in

«Όσο αυξάνονται οι τιμές γης και κατοικίας, τόσο αυξάνεται η επιθετικότητα των εκμισθωτών»

Παρέμβαση του μέλους της Ένωσης Ενοικιαστριών Θεσσαλονίκης Νίκου Βράντση στη συζήτηση με τίτλο: «Στεγαστική κρίση. Η εναλλακτική της κοινωνικής και συνεργατικής κατοικίας» (Θεσσαλονίκη, 20/5/2026).

Είμαστε σήμερα εδώ ως Ένωση Ενοικιαστριών Θεσσαλονίκης, το πρώτο σωματείο βάσης ενοικιαστριών στην Ελλάδα. Το σωματείο δημιουργήθηκε επίσημα στις αρχές του 2025, με μια διπλή στόχευση.  Από τη μία, θέλει να παρεμβαίνει στη δημόσια συζήτηση και να αμφισβητεί το κυρίαρχο αφήγημα της ΠΟΜΙΔΑ, της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ιδιοκτητών Ακινήτων, που εδώ και χρόνια αποτελεί προνομιακό συνομιλητή κάθε κυβέρνησης: ότι οι εκμισθωτές είναι η αδύναμη πλευρά, ότι η αγορά αυτορυθμίζεται, ότι οι ενοικιαστές είναι «στρατηγικοί κακοπληρωτές». Από την άλλη, προσπαθεί να δίνει καθημερινές, πρακτικές απαντήσεις στα προβλήματα των ενοικιαστριών και των ενοικιαστών, μέσα στις πραγματικές αντιπαραθέσεις τους με τους εκμισθωτές καθημερινά.

Όσο αυξάνονται οι τιμές γης και κατοικίας, τόσο αυξάνονται όχι μόνο τα ενοίκια αλλά και η επιθετικότητα των εκμισθωτών απέναντι στις ενοικιάστριες. Αυξάνονται οι πιέσεις και οι εκβιασμοί στο τέλος της μίσθωσης, οι καταχρηστικοί όροι στα συμβόλαια,  οι απειλές έξωσης, η αδιαφορία για επισκευές. Την ίδια στιγμή, προωθούνται νόμοι για γρήγορες εξώσεις, με πραγματικό στόχο να γίνουν τα μισθωτήρια ακόμη πιο ελαστικά προς όφελος των εκμισθωτών, ώστε να μπορούν να απαιτούν αυξήσεις όποτε ανεβαίνουν συνολικά οι τιμές και, αν οι ενοικιάστριες δεν τις αποδεχτούν, να χρησιμοποιούν την απειλή της άμεσης έξωσης ως μέσο εκβιασμού.

Oι τιμές ανεβαίνουν, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε όλες τις πόλεις της Ευρώπης και του κόσμου. Αυτό εξηγεί γιατί, κυρίως από το 2017 και μετά, δημιουργούνται σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες σωματεία βάσης ενοικιαστριών, τα οποία παίρνουν τη σκυτάλη από τις οργανώσεις για το ιδιωτικό χρέος, καθώς το κοινωνικό ζήτημα μετατοπίζεται από το χρέος στο ενοίκιο (χωρίς η σημασία του πρώτου να έχει υποχωρήσεις). Το σωματείο ενοικιαστριών Θεσσαλονίκης εντάσσεται σε αυτό το νέο κύμα σωματείων βάσης.

Γιατί στη Θεσσαλονίκη; Νομίζω ότι εδώ έπαιξαν σημαντικό ρόλο τρία πράγματα. Πρώτον, η τεράστια απόκλιση ανάμεσα στους μισθούς και στις τιμές των ενοικίων. Μπορεί στην Αθήνα τα ενοίκια να είναι υψηλότερα σε απόλυτους αριθμούς, όμως στη Θεσσαλονίκη η ψαλίδα ανάμεσα στους χαμηλούς και παγωμένους μισθούς και στη διαρκή αύξηση των ενοικίων είναι ακόμη πιο ασφυκτική. Τα ενοίκια συνεχίζουν να αυξάνονται, κατά μέσο όρο, γύρω στο 7% ετησίως, ενώ οι μισθοί παραμένουν καθηλωμένοι.

Δεύτερον, σημαντικό ρόλο έπαιξε και η μεγαλύτερη απόσταση της Θεσσαλονίκης από το άμεσο βλέμμα της κεντρικής εξουσίας. Αυτή η απόσταση δεν αφορά μόνο τη γραφειοκρατία ή τους θεσμούς. Επηρεάζει και τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να κινηθεί ένα σωματείο, το βαθμό ελευθερίας του, τις μορφές παρέμβασης που μπορεί να δοκιμάσει, τις σχέσεις που μπορεί να χτίσει με τους ανθρώπους της πόλης.

Και τρίτον, υπήρξε η συγκυρία της συνάντησης ανθρώπων με διαφορετικές οργανωτικές εμπειρίες και πρακτικές, που κουβαλούσαν εμπειρίες από κοινωνικούς αγώνες, από συλλογικές διαδικασίες, αλλά και από την κληρονομιά του συνδικαλισμού, μια μορφή σωματειακής οργάνωσης αρκετά περιθωριοποιημένη μέχρι πρόσφατα στην Ελλάδα, η οποία όμως σταδιακά βρίσκει τον χώρο της.

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε μέχρι στιγμής είναι αρκετές, με σημαντικότερη την απουσία πίστης στην συλλογική οργάνωση, που οδηγεί είτε σε ατομικές στρατηγικές, είτε στο καταφύγιο της οικογένειας, είτε στην μικρή σεκταριστική ομάδα.

Αυτό οφείλεται στη κακή κληρονομιά που έχουν αφήσει τα εργατικά σωματεία στη χώρα, την τάση τους να λειτουργούν συχνά ως παραρτήματα θεσμών ή πολιτικών χώρων, αντί ως σωματεία για όλους τους εργαζόμενους. Υπάρχει η απουσία μιας ζωντανής συνδικαλιστικής παράδοσης, που να αντιλαμβάνεται το σωματείο ως χώρο οργάνωσης όλων όσων μοιράζονται μια κοινή εμπειρία κυριαρχίας και καταπίεσης (στην περίπτωσή μας, όλων των ενοικιαστριών και ενοικιαστών, από την απειλή της έξωσης, την αυθαιρεσία του εκμισθωτή, την αδυναμία να σχεδιάσουμε τη ζωή μας όταν η κατοικία γίνεται διαρκώς πιο επισφαλής).

Υπάρχει, επιπλέον, μια μεγάλη απουσία κινηματικών διεκδικήσεων γύρω από τη στέγαση. Λέμε συχνά ότι στην Ελλάδα υπάρχει μια θεσμική αμνησία, αλλά κυρίως υπάρχει μια κινηματική αμνησία γύρω από το ζήτημα της στέγασης και συγκεκριμένα του ενοικίου. Το ενοίκιο εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται ως μια περιστασιακή κατάσταση, παρότι για την πλειοψηφία του κόσμου και ιδιαίτερα για τις νεότερες γενιές η ιδιοκατοίκηση δεν αποτελεί πλέον ρεαλιστική προοπτική. Όμως χωρίς οργανωμένο κίνημα, ακόμη και οι καλύτερες προτάσεις μένουν περιορισμένες.

Αυτή η αποσύνθεση έχει πείσει τον κόσμο ότι, ακόμη και μέσα σε συνθήκες γενικευμένης επισφάλειας, η μόνη διαθέσιμη λύση είναι η ατομική στρατηγική, η οικογένεια, η γνωριμία, η προσωπική διαπραγμάτευση. Αυτή η αποσύνθεση δεν αφορά μόνο τη στέγαση, διατρέχει την εργασία, τα σωματεία, την έρευνα, τις συλλογικότητες, σχεδόν κάθε χώρο κοινωνικής ζωής.

Ο κυβερνητικός σχηματισμός γνωρίζει καλά τον βαθμό και το βάθος αυτής της κοινωνικής αδυναμίας να συγκροτηθούν συλλογικές διεκδικήσεις, και κυβερνά παραδειγματικά,  δηλαδή μέσα από παραδείγματα. Κυβερνά με αυτόν τον τρόπο τους δήμους, αλλά και τα άτομα. Ξεχωρίζει τις πιο πρόθυμες διοικήσεις ή τα πιο υποστηρικτικά άτομα, και τους δίνει πρόσβαση σε πόρους, σε προγράμματα και υλικά αγαθά τόσο κρίσιμα όσο η κατοικία. Μέσα από αυτές τις επιλεκτικές ανταμοιβές στέλνει ένα μήνυμα ότι ο μόνος τρόπος να ξεφύγουν από την επισφάλεια είναι να συνάψουν μια σχέση εξάρτησης με την εξουσία, αντί να διεκδικούν συλλογικά.

Το στοίχημα για εμάς είναι να κινηθούμε αντίστροφα, να ξαναφτιάξουμε δεσμούς εκεί όπου κυριαρχεί η απομόνωση, να μετατρέψουμε την ατομική αγωνία σε συλλογική δύναμη.

Ο κόσμος που εκτοπίζεται φτάνει στις συναντήσεις που κάνουμε κάθε Δευτέρα, διστακτικά αλλά σταθερά.  Άνθρωποι που δεν γνωρίζουν το θεσμικό πλαίσιο, πολλές φορές ούτε καν τη γλώσσα, που αγνοούν ακόμη και τα ελάχιστα δικαιώματα που τους αναγνωρίζει ο νόμος και, κυρίως, που δεν πιστεύουν ακόμη ότι υπάρχει μια συλλογική δύναμη ικανή να σταθεί δίπλα τους.  Πίσω από κάθε «ατομικό πρόβλημα», μια έξωση, μια αύξηση ενοικίου, μια απειλή, μια αυθαιρεσία του εκμισθωτή, κρύβεται μια κοινή εμπειρία επισφάλειας, φόβου και οργής.  Το σωματείο προσπαθεί να πάρει αυτό που μέχρι τώρα βιωνόταν σιωπηλά, και να το μετατρέψει σε συλλογική εμπειρία και οργανωμένη δύναμη.

Σε αυτό το σωματείο, λοιπόν, προσπαθούμε να ανοίξουμε έναν στρατηγικό ορίζοντα γύρω από δύο βασικά αιτήματα. Αφενός τον έλεγχο των τιμών των ενοικίων και αφετέρου την κοινωνικοποίηση ενός σημαντικού μέρους του κτιριακού αποθέματος.  Αλλά υπάρχουν και μια σειρά αιτημάτων για κάθε σημαντικό ζήτημα.

Για παράδειγμα το ζήτημα των κενών ακινήτων, υποστηρίζουμε ότι χρειάζεται μια διπλή πολιτική, που θα ωφελεί τόσο τις ενοικιάστριες και τους ενοικιαστές όσο και τους φτωχοποιημένους ιδιοκτήτες.  Από τη μία, απαιτείται η ύπαρξη ενός φορέα που θα αναλαμβάνει την επίλυση ιδιοκτησιακών και τεχνικών προβλημάτων, την ανακαίνιση των ακινήτων και τη διαχείρισή τους για ένα εύλογο χρονικό διάστημα. Τα ακίνητα αυτά θα πρέπει στη συνέχεια να διατίθενται με χαμηλό κοινωνικό ενοίκιο, το οποίο δεν θα υπερβαίνει το 30% του εισοδήματος του χαμηλότερου εισοδηματικά τεταρτημορίου. Από την άλλη, όταν οι ιδιοκτήτες επιλέγουν να διατηρούν τα ακίνητά τους κενά για κερδοσκοπικούς λόγους, ακόμη και αφού τους έχει δοθεί ένα τέτοιο κίνητρο, πρέπει να υπάρχει φορολόγηση της κενότητας.

Θέλουμε να δείξουμε ότι γύρω από αυτά τα αιτήματα μπορεί να συγκροτηθεί μια κοινωνική δύναμη ικανή να πιέσει τους θεσμούς να πάρουν αποφάσεις προς όφελός μας.  Η Ένωση Ενοικιαστριών Θεσσαλονίκης αφορά όλες και όλους μας, όχι μόνο στους ενοικιαστές και τις ενοικιάστριες, αλλά και στους εν δυνάμει ενοικιαστές (τους ανθρώπους που παρότι η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει ως ιδιοκατοίκους, ενώ ζουν σε συνθήκες αόρατης αστεγίας, στα γενέθλια δωμάτιά  τους, σε βίαια σπίτια, γιατί δεν μπορούν να βρουν σπίτι που να νοικιάζεται σε τιμές προσιτές), καθώς και στους ιδιοκατοίκους που αντιμετωπίζουν το υψηλό κόστος διαβίωσης.

Απευθυνόμαστε σε όσους θεωρούν ότι «ο δικός τους εκμισθωτής είναι καλός» ή ότι «το δικό τους σπίτι είναι σε καλή κατάσταση». Οργανωνόμαστε μαζί, είτε αντιμετωπίζουμε ήδη πρόβλημα είτε όχι, ώστε συλλογικά να μπορούμε να διεκδικήσουμε κάτι καλύτερο. Μέσα από την ίδια την οργανωτική μας πρακτική, προσπαθούμε να χτίζουμε συλλογική ισχύ με αυτονομία από τους θεσμούς.

Φόρμα εγγραφής στην ένωση ενοικιαστριών εδώ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Μεταπτυχιακοί/ες φοιτητές/τριες της Ιατρικής στο πλευρό των διωκόμενων καθηγητών του ΑΠΘ

Το Κοινωνικό Ιατρείο Αλληλεγγύης μαζί με πλήθος συλλογικοτήτων και φορέων δηλώνει ότι η υπεράσπιση των Προσφυγικών είναι υπόθεση όλων μας