«Τα Δάση της Σιβηρίας», του Σαφί Νεμπού

Είναι κάποιες φορές, που δεν πας τόσο υποψιασμένος στον Κινηματογράφο, γι΄αυτό που θα δεις, απλά ο τίτλος σου έχει κινήσει την περιέργεια και φεύγοντας σου μένει η αίσθηση, ότι πραγματικά παρακολούθησες ένα αριστούργημα, για το οποίο ελάχιστος ντόρος έχει γίνει και θέλεις να το μοιραστείς με όσους περισσότερους μπορείς. Κάπως έτσι αποχώρησα, Μεγάλη Πέμπτη βράδυ από την αίθουσα Παύλος Ζάννας του Ολύμπιον. Τα Δάση της Σιβηρίας του Σαφί Νεμπού αποτελούν κάτι μεταξύ οδοιπορικού ντοκιμαντέρ και ταινίας θρίλερ για τη δύναμη του ανθρώπου και την ανάγκη του να ζήσει ελεύθερος. Το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Σιλβέν Τέσον, αποτελεί πηγή έμπνευσης για τον σκηνοθέτη, που αγγίζει την τελειότητα, με τούτο εδώ το έργο του, στην πέμπτη του προσπάθεια.

Γράφει ο Μίλτος Τόσκας

Ο Τεντί, ένας επιτυχημένος επαγγελματίας, που έχει κουραστεί με τη συμπεριφορά των ανθρώπων και τη βοή του κόσμου στο άστυ, αποφασίζει να τα παρατήσει όλα και να αποσυρθεί σε μία καλύβα, κοντά στη λίμνη, Βαικάλη στη Σιβηρία. Ο χειμώνας δριμύς, ο κίνδυνος συνεχώς ελλοχεύει. Από τα έντονα καιρικά φαινόμενα, μέχρι τις αρκούδες, που ψάχνουν φαγητό. Στο φόντο δεν υπάρχει ούτε κινητό τηλέφωνο, ούτε Διαδίκτυο, ούτε καν ηλεκτρικό ρεύμα. Κι όταν ο ίδιος χάνει τη μάχη, ως από μηχανής Θεός εμφανίζεται στο προσκήνιο, ο Αλεξέι και στην πορεία καλλιεργείται μεταξύ τους μία αληθινή σχέση, μία πραγματική, αντρική φιλία, που θα φτάσει μέχρι το τέλος.

Ομολογουμένως μιλάμε για μία μοναδική εμπειρία, που ζούμε κι εμείς, ως απλοί παρατηρητές, πλάι στον πρωταγωνιστή. Ο πρώην ιδιοκτήτης του λέει τη στιγμή της αποχώρησής του, " εδώ είναι το ιδανικό μέρος να αυτοκτονήσεις ". Βεβαίως δεν το καταλαβαίνει ποτέ, ωστόσο εμείς κατανοούμε πλήρως το παράτολμο της επιλογής του. Είναι όμως τόσο μεγάλα τα άγχη, τα βάρη του σύγχρονου πολιτισμού, που οδηγούν τον άνθρωπο στην απόλυτη μοναξιά κι απομόνωση. Κι όμως εκεί βρίσκει τη γαλήνη, σε πράγματα μικρά, που εμείς θεωρούμε δεδομένα και δεν τους δίνουμε την πρέπουσα σημασία. Επιστρέφει στη φύση, σε αυτή που τον γέννησε κι απολαμβάνει τη σιωπή.

Έχει όσο χρόνο χρειάζεται για περισυλλογή, κάθαρση του μυαλού και της ψυχής. Αποτελεί αναγκαιότητα, αυτή η επανεκκίνηση. " Eδώ νιώθω ζωντανός ". Οι αντιξοότητες θα τον κάνουν πιο δυνατό κι εφόσον αποφασίσει να επιστρέψει στα εγκόσμια, αυτή του η εμπειρία θα μείνει ανεξίτηλη και θα τον συνοδεύει, ώστε να ξεπερνάει τα αδιέξοδα. Παρακολουθούμε έναν αγώνα επιβίωσης, ένα αληθινό survivor και νικητής μπορείς να βγεις μόνο, αν συνεργαστείς. Να δώσεις και να πάρεις, νικώντας τις νόσους τις εποχής.

Η μουσική του Ιμπραίμ Μααλούφ (υποψήφια για Cesar) δένει εξαιρετικά με τα τοπίο. Χιόνια, άσπρο, άσπρο, άσπρο, το μάτι κουράζεται, αλλά η δράση δεν αφήνει τον εγκέφαλο να πάρει το μήνυμα. Είναι σαν να δρα ανταγωνιστικά στους υποδοχείς. Κάτι μοναδικό. Και μένω στην εικόνα του στερνού μονόπλευρου αποχαιρετισμού, του ύστατου χαίρε. Τεντί ... Αλεξέι ... Τεντί ... Αλεξέι ... Τεντί ... Αλεξεί. Μοιάζει παιχνίδι, μα είναι τόσο σοβαρό. Λυγίζεις. Σε διαλύει ...

Οι πάγοι σιγά σιγά λιώνουν και μαζί η κλεψύδρα αδειάζει. Ένας χρόνος, μία ολόκληρη ζωή, γεμάτος στιγμές και μαθήματα, που θα τον συντροφεύουν για πάντα. Γιατί τόλμησε, ρίσκαρε, έζησε στα όρια, ίσως και να τα ξεπέρασε και πλέον είναι ένας άλλος, καλύτερος, άνθρωπος. Κάπως έτσι μετέτρεψε την αυτοτιμωρία, την (αυτό)εξορία, σε λύτρωση και παραγωγικό χρόνο προς εξαγνισμό των αμαρτιών του παρελθόντος, ακροβατώντας σε ένα τεντωμένο σχοινί ...