκκληση στη «λήθη των περασμένων», όταν οι ίδιοι που την προτείνουν θεωρούν πως η «στιγμή 2015» ήταν από τις σημαντικότερες στην ιστορία της ευρωπαϊκής Αριστεράς.
Να το ξαναπώ! Η σοβαρή και ψύχραιμη αποτίμηση του τι συνέβη τότε είναι πολιτικά καθοριστική και για σήμερα.
Μια τέτοια αναλυτική, βαθειά και ψύχραιμη αποτίμηση γίνεται στο βιβλίο. Και η διαχρονική πολιτική διάσταση γίνεται φανερή.
Άλλωστε, όταν ο κ. Τσίπρας δηλώνει πως «έπρεπε τότε» να επιβληθούν capital controls, τον ιστορικό ενδιαφέρεται να κάνει; Δεν είναι μια καταφανώς πολιτική τοποθέτηση, με μεγάλή σημασία για σήμερα;
Οι Βολφ και Χειλάς τοποθετούνται συγκεκριμένα για το τι μπορούσε και έπρεπε να γίνει εξαρχής -και υπήρξε η μέγιστη άρνηση να γίνει:
“Πρώτον, η Αθήνα έπρεπε να εξετάσει τη δυνατότητα να αρνηθεί από τον Φεβρουάριο του 2015 και μετά την περαιτέρω εξόφληση των χρεών της προς την ΕΚΤ και το ΔΝΤ. Τέτοια άρνηση θα ήταν στην αποφασιστική εκείνη φάση ένα σημαντικό όπλο στα χέρια της. Η Ελλάδα πλήρωσε στο χρονικό διάστημα μεταξύ Φεβρουαρίου και Ιουνίου οκτώ δισεκατομμύρια ευρώ στους δανειστές χωρίς να πάρει ούτε ένα ευρώ από τις υπεσχημένες δόσεις του προγράμματος βοήθειας. Αυτό προκάλεσε μια απίστευτη αιμορραγία που ο ΣΥΡΙΖΑ, ποιώντας την ανάγκη φιλοτιμία, παρουσίασε ως Good Will Action -χειρονομία καλής θέλησης. Στην ημερήσια διάταξη βρισκόταν επίσης η κρατικοποίηση των ελληνικών τραπεζών, οι οποίες, τυπικά, ήταν έτσι κι αλλιώς στα χέρια τους ελληνικού κράτους. Αναγκαίος ήταν επιπλέον ο έλεγχος της ελληνικής Κεντρικής Τράπεζας και η εισαγωγή των capital controls […]” σελ. 414 (οι υπογραμμίσεις δικές μου, Χ.Λ.).
Όλα, δηλαδή, όσα βρίσκονταν στις συνεδριακές αποφάσεις και στα πορίσματα των ολομελειών της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ! Όλα όσα κατάφωρα και αντιδημοκρατικά παραβιάστηκαν!
Η εξιστόρηση και η ανάλυση του βιβλίου αφορά κυρίως το ελληνικό 2015, αλλά το συνδέει με τις διεθνείς και εγχώριες εξελίξεις σε ολόκληρη τη δεκαετία 2010 -2020. Βρίσκουμε εξαιρετικές προσεγγίσεις της ευρωζωνικής κρίσης, του Μπρέξιτ, ακόμα και όσων συνέβησαν σχετικά με την Καταλανική ανεξαρτησία ή τον κορονοϊό. Ιδίως, μεγάλο βάρος δίνεται στη άθλια διαχείριση του προσφυγικού. Ένα μεγάλο προσόν, επιπλέον, είναι το γεγονός πως δίνεται μια πολύ πληροφορημένη και τεκμηριωμένη, «από μέσα», ανάλυση του καίριας σημασίας ζητήματος των γερμανικών κρατικών και καπιταλιστικών συμφερόντων, που, σε μεγάλο βαθμό, καθόρισαν την έκβαση.
Είναι μια εργασία, που φαίνεται πως πέρασε, εν πολλοίς, απαρατήρητη, όπως συχνά συμβαίνει σε παρόμοιες περιπτώσεις. Είναι κι αυτό στοιχείο της «στρατηγικής της λήθης» -του «να ξεχάσουμε, για να πάμε μπροστά». Η μελέτη της, ωστόσο, επιβάλλεται. Πολύ περισσότερο, όταν, όπως ήδη είπα, οι συγγραφείς δεν είναι εχθρικοί απέναντι στη τότε διακυβέρνηση -ο Χειλάς, άλλωστε, είναι ανταποκριτής της εφημερίδας Εποχή, η οποία συντάχθηκε, σχεδόν απόλυτα, με την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ μετά το 2015 και μέχρι πρόσφατα.
Πρόκειται για μαστ -ανάγνωσμα.


