Η Μπαλάντα του Ρίτσαρντ Τζούελ

Ο 90χρονος Κλιντ Ίστγουντ ένα χρόνο μετά το "Βαποράκι" επιστρέφει στην μεγάλη οθόνη και εμείς ανταποκριθήκαμε στο κάλεσμα και βρεθήκαμε Παρασκευή βράδυ στον κινηματογράφο Φαργκάνη για να παρακολουθήσουμε την "Μπαλάντα του Ρίτσαρντ Τζούελ". Ένα άρθρο των Vanity Fair έδωσε τον έναυσμα στον σπουδαίο σκηνοθέτη και τον σεναριογράφο, Μπίλυ Ρέυ να δημιουργήσουν μία από τις καλύτερες ταινίες της κινηματογραφικής σεζόν που διανύουμε. Ποιες είναι όμως οι νότες αυτού του "μουσικού" σχήματος;

Γράφει ο Μίλτος Τόσκας

Ατλάντα 1996. Ολυμπιακοί αγώνες. Ο φόβος των αρχών σε τέτοιες περιπτώσεις είναι πάντα η τρομοκρατία. Δυστυχώς ένα ηχηρό χτύπημα δεν θα προληφθεί-αποφευχθεί. Βράδυ, συναυλία, χαλάρωση. Οι επιτήδειοι βρίσκουν την ευκαιρία να τοποθετήσουν αυτοσχέδιο εκρηκτικό μηχανισμό. Ο σεκιούριτι Ρίτσαρντ θα αντιληφθεί τον κίνδυνο, θα ενημερώσει το αρμόδιο τμήμα της ασφάλειας. Είναι όμως ήδη αργά. Η έκρηξη θα φέρει έναν ή δύο νεκρούς και πάνω από 100 τραυματίες. Πρόκειται για μία αληθινή ιστορία. Το θέμα είναι τι γίνεται από εκεί και μετά. Ο πρωταγωνιστής από την αφάνεια μετατρέπεται στο πρόσωπο της επικαιρότητας. Ήρωας ή αποδιοπομπαίος τράγος;

Ένας ταπεινός άνθρωπος, μία αντισυμβατική φιγούρα με υψηλό εθνικό φρόνημα έκανε το χρέος του. Όνειρό του να επιστρέψει στο σώμα και να προστατεύει τους πολίτες. Είναι προφανές ότι ζει με αυταπάτες και μονάχα σε αυτή του τη διαδρομή θα γνωρίσει τον πραγματικό κόσμο. Μία πορεία "ενηλικίωσης" ενός βουτυρομπεμπέ. Ευαίσθητος, ίσως αφελής, έχει ξεπεράσει τα 30 και ζει με την μητέρα του. Τη φροντίζει, θέλει να της δώσει το κάτι παραπάνω μα δεν έχει την οικονομική δυνατότητα, "σου αξίζει ένα καλύτερο σπίτι". Εργατικός, φιλικός με τα άτομα του περιβάλλοντός του, πιστός στη σημαία των Ηνωμένων Πολιτειών για την οποία είναι έτοιμος να θυσιαστεί ανά πάσα στιγμή. Αυτό είναι το πορτρέτο του Τζούελ.

Το FBI "χάνει" την υπόθεση. Για να κερδίσει χρόνο αναγκάζεται να κατασκευάσει έναν ύποπτο, ένα (εξιλαστήριο) θύμα. Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (Κάθι Στραγκς, η εξαιρετική Ολίβια Γουάιλντ) παίζουν το παιχνίδι του κι η ζωή μίας οικογένειας στιγματίζεται και βαθμιαία καταστρέφεται. "Αυτούς που οι κυβερνήσεις θεωρούν ενόχους, είναι αθώοι".  Όσα θα ακολουθήσουν ισοδυναμούν με παραβίαση κάθε ιδιωτικότητας και γαλήνης. Ένα όνειρο εξελίσσεται στον απόλυτο εφιάλτη. Η εξουσία είναι μία δύναμη που κάνει τον άνθρωπο τέρας. Για καλή τύχη του "Ραντάρ" στον δρόμο του θα βρεθεί ο δικηγόρος, μα πάνω απ’ όλα αληθινός φίλος, Γουότσον Μπράιαντ. Ο φύλακας άγγελός του. Μαζί θα παλέψουν ώστε να ξεσκεπάσουν τη σκευωρία που έχει στηθεί.

Πηγαίνει το μυαλό σας συνειρμικά κάπου; Πιθανώς στην ταλαίπωρη πατρίδα μας και τα γεγονότα των τελευταίων μηνών. Δεν πάει πολύ καιρός άλλωστε από την ημέρα που ανεξάρτητα μέσα του εξωτερικού μας έφεραν μεταξύ των δύο πρώτων παγκοσμίως στη διασπορά ψευδών ειδήσεων. Να μη το βαρύνουμε και πάμε στη διαφθορά, στις εξυπηρετήσεις, στην σπατάλη ελαφρά την καρδία της δημόσιας περιουσίας. Αρκεί μία αναφορά στη ψευδαίσθηση κανονικότητας και την ασυδοσία της καταστολής. Και για να συγκαλυφθούν όλα αυτά: Σε πρώτο πλάνο το "ποδόσφαιρο" για αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης με μπαράζ ανακοινώσεων αντιμαχόμενων πλευρών.

Είναι αρκετές φορές που μνεία γίνεται σε Οσκαρικές υποψηφιότητες. Εδώ έχουμε για τον β' γυναικείο ρόλο την τρομερή Κάθι Μπέιτς, σαν το παλιό κρασί. Υπάρχουν όμως και δύο αξιόλογες ερμηνείες από το δίδυμο των πρωταγωνιστών. Τόσο ο αντιστάρ Πολ Γουόλτερ Χάουζερ (I, Tonya and BlacKkKlansman) στον ρόλο του Ρίτσαρντ Τζούελ (α΄ανδρικός), όσο κι ο Σαμ Ρόκγουελ (β΄ανδρικός) που μετά τις "Τρεις Πινακίδες έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι", αλλά και το "Vice" επιστρέφει δυναμικά τόσο στην Μπαλάντα του Κλιντ Ίστγουντ, όσο και στο Jojo του Τάικα Γουαϊτίτι.

Όσο παραμένεις παθητικός σε αυτές τις περιπτώσεις ενισχύεις τις υποψίες της κοινής γνώμης κι αποδυναμώνεις τη θέση σου. Πρέπει να παλέψεις για την αξιοπρέπειά σου απέναντι στην κατάχρηση της εξουσίας και τη διασπορά αμφισβητούμενων πληροφοριών που προκύπτουν από διαρροές αξιοματούχων. Για να φτάσεις όμως σε αυτό το σημείο πρέπει να θυμώσεις, να αναθεωρήσεις την κοσμοθεωρία σου, να πειστείς για την υποκρισία του συστήματος και να αποφασίσεις να επαναστατήσεις σε προσωπικό επίπεδο.