Η καπιταλιστική κρίση, τα μνημόνια και τα ζόμπι, του Χρήστου Λάσκου

Πολλές φορές από το 2009 έχει διακηρυχθεί, σε διάφορους τόνους, από κράτη, θινκ τανκς και υπερεθνικούς οργανισμούς το τέλος της κρίσης. Μ’ όλο που οι προειδοποιήσεις πως τα πράγματα δεν βαίνουν καλώς δεν λείπουν, με χαρακτηριστική την εκτίμηση βασικών εισηγητών της Συναίνεσης της Ουάσιγκτον, του μανιφέστου, δηλαδή, της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, με πρώτο τον πολύ Λάρι Σάμερς, η γενική αίσθηση είναι πως κάποιες περιοχές του κόσμου έχουν ξεπεράσει την κρίση και οδεύουν προς «διατηρήσιμη ανάπτυξη» δείχνοντας τον δρόμο και στους υπόλοιπους.

Η καπιταλιστική κρίση, ωστόσο, είναι ακόμη μαζί μας. Οι παραγωγικές επενδύσεις όχι μόνο δεν ανακάμπτουν, αλλά διαρκώς βυθίζονται, ενώ το χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό, βασικός «φταίχτης» σύμφωνα με την κυρίαρχη αφήγηση για την οιονεί κατάρρευση του 2008 -2009, αυξάνεται και πληθύνεται. Τα περίφημα «παράγωγα», σήμερα, είναι σε ψηλότερο επίπεδο από ό,τι το 2007, ενώ ένα μεγάλο τμήμα του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος βρίσκεται σε πολύ επισφαλή θέση στην περίπτωση ενός, πολύ πιθανού, νέου επεισοδίου.

Η επεκτατική νομισματική πολιτική που εφαρμόστηκε, με πρωτεργάτες την FED και την Κεντρική Τράπεζα της Ιαπωνίας, ελάχιστα συνέβαλλε στην υπέρβαση της κρίσης. Απόδειξη γι’ αυτό είναι πως, μετά την ποσοτική χαλάρωση και τον μηδενισμό των επιτοκίων, επιλέχθηκε ακόμη και πολιτική αρνητικών επιτοκίων.  Και μάλιστα από καπιταλιστικά κράτη, όπως η Ελβετία και η Σουηδία, για τα οποία η πλειοψηφία ακόμη και των «ειδικών» θεωρεί πως ελάχιστα αγγίχτηκαν από τα κρισιακά φαινόμενα. Σήμερα βρισκόμαστε στο σημείο, όπου προτείνεται, από τις στήλες του Economist και των Financial Times παρακαλώ, ως επόμενη φάση της νομισματικής παρέμβασης, η πολιτική του helicopter money, που πάει να πει η απευθείας, δωρεάν, πίστωση των λογαριασμών των πολιτών με σημαντικά χρηματικά ποσά, ώστε η δαπάνη τους να λειτουργήσει ως εμβρυουλκός για την ανάπτυξη.

Στην πραγματικότητα, αυτές οι πολιτικές λειτούργησαν όχι ως θεραπευτικές της κρίσης, αλλά ως συντηρητικά της παγκόσμιας «φούσκας», χωρίς την οποία οι εκκαθαριστικές λειτουργίες θα είχαν προχωρήσει με τρόπο που φοβίζει ακόμη και κάποιους από τους πιο ακραιφνείς νεοφιλελεύθερους ιδεολόγους. Η εφαρμοζόμενη πολιτική, δηλαδή, κλωτσάει το τενεκεδάκι λίγο παρακάτω και … βλέπουμε. Η μόνη σταθερά είναι η επίθεση στον κόσμο της εργασίας, η επιβολή συνθηκών, που επιστρέφουν το δείκτη του κοινωνικού ρολογιού στην εποχή του Καρόλου Ντίκενς και η μεταφορά του συνόλου των βαρών στην κοινωνική πλειοψηφία.

Τελευταία, ωστόσο, όλο και περισσότερες έρευνες[1], σε ΗΠΑ και Ε.Ε. αρχίζουν να δείχνουν πως το θεμελιώδες πρόβλημα του συστήματος συνίσταται στην αναβολή της πλήρους εκτύλιξης των εκκαθαριστικών λειτουργιών, που κανονικά επιτελούν οι καπιταλιστικές κρίσεις. Όπως συμπεραίνει, π.χ., η σχετική μελέτη του ΟΟΣΑ, η θεμελιώδης αιτία για την αδυναμία επανάκαμψης της καπιταλιστικής συσσώρευσης είναι ο μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων ζόμπι, νεκροζώντανων οικονομικών οργανισμών, που διατηρούνται στη ζωή τεχνητά, αξιοποιώντας τις εφαρμοζόμενες πολιτικές. Κοινή εκτίμηση είναι πως στην καπιταλιστική μητρόπολη αποτελούν έως και το 20% των επιχειρήσεων. Θα πρέπει, βέβαια, να ειπωθεί πως με τις χρηματοοικονομικές τους συνδέσεις επηρεάζουν ένα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό της οικονομίας.

Με άλλα λόγια, χωρίς να κάνουν το τελικό βήμα, οι έρευνες αυτές υποδεικνύουν αυτό που δεν χρειάζεται να είσαι προχωρημένος μαρξιστής για να ξέρεις είναι πως, όπως έχει αποδείξει η ιστορία του καπιταλισμού, δεν πρόκειται να ξεπεραστεί η κρίση αν δεν επισυμβεί μια πολύ μεγάλη καταστροφή κεφαλαίου (και χρέους, επομένως). Την τελευταία φορά αυτό σήμαινε έναν Παγκόσμιο Πόλεμο –και οι πολιτικές εξελίξεις της περιόδου που ζούμε δημιουργούν αναγκαστικά ανατριχιαστικούς συνειρμούς.

Με δεδομένη την παραπάνω σχηματική παρουσίαση, ας δούμε λίγο τι συμβαίνει στην Ελλάδα με τα σχετικά ζητήματα. Μεσούσης μιας διαπραγμάτευσης, που δείχνει, για πολλοστή φορά πως «αυτό δεν έχει τέλος», ας μετατοπίσουμε λίγο την οπτική μας από τα συνήθη δημοσιογραφικά –και απολύτως παραπειστικά, στο μέτρο, που με όλη την «πληροφόρηση» που μας προσφέρουν, εγκλωβίζουν τον κοινό προβληματισμό στο «κλείνει, δεν κλείνει» αποκρύπτοντας τη μεγάλη εικόνα.

Ένα συχνό ερώτημα που τίθεται  από τα ΜΜΕ είναι, απλοϊκά διατυπωμένο, αν ήταν η κρίση που έφερε τα μνημόνια ή τα μνημόνια την κρίση. Η απάντηση είναι προφανής, όσο κι αν η ερώτηση επαναλαμβάνεται. Η κρίση σαφώς προηγήθηκε, αλλά οι εφαρμοζόμενες πολιτικές παρόξυναν τις συνέπειές της για τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία με μια πρωτοφανή αγριότητα. Η ιδιότυπη ποιότητα της ελληνικής άρχουσας τάξης έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο σε αυτό, αλλά είτε έτσι είτε αλλιώς, το μνημονιακό καθεστώς διαμόρφωσε μια κατάσταση, η οποία θα ενσωματωθεί στα οικονομικά εγχειρίδια του μέλλοντος ως παράδειγμα «αποτυχίας» και οικονομικής-κοινωνικής καταστροφής. Ας κάνουμε μια πολύ διαφωτιστική συγκριτική παρατήρηση: ως γνωστόν, μια πολύ επικίνδυνη περίπτωση για την ευρωπαϊκή οικονομία είναι η Ιταλία, γιατί στο τραπεζικό της σύστημα εμφωλεύουν κόκκινα δάνεια της τάξης του 20%. Στην Ελλάδα το ποσοστό είναι 50%. Από την άλλη, όπως έδειξε μια έρευνα της PwC, σε δείγμα 3000 περίπου μεγάλων ελληνικών επιχειρήσεων το έτος 2013, το 23% βρίσκονταν σε κατάσταση που οι ορκωτού λογιστές αποτιμούν ως κατάσταση ζόμπι, ενώ περίπου ένα 44% σε συνθήκη, που η ίδια η επιχείρηση ονομάζει «σχεδόν ζόμπι». Είναι προφανής η ανάγκη για μια επικείμενη μεγάλη καταστροφή κεφαλαίου, λοιπόν, όπως και η συναφής, μαζί με άλλα, προοπτική μετατροπής της χώρας σε κάτι ακόμη χειρότερο, από ό,τι είναι σήμερα: ένα ολοκληρωτικά αποτυχημένο κράτος, με αδυναμία να ικανοποιεί στοιχειώδεις απαιτήσεις της κοινωνικής αναπαραγωγής.

Δεν είναι εύλογο, μετά από όλα αυτά, όχι επαναστάτες, αλλά στοιχειωδώς εχέφρονες άνθρωποι να συμπεράνουν πως μόνο ριζοσπαστικές παρεμβάσεις μπορούν να βάλουν φραγμό σε αυτή την αποκαλυψιακή προοπτική;  Φαίνεται πως όχι. Γι’ αυτό και η κυβέρνησή μας διαπραγματεύεται αν θα είναι 3 ή 3.5% το πρωτογενές πλεόνασμα και δίνει τη μάχη για τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας, έχοντας γελοιοποιήσει κάθε έννοια «διεθνισμού» και κάνοντας τους «μενουμευρωπαίους» να αισθάνονται … ιδεολογικώς άχρηστοι.

Και η αντιμνημονιακή, αντικαπιταλιστική Αριστερά τι κάνει; Για να μην πούμε τίποτε βαρύτερο, ας μείνουμε μόνο στην διαπίστωση πως καθυστερεί ασύγγνωστα.  Η πρόταση της Δικτύωσης για κοινό βηματισμό και σύγκλιση αναφορικά με τις εναλλακτικές ενάντια στις ΤΙΝΕΣ έχει διατυπωθεί εδώ και ένα σχεδόν χρόνο χωρίς εμφανές αποτέλεσμα. Η πρόσφατη πρόταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ νομίζω πως ανοίγει δυνατότητες, τις οποίες καμία από της αριστερές δυνάμεις, από τη ΛΑΕ μέχρι το σύνολο της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, δεν θα πρέπει να αφήσει αδιάφορη.

Οι ευθύνες είναι μεγάλες για όλους. Και κανείς μας, στο τέλος, δεν θα θεωρηθεί αθώος του αίματος.

 

[1] Βλ., για μια πολύ περιεκτική παρουσίασή τους, το άρθρο του Μάικλ Ρόμπερτς Beware the zombies (https://thenextrecession.wordpress.com/,   January 23, 2017)