Η παράσταση της Εταιρείας Θεάτρου «Τροχιές» με τον λυρικά εύηχο και γήινα μεταφυσικό τίτλο «Τα σπίτια αλλάζουν θέση τη νύχτα», η οποία παρουσιάζεται αυτές τις μέρες (με απανωτά sold-out) στο θέατρο «Αμαλία» της Θεσσαλονίκης, είναι χωρίς ίχνος υπερβολής μια από τις πιο συγκινητικές και τρυφερά δοσμένες ιστορίες που έχω απολαύσει στο σανίδι εδώ και πολύ καιρό.
Το έργο, με το κείμενο, τη σκηνοθεσία και τις ερμηνείες να λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία, πραγματεύεται, με τρόπο οιονεί ντοκιμαντερίστικο αλλά απόλυτα εναρμονισμένο στις σκηνικές, εκφραστικές, κινησιολογικές κ.λπ. ιδιομορφίες της θεατρικής τέχνης, την αρχή και το τέλος μιας ομάδας. Αντικείμενο δράσης του γκρουπ (καταστατικός σκοπός του σωματείου, όπως θα επέτασσε το ψυχρά υπολογιστικό discourse της νομικής γλώσσας) είναι η καθημερινή, νυχθημερόν ενασχόληση και οι ευφάνταστες, ομόφωνα συμφωνημένες προσπάθειες επίλυσης (άμβλυνσης, για να μην έχουμε ανεδαφικές αυταπάτες σε συνθήκες χρηματιστικοποιημένου, νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού) ενός από τα πιο καίρια κοινωνικά προβλήματα στην εποχή των πολλαπλών κρίσεων: την έλλειψη αξιοπρεπούς και προσιτής στέγης προς ενοικίαση από την κοινωνική πλειοψηφία, ιδίως τις νέες και τους νέους.
Πάνω στη σκηνή συντονίζονται (συχνά-πυκνά συγκρουόμενες μεταξύ τους) η ρομαντική μαγεία των ιδεών και η «σκληρά» υλική πραγματικότητα. Τον καιρό του μέλιτος, η ομάδα καταφέρνει με άοκνο μεράκι και αξιοθαύμαστη συστηματικότητα να συνδυάσει αρμονικά την πολιτική χροιά των δημόσιων χειρονομιών-παρεμβάσεων, την -ορθολογική και συναισθηματική, εφικτή και οραματική- αποτελεσματική υπέρβαση των εμποδίων-τειχών της δυσμενούς συγκυρίας και την ειλικρινή διαπροσωπική επικοινωνία (μέσα από διά ζώσης επαφές και τηλεφωνικές συνομιλίες με ιδιοκτήτες/τριες και ενοικιαστές/τριες). Τα παιδιά της διπλανής πόρτας-πρωταγωνιστές της ιστορίας λειτουργούν έμπρακτα ως διαμεσολαβητές εύρεσης προσιτής στέγης και εξοικειώνονται χειρωνακτικά με τις ιδιότητες του μπετό, τη συναρμολόγηση πλακακιών, την εκτέλεση μερεμετιών, ρίχνονται με τα μούτρα στη βιοπάλη της ανακαίνισης εγκαταλελειμμένων σπιτιών, προκειμένου αυτά στη συνέχεια να διατεθούν σε νορμάλ επίπεδα για μακροχρόνια μίσθωση.
Στα πάνω και στα κάτω της, η ομάδα που γεννιέται, αναπτύσσεται, φθείρεται και διαλύεται μέσα σε 80 λεπτά μπροστά στα βουρκωμένα μάτια μας, έχει ως αδιαπραγμάτευτο όρο και συγκολλητική ουσία αυτή την παθιασμένη αφοσίωση στο μαζί, τον παλλόμενο διάλογο, τη συνύπαρξη και συμπόρευση μέσα από τις υπαρκτές πλην τίμιες διαφορές μας, τον κοινό, χωρίς φανφάρες, στόχο της εδώ και τώρα διεκδίκησης μιας χαραμάδας αέρα, μιας ρωγμής δυνατοτήτων μες στο ασφυκτικό, τριπλοκλειδωμένο με κλειδαριές ασφαλείες, κλουβί του There Is No Alternative.
Το από εκεί και πέρα, το ως εδώ και μη παρέκει, το παραπονιάρικο γιατί διαλύθηκε αυτή η ομάδα, οι διαρκείς πειραματισμοί απαντήσεων και η απουσία μιας μονοδιάστατης εξήγησης, είναι που κάνουν την εν λόγω παράσταση τόσο ξεχωριστή. Χωρίς υποψία διδακτισμού, δίχως το παραμικρό κούνημα του δαχτύλου, μας προβληματίζει βαθιά για τα ατελώς εφαρμόσιμα, εν μέρει πραγματοποιημένα what ifs στη μακρά και υπό συνεχή διεκδίκηση, στην τόσο γοητευτική και στενάχωρη περιπέτεια της ανθρώπινης χειραφέτησης. Μάλιστα, πετυχαίνει κάτι μεγαλύτερο από τον προβληματισμό και τον αναστοχασμό επί του πρακτέου, θέτει εν αμφιβόλω τις (προ)κατασκευασμένες βεβαιότητές μας, τις τσιμεντωμένες πεποιθήσεις μας περί των συνεργατικών εγχειρημάτων, είτε πρόκειται για υπεραισιόδοξες υποσχέσεις μιας παραδείσιας αταξικής κοινωνίας είτε για -βουτηγμένες στη ματαιότητα- αντιλήψεις ότι «αυτός ο κόσμος δεν θ’ αλλάξει Κεμάλ». Ακόμα περισσότερο, επιθυμεί και καταφέρνει να μετατοπίσει το πεδίο στο οποίο κυλάει η ζωή μας, από το «πάλι καλά να λες που…» στο «έχουμε ο ένας τον άλλο και όλα τα μπορούμε».
Η διάλυση μιας ομάδας, ασφαλώς, έχει εξωτερικές και εσωτερικές αιτίες. Κάθε συλλογικότητα, η οποία διαμορφώνεται «από τα κάτω» και αφιερώνει κάθε ικμάδα δύναμης σε μια μικρή, αλλά διόλου αμελητέα βελτίωση της θέσης των πολλών έρχεται αναπόδραστα αντιμέτωπη με το παγόβουνο «it’s capitalism, stupid». Εν προκειμένω, ο καπιταλισμός δεν εκλαμβάνεται ως ένα απλοϊκό, κακοχωνεμένα μαρξιστικό δίπολο «κεφαλαιοκράτες-προλετάριοι», ή σε λαϊκιστικά συμφραζόμενα, «ελίτ-λαός», αλλά ως μια πιο σύνθετη, άρα και πιο ύπουλη αντίθεση, από τη μια των ολιγαρχών και (μικρο)μεσαίων χρηματικά επωφελούμενων από την εκμετάλλευση του real estate και, από την άλλη όσων ελπίζουμε σε μια πιο αλληλέγγυα θεώρηση της κοινής μας ζωής στη γειτονιά, τη σχολή, την εργασία, τη χώρα, τον πλανήτη.
Όσο ισχυρές, όμως, κι αν είναι οι «από τα πάνω» δυνάμεις της κυρίαρχης «κανονικότητας», το σαράκι της φθοράς και η ληξιαρχική πράξη θανάτου ενδημεί στο εσωτερικό της ομάδας, και δεν υπάρχει τίποτε το προδοτικό, το συνωμοσιολογικό, το δαιμονικό σε αυτή τη συνθήκη του τέλους. Η απειρία και οι αυταπάτες των καλών προθέσεων, μια τρίχα που ‘γινε τριχιά, ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, η καθημερινή τριβή, η κούραση, η κλεψύδρα του χρόνου που αδειάζει, η ανάγκη να βγει ο μήνας, and that’s enough.
Μια βασική διαιρετική τομή στη μακρά ιστορία των αυτοοργανωμένων κοινωνικοπολιτικών κινημάτων είναι η πρόταξη του ριζοσπαστικού ή του ρεφορμιστικού χαρακτήρα, χονδρικά αν επιθυμούν να ανατρέψουν ή να «εξανθρωπίσουν» τον καπιταλισμό, του οποίου -κατά την περίφημη φράση του Fredric Jameson που μας έφτασε διαμεσολαβημένη από τον Slavoj Zizek, δεν μπορούμε να φανταστούμε το τέλος, τη στιγμή που φανταζόμαστε το τέλος του κόσμου.
Πάντως, η ζωηρή έκφραση μιας διαφωνίας, των διακριτών αποχρώσεων στη δικαιολόγηση ενός «ναι» ή ενός «όχι» (εν προκειμένω, αν θα παραμείνουμε αυτοοργανωμένη κολεκτίβα με τις δικές μας, πενιχρές δυνάμεις ή αν θα γίνουμε freelancers-υπάλληλοι μιας ΜΚΟ με ευρύτερο target group) είναι, ταυτόχρονα, διαλυτική και λυτρωτική. Η εν λόγω ομάδα μπορεί να έκλεισε τον κύκλο της, αλλά τουλάχιστον καθ’ όλη τη διάρκεια της υπερήφανης διαδρομής της ποτέ δεν έκρυψε τα προβλήματα κάτω από το χαλί, δεν διασπάστηκε από τις προσωπικές ατζέντες, δεν αυτολογοκρίθηκε ούτε βουβάθηκε από την echo chamber των παράλληλων μονολόγων που πανδημεί στην ψηφιακή δημόσια σφαίρα.
Εν κατακλείδι, η υπέροχη αυτή παράσταση μας παρακινεί να διατηρήσουμε άσβεστη (με τα καλά και τα κακά, τα εύκολα και τα δύσκολα) τη μνήμη όσων μοιραστήκαμε με άγνωστους που έγιναν οι άνθρωποί μας και φλογερή την πίστη στη συλλογική διεκδίκηση. Στην προκειμένη περίπτωση, το «μαζί» έκανε αξιοβίωτη τη ζωή κάποιων ευάλωτων όντων, οι οποίοι ήταν αόρατοι από τους θεσμούς της πολιτείας και την ελεύθερη αγορά, παντελώς ανήμποροι να βρουν σπίτι σε μη εξωφρενική τιμή (για να μιλήσουμε και τη γλώσσα του self-help, να «τικάρουν» ένα από τα ελάχιστα προαπαιτούμενα του ανθρώπινου κεφαλαίου). Στο τέλος της ημέρας, προχώρησε, μετακίνησε, ωρίμασε τους/τις (συμ)πρωταγωνιστές/τριες-συμμετέχοντες/ουσες, καθώς έφτιαξαν με τα χέρια, το μυαλό και τις καρδιές τους το δικό τους κοινό «σπίτι»-καταφύγιο, έστω κι αν το σκυρόδεμά του δεν άντεξε παραπάνω από όσο μια αστρική βροχή μες στην πιο σκοτεινή νύχτα.
*Ο Θωμάς Ψήμμας είναι Διδάκτορας Φιλοσοφίας του Δικαίου Νομικής Σχολής ΑΠΘ


