Κάθε φορά που μιλάει ο Roberto Vannacci*, η δημόσια συζήτηση παίρνει φωτιά. Συμβαίνει όταν αρνείται την ύπαρξη των γυναικοκτονιών, όταν επιτίθεται στα δικαιώματα των μειονοτήτων, όταν μετατρέπει τις διαφορές και τις ευαλωτότητες σε εχθρικούς στόχους. Εξοργιζόμαστε, συζητάμε, απαντάμε. Μετά περιμένουμε την επόμενη πρόκληση. Πολύ πιθανόν κοιτάμε από τη λάθος πλευρά. Το πιο σημαντικό ερώτημα δεν είναι τι πιστεύει ο Vannacci. Οι ιδέες του είναι γνωστές και, από πολλές απόψεις, συνάδουν με μια συγκεκριμένη κουλτούρα που διαπερνά τη σύγχρονη δεξιά. Το ερώτημα που πραγματικά πρέπει να θέσουμε είναι άλλο: γιατί αυτά τα λόγια βρίσκουν απήχηση; Γιατί καταλαμβάνουν τόσο πολύ χώρο; Γιατί καταφέρνουν να εκμεταλλεύονται την διάχυτη οργή;
Για να προσπαθήσουμε να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, ίσως είναι χρήσιμο να επιστρέψουμε σε μια κατηγορία που επεξεργάστηκε ο Αντόνιο Γκράμσι: την «παθητική επανάσταση». Με αυτή την έκφραση, ο Γκράμσι περιέγραψε εκείνες τις ιστορικές διαδικασίες στις οποίες οι άρχουσες τάξεις, αντί να κατακλύζονται από τη λαϊκή δυσαρέσκεια, καταφέρνουν να την απορροφούν, να την εκτρέπουν και να τη μετατρέπουν σε εργαλείο αυτοσυντήρησης. Αποδέχονται ένα μέρος των αιτημάτων που αναδύονται από την κοινωνία, αλλά το κάνουν με τρόπο που αφήνει άθικτες τις υπάρχουσες σχέσεις εξουσίας. Αν εξετάσουμε μεγάλο μέρος της ρητορικής που διαπερνά τη σύγχρονη δεξιά, ο μηχανισμός φαίνεται εκπληκτικά επίκαιρος.
Υπάρχει μια πραγματική κοινωνική οργή. Υπάρχει η επισφάλεια. Υπάρχει η δυσκολία να τα βγάλουμε πέρα μέχρι το τέλος του μήνα. Υπάρχει η σταδιακή φτωχοποίηση ευρύτερων τμημάτων του πληθυσμού. Υπάρχει η αίσθηση ενός αβέβαιου μέλλοντος για τα παιδιά μας. Υπάρχει η αίσθηση ότι η πολιτική δεν είναι πλέον σε θέση να επηρεάσει τις σημαντικές οικονομικές διαδικασίες. Όλα αυτά είναι πραγματικά.
Αλλά αντί να αναρωτιόμαστε για τις δομικές αιτίες της δυσφορίας – την αυξανόμενη ανισότητα, τη συγκέντρωση του πλούτου, την εργασιακή επισφάλεια, την αποδυνάμωση των δημόσιων υπηρεσιών – ο δημόσιος λόγος μετατοπίζεται συνεχώς αλλού. Τα προβλήματα γίνονται οι μετανάστες, τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, ο φεμινισμός, η «πολιτική ορθότητα», ο αντιφασισμός, τα πολιτικά δικαιώματα…
Η δυσφορία είναι αναμφισβήτητη, όμως, διοχετεύεται αλλού.
Η οργή είναι υπαρκτή, αλλά χάνει τον πραγματικό της στόχο. Εδώ είναι που πρόσωπα όπως ο Vannacci διαδραματίζουν έναν σημαντικό πολιτικό ρόλο: συμβάλλουν στη μετατροπή αυτού του πόνου σε έναν διαρκή πολιτισμικό πόλεμο. Έναν πόλεμο που αναμοχλεύει έντονα συναισθήματα και κατασκευάζει αντιμαχόμενες ταυτότητες, χωρίς ποτέ να θέτει πραγματικά υπό αμφισβήτηση τις οικονομικές ισορροπίες που τροφοδοτούν την ίδια αυτή ταλαιπωρία. Γι’ αυτό θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε τον Vannacci ένα απλό φολκλορίστικο φαινόμενο. Το πρόβλημα δεν είναι η λεκτική υπερβολή. Το πρόβλημα είναι αυτό που καταφέρνει να κρύψει αυτή η υπερβολή.
Αυτός ο μηχανισμός σήμερα βρίσκει έναν τρομερό σύμμαχο στην αρχιτεκτονική των μέσων ενημέρωσης και των κοινωνικών αλγορίθμων. Οι ψηφιακές πλατφόρμες δεν είναι ουδέτεροι χώροι: έχουν κατασκευαστεί για να μεγιστοποιούν τον χρόνο που περνάμε εκεί και γνωρίζουν ότι τίποτα δεν μας κρατάει δέσμιους περισσότερο από τον θυμό.
Η πρόκληση δεν είναι απλώς μια πολιτική στρατηγική, είναι ένα επιχειρηματικό μοντέλο: όσοι εξοργίζονται σχολιάζουν, μοιράζονται και απαντούν. Όσοι σχολιάζουν δημιουργούν επισκεψιμότητα. Όσοι δημιουργούν επισκεψιμότητα παράγουν διαφήμιση. Όσοι παράγουν διαφήμιση αποφέρουν κέρδος. Για τις πλατφόρμες, όχι για εμάς. Είμαστε παγιδευμένοι σε ένα οικοσύστημα πληροφοριών που εξαργυρώνει την οργή μας, μετατρέποντας τη δημόσια συζήτηση σε ένα συνεχές θέαμα όπου όποιος φωνάζει πιο δυνατά κερδίζει την προσοχή της ημέρας.
Έχουμε την τάση να αντιδρούμε στις προκλήσεις καταγγέλλοντας τον ρατσιστικό, σεξιστικό ή ομοφοβικό τους χαρακτήρα -συχνά και δικαίως- αλλά παραμένουμε δέσμιοι του ίδιου πεδίου δράσης. Έτσι, η δεξιά υπαγορεύει την ατζέντα. Συζητάμε για την πρόκληση της ημέρας. Ακολουθούμε την αντιπαράθεση. Διαψεύδουμε. Αγανακτούμε. Και στο μεταξύ, εξαφανίζονται από τη συζήτηση τα θεμελιώδη ερωτήματα: γιατί τόσοι πολλοί άνθρωποι αισθάνονται εγκαταλελειμμένοι; Γιατί η εργασία δεν εγγυάται πλέον ασφάλεια; Γιατί η υγεία και η δημόσια εκπαίδευση γίνονται ολοένα και πιο ευάλωτες; Με άλλα λόγια, καταπολεμούμε τα συμπτώματα χωρίς να αντιμετωπίζουμε την ασθένεια.
Φυσικά, θα ήταν ένα αντίθετο λάθος να περιορίσουμε τα πάντα στην οικονομία. Οι άνθρωποι δεν ζουν μόνο ως εργαζόμενοι. Ζουν επίσης μέσα από σχέσεις, ταυτότητες, αναγνώριση, επιθυμίες, φόβους. Τα πολιτικά δικαιώματα δεν αποτελούν απόσπαση της προσοχής από τα κοινωνικά δικαιώματα. Αποτελούν μέρος της ίδιας της ιδέας της δημοκρατίας. Μια κοινωνία που κάνει διακρίσεις εις βάρος των μειονοτήτων είναι συχνά και μια κοινωνία που αποδέχεται πιο εύκολα την ανισότητα. Μια κοινωνία που συνηθίζει στην περιφρόνηση των άλλων καταλήγει επίσης να αποδυναμώνει την αλληλεγγύη που είναι απαραίτητη για την υπεράσπιση των κοινών αγαθών. Για το λόγο αυτό, η πρόκληση δεν συνίσταται στην επιλογή μεταξύ κοινωνικών δικαιωμάτων και πολιτικών δικαιωμάτων, αλλά στην ανασυγκρότηση του δεσμού μεταξύ των δύο διαστάσεων.
Οι δημοκρατίες αποδυναμώνονται όταν αυξάνονται ταυτόχρονα η υλική ανασφάλεια και ο συμβολικός αποκλεισμός. Όταν οι άνθρωποι βρίσκονται σε χειρότερη θέση και, ταυτόχρονα, συνηθίζουν να θεωρούν κάποιους ως ανθρώπινα όντα λιγότερο άξια από άλλα.
Ο κοινωνικός κατακερματισμός προκαλεί βαθιά μοναξιά. Και όταν οι άνθρωποι μένουν μόνοι τους μπροστά στην αβεβαιότητα, η εχθρότητα γίνεται το μόνο διαθέσιμο καταφύγιο για την ταυτότητά τους.
Το πραγματικό πολιτικό και εκπαιδευτικό στοίχημα δεν είναι απλώς να αποδομήσουμε την κόντρα της ημέρας, αλλά να «ξαναδομήσουμε» ένα αυθεντικό και αλληλέγγυο «εμείς», ικανό να θεραπεύσει την απομόνωση πριν μετατραπεί σε εχθροπάθεια.
Για να αντιμετωπίσουμε αυτή την παρακμή, δεν αρκεί να εξοργιζόμαστε. Πρέπει να δώσουμε ένα όνομα σε αυτό που απωθείται συστηματικά. Πρέπει να ξαναδομήσουμε τη σύνδεση μεταξύ των ατομικών δεινών και των συλλογικών αιτίων τους. Πρέπει να σταματήσουμε να καταπίνουμε το δόλωμα των μέσων ενημέρωσης και να επιβάλουμε, επιτέλους, τα δικά μας ερωτήματα.
Στην ουσία, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι τι πιστεύει ο Vannacci. Είναι το γιατί, ενώ αντιμετωπίζουμε μια κρίση που παράγει ανισότητα και μοναξιά, συνεχίζουμε να συζητάμε για τους αποδιοπομπαίους τράγους και όχι για τους μηχανισμούς που παράγουν αυτήν την κρίση. Επείγει να απασχολήσουμε τη δημόσια συζήτηση με τις δικές μας προτεραιότητες και να μην ακολουθούμε τις προκλήσεις της στιγμής. Χωρίς ποτέ να αντιμετωπίζουμε τη ρίζα του προβλήματος.
* Roberto Vannacci, στρατηγός των ειδικών δυνάμεων, εκλεγμένος ευρωβουλευτής με το κόμμα Λέγκα Νορντ. Πρόσφατα ίδρυσε το ακροδεξιό κόμμα Futuro Nazionale, τέσσερις μήνες αφότου αποχώρησε από το κόμμα της Λέγκας του Ματέο Σαλβίνι. Από τις δημοσκοπήσεις καταγράφεται σταθερή ανοδική πορεία, με το ποσοστό να φτάνει το 5% στην πρόθεση ψήφου. Η φασιστικοποίηση της δεξιάς μέσα από τις προτάσεις του «σκληροπυρηνικού στρατιώτη»: η «Ιταλία ανήκει στους Ιταλούς», έξω οι μετανάστες με κάθε μέσο και τρόπο, απελάσεις για να μειωθεί ο αριθμός των μεταναστών που ζουν στη χώρα («Αυτοί οι ξένοι υπονομεύουν το κράτος πρόνοιας που οι Ιταλοί έχουν χτίσει με τη δική τους εργασία»), συμφωνεί σε αυτό με τον νόμο που επιχειρούν να προωθήσουν οι νεοφασίστες της Casapound («αν το πιάτο με ζυμαρικά στο εστιατόριο είναι καλό, αυτό δεν εξαρτάται από τον σερβιτόρο που το φέρνει»), τάξη και σεξουαλική καθαρότητα στην κοινωνία (οι ομοφυλόφιλοι δεν είναι «κανονικοί», ωστόσο, έχουν πλήρη δικαιώματα, αφού πάνε σχολείο, παίρνουν δίπλωμα οδήγησης, μπορούν να πάνε στο νοσοκομείο, αν χρειαστεί, κ.λπ), ίδρυση ενός υπουργείου για την επικύρωση της αφομοίωσης των ξένων στον ιταλικό πολιτισμό, η γυναικοκτονία δεν μπορεί να συνιστά διακεκριμένη υπόθεση ανθρωποκτονίας … Με την εμφάνιση του κόμματός του άνοιξε η διαμάχη για την «αυθεντική δεξιά», αφού η Μελόνι στο Κοινοβούλιο κατηγόρησε τους οπαδούς του Vannacci ότι αποτελούν «δεκανίκι του κεντροαριστερού συνασπισμού»…


