in ,

Πρωτοβουλία της Εναλλακτικής για διαβούλευση επί σχεδίου νόμου κατά των στρατηγικών αγωγών (SLAPP)

Με αφορμή επανειλημμένες υποθέσεις κακόβουλων στρατηγικών αγωγών που βλέπουν το φως της δημοσιότητας (βλ. αγωγή κατά Τάσου Σαραντή-ΕφΣυν από την εταιρεία αιολικών «WRE ΕΛΛΑΣ», αγωγή κατά μελών του Παρατηρητηρίου Ποιότητας Περιβάλλοντος Σύρου από το Ναυπηγείο του Νεωρίου, αγωγή κατά Σταυρούλας Πουλημένη-AlterThess από την Ελληνικός Χρυσός, κοκ), η Εναλλακτική Παρέμβαση – Δικηγορική Ανατροπή τονίζει ότι επείγει μια δημόσια διαβούλευση για να αντιμετωπιστεί ένα φαινόμενο που πλήττει τη δημοσιογραφική έρευνα και την ελευθερία λόγου, δημόσιας κριτικής και συλλογικής δράσης.

Το φαινόμενο έχει ήδη οριστεί με τη λέξη SLAPP (Strategic Lawsuits Against Public Participation- SLAPP, δηλαδή Στρατηγικές Αγωγές ενάντια στην Συμμετοχή στα Κοινά) και αποτελεί πεδίο συζήτησης και παρεμβάσεων διεθνώς.

Για τον λόγο αυτό, η Εναλλακτική Παρέμβαση – Δικηγορική Ανατροπή κατέθεσε μια πρόταση σχεδίου νόμου αναφορικά με την αντιμετώπιση του SLAPP, την οποία επιμελήθηκαν ο Δημήτρης Σαραφιανός, μέλος ΔΣ του ΔΣΑ και η Αναστασία Σταυροπούλου, δικηγόρος Αθηνών και μέλος της Εναλλακτικής. Η πρόταση συνοδεύεται από Αιτιολογική Έκθεση η οποία εξηγεί την αναγκαιότητα νομοθετικής παρέμβασης. Επισημαίνεται ότι συναφή πρωτοβουλία έχει αναλάβει πρόσφατα η κοινοβουλευτική ομάδα του ΜέΡΑ25.

«Η προσπάθειά μας αποσκοπεί στην όσο γίνεται πλατύτερη διαβούλευση, την οποία αρχικά θα απευθύνουμε σε κοινωνικούς φορείς, συλλόγους, σωματεία, ενώσεις δικαιωμάτων, κλπ, ώστε να διαμορφωθεί μια πρόταση κατά το δυνατόν τεκμηριωμένη, κινώντας το δημόσιο ενδιαφέρον» σημειώνει η Εναλλακτική Παρέμβαση-Δικηγορική Ανατροπή.

Τα βήματα αυτής της διαβούλευσης είναι:

α. Η δημοσιοποίηση της πρότασης της Εναλλακτικής Παρέμβασης – Δικηγορικής Ανατροπής.

β. Η αποστολή του κειμένου σε φορείς, συλλόγους, κλπ, ώστε να υπάρξει συμμετοχή στη σχετική διαβούλευση.

γ. Η δυνατότητα επικοινωνίας και δημοσιοποίησης κάθε πολίτη μέσω του μέηλ της Εναλλακτικής Παρέμβασης ([email protected]).

δ. Η διοργάνωση δημόσιας εκδήλωσης-αποτίμησης της διαβούλευσης.

ε. Η απεύθυνση στα πολιτικά κόμματα και η άσκηση δημόσιας πίεσης για τη νομοθέτηση της τελικής πρότασης.

Ακολουθώντας  το πρώτο βήμα της διαβούλευσης, δημοσίευσε στις 15/2/2022 την πρόταση της που έχει ως εξής:

ΠΡΟΤΑΣΗ ΝΟΜΟΥ

«Προστασία από Στρατηγικές Αγωγές ενάντια στη Συμμετοχή του Κοινού»

Α. Αιτιολογική Έκθεση

Κατά το άρθρο 14 του ισχύοντος Συντάγματος “1. Καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και διά του τύπου τους στοχασμούς του τηρώντας τους νόμους του Κράτους”, ενώ, εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 10 της Σύμβασης της Ρώμης “περί των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256), που αποτελεί σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύει κάθε αντίθετης διάταξης νόμου, «1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν εκφράσεως. Το δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης, ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών άνευ επεμβάσεως δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων».

 

H ελευθερία της έκφρασης καθεαυτή, αλλά και ως όρος για την ανάπτυξη της προσωπικότητας και ως μέσο συμμετοχής στο δημόσιο βίο αποτελεί συστατικό στοιχείο της αξίας του ανθρώπου και μια από τις σημαντικότερες βάσεις της δημοκρατικής κοινωνίας, ακόμα και αν πρόκειται για τη μετάδοση πληροφοριών που θίγουν, σοκάρουν ή ανησυχούν, καθώς με αυτό τον τρόπο εξασφαλίζεται ο πλουραλισμός, η ανοχή και το ανοικτό πνεύμα, χωρίς τα οποία δεν υφίσταται δημοκρατική κοινωνία (πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ βλ. Ρίζος και Ντάσκας κατά Ελλάδος 27-5-2004 σκ.38, Prager and Oberschlick vs Austria 26-4-1995 σκ.38, Unabhaengige Initiative Informationsvielfalt vs Austria 26-2-2002 σκ. 38). Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι από τα πρώτα των ολοκληρωτικών καθεστώτων είναι η επιβολή λογοκρισίας.

Περιορισμός στην ελευθερία της έκφρασης και στο δικαίωμα κριτικής επί αποφάσεων των πολιτειακών οργάνων μόνο με νόμο μπορεί να επιβληθεί (άρθρο 14§1 Σ) και μόνο εφόσον ο περιορισμός αυτός αποτελεί αναγκαίο μέτρο σε μια δημοκρατική κοινωνία για την εθνική ασφάλεια, την εδαφική ακεραιότητα ή δημόσια ασφάλεια, την προάσπιση της τάξης και πρόληψη του εγκλήματος, την προστασία της υγείας ή της ηθικής, την προστασία της υπόληψης ή των δικαιωμάτων των τρίτων, την παρεμπόδιση της κοινολόγησης εμπιστευτικών πληροφοριών ή την διασφάλιση του κύρους και αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας (άρθρο 10§2 ΕΣΔΑ). Όπως έχει κρίνει και το ΕΔΔΑ, οι περιορισμοί αυτοί πρέπει να ερμηνεύονται βάσει του πρίσματος εάν και κατά πόσο είναι αναγκαίοι σε μια δημοκρατική κοινωνία και φυσικά βάσει της αρχής της αναλογικότητας και της στάθμισης των συγκρουόμενων εννόμων αγαθών (πάγια νομολογία ΕΔΔΑ βλ Sunday Times vs UK 26-4-1979, Lingens vs Austria 8-7-1986, Nikula vs Finlandia 21-3-2002, Αssociation Ekin vs France 17-7-2001, Ρίζος και Ντάσκας κατά Ελλάδος, Sabou and Pircalab vs Romania 28-9-2004).

Στις συνθήκες της παγκοσμιοποίησης και της αυξημένης ισχύος των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων οι διακινδυνεύσεις στην ελευθερία του λόγου δεν προέρχονται μόνο από τις κυβερνήσεις και τους κρατικούς μηχανισμούς.

Από τη δεκαετία του 1990 έχει επισημανθεί διεθνώς το φαινόμενο των Στρατηγικών Αγωγών ενάντια στην Συμμετοχή στα Κοινά (Strategic Lawsuits Against Public Participation- SLAPP). Με τον όρο αυτό χαρακτηρίζονται αγωγές προσβολής προσωπικότητας με ενάγοντες ισχυρές επιχειρήσεις ή επιχειρηματίες ή πρόσωπα που ασκούν δημόσια εξουσία που στρέφονται ενάντια σε δημοσιογράφους ή συνδικαλιστές ή ακτιβιστές κοινωνικών ή περιβαλλοντικών κινημάτων ή ομάδες που εμπλέκονται σε αυτά τα κινήματα και αφενός μεν αφορούν τον εκφερόμενο λόγο των εναγομένων γύρω από θέματα ιδιαίτερου δημόσιου ενδιαφέροντος (όπως θέματα που αφορούν το περιβάλλον, την δημόσια υγεία, τις συνθήκες εργασίας κλπ), αφετέρου δε εμπλέκουν καταχρηστικές πρακτικές που αποτρέπουν τους εναγόμενους ή και το ευρύτερο κοινό να εκφέρει τη γνώμη του για το συγκεκριμένο θέμα. Ως τέτοιες καταχρηστικές πρακτικές αναγνωρίζονται α) η κατάθεση αγωγών που στερούνται πραγματικής βάσης ή β) το αιτούμενο ποσό παρίσταται υπερβολικά δυσανάλογο προς τα εισοδήματα του εναγομένου ή γ) το αιτούμενο ποσό δεν συνδέεται με κάποια θετική ζημία ή διαφυγόν κέρδος του ενάγοντος ή δ) ασκούνται επαναλαμβανόμενες αγωγές εναντίον των ίδιων προσώπων για το ίδιο ή παραπλήσιο θέμα ή ε) έχουν προηγηθεί εξωδικαστικές παρενοχλήσεις των εναγομένων προκειμένου να σιωπήσουν ή στ) οι αγωγές ασκούνται σε περισσότερες της μιας χώρας που μπορεί να έχουν δικαιοδοσία για τη διαφορά ή σε μια χώρα, η οποία δεν έχει άμεση σύνδεση με τον τόπο της διαφοράς. Η τελευταία περίπτωση δύναται να προκύψει, καθώς σύμφωνα με τις διεθνείς συνθήκες (α. 5 παρ. 3 των Συμβάσεων Βρυξελλών – Λουγκάνο, άρθρο 5 του Κανονισμού 44/2001) και την πάγια νομολογία του ΔΕΕ (ήδη με την από 7-3-1995 απόφασή του στην υπόθεση C 68/93 Fiona Shevill, ΣυλλΝομολ ΔΕΚ 1995, 415), στις περιπτώσεις διαδικτυακών προσβολών προσωπικότητας ο παθών μπορεί να προσφύγει είτε στα δικαστήρια όπου ο υπαίτιος διατηρεί την επαγγελματική του εγκατάσταση και να ζητήσει αποζημίωση για την ζημία που υπέστη συνολικά στο σύνολο των χωρών όπου τελέσθηκε το αδίκημα, είτε στα δικαστήρια κάθε χώρας απ’ όπου θεωρείται ότι τελέσθηκε το αδίκημα (π.χ. σε κάθε χώρα απ’ όπου ήταν δυνατή η πρόσβαση στο συκοφαντικό δημοσίευμα) και να ζητήσει αποζημίωση μόνο για τη βλάβη που υπέστη στη συγκεκριμένη χώρα. Γεγονός βέβαια που προκαλεί στον εναγόμενο τεράστιο κόστος, άγχος και αβεβαιότητα για το νομικό καθεστώς που ισχύει σε κάθε χώρα. Είναι επίσης δεδομένο ότι ο εναγόμενος ακτιβιστής, δημοσιογράφος ανεξάρτητου μέσου ή συνδικαλιστής με μεγάλη δυσκολία μπορεί να αντέξει το κόστος και την αβεβαιότητα μιας ή περισσοτέρων επαναλαμβανόμενων δικών όταν τα ποσά που ζητούνται για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του ενάγοντος είναι υπερπολλαπλάσια του εισοδήματός του και είναι πολύ πιθανό να προτιμήσει να σιωπήσει ή/και να ανακαλέσει τους ισχυρισμούς ή/και τα ερωτήματα που θέτει ή/και την κριτική που ασκεί παρά να υποβληθεί σε αυτή τη διαδικασία. Με αυτό όμως τον τρόπο η ποιότητα και η πληρότητα του διαλόγου γύρω από ένα θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος τίθεται σε διακινδύνευση. Για το λόγο αυτό τόσο στις ΗΠΑ, όσο στον Καναδά, όσο και στην Αυστραλία έχει εισαχθεί ειδική νομοθεσία για την ταχεία εκκαθάριση των πινακίων από τέτοιου χαρακτήρα αγωγές, ενώ έχουν προβλεφθεί και μέτρα που αποτρέπουν από την άσκηση παρόμοιων αγωγών.

Ανάλογες περιπτώσεις έχουν εμφανισθεί στις περισσότερες χώρες της ΕΕ με εμβληματικότερη την περίπτωση των 47 αγωγών κατά της δολοφονηθείσας εν τέλει Μαλτέζας δημοσιογράφου Δάφνης Καρουάνα Γκαλίτσια. Για το λόγο αυτό τον Νοέμβριο του 2021 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με συντριπτική πλειοψηφία κάλεσε την Επιτροπή να επεξεργασθεί σχετικό σχέδιο Οδηγίας.

Το τελευταίο χρονικό διάστημα εμφανίζονται και στη χώρα μας περιπτώσεις παρόμοιων αγωγών προσβολής προσωπικότητας. Και ναι μεν τέτοιες αγωγές μπορούν να απορριφθούν εν τέλει ως νόμω και ουσία αβάσιμες ή καταχρηστικές δυνάμει του άρθρου 281 ΑΚ, πλην όμως η μακρά διάρκεια μιας δίκης, η αβεβαιότητα για την έκβαση του τελικού αποτελέσματος επί μακρόν χρόνο, το κόστος που συνεπάγεται για τον εναγόμενο κατ’ αντίθεση προς τον ενάγοντα, ο οποίος έχει ιδιαίτερα αυξημένες οικονομικές δυνατότητες, αλλά και η ανυπαρξία νομοθετικής πρόβλεψης μέτρων που να αποτρέπουν από την άσκηση καταχρηστικών αγωγών, είναι δυνατό να πλήξουν βίαια την ελευθερία του λόγου.

Είναι γνωστό ότι η πλέον ενδεδειγμένη απάντηση έναντι ενός λόγου, ο οποίος μπορεί να μην στηρίζεται πάντοτε σε επαρκή πληροφόρηση για τα γεγονότα ή να ασκεί οξεία κριτική, είναι ο αντίλογος. Συνήθως δε οι οικονομικά εύρωστες εταιρίες και επιχειρηματίες, καθώς και τα πρόσωπα που ασκούν δημόσια εξουσία έχουν τα μέσα (οικονομικά και όχι μόνο) να προβάλλουν τις απόψεις τους γύρω από ένα θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος. Άλλωστε τα ίδια αυτά πρόσωπα λόγω της εξουσίας που διαθέτουν δύνανται να επηρεάσουν τομείς δημοσίου ενδιαφέροντος, όπως οι περιβαλλοντικές συνθήκες, η δημόσια υγεία, οι συνθήκες εργασίας, που ασκούν επιρροή σε ευρύτερα τμήματα του κοινού. Γι’ αυτό το λόγο το ΕΔΔΑ έχει κρίνει ότι ανήκουν στις ειδικές κατηγορίες προσώπων, που οφείλουν να ανέχονται πολύ περισσότερη κριτική, ακριβώς επειδή έχουν επιλέξει να έχουν έναν ιδιαίτερο ρόλο στα πλαίσια του δημοσίου διαλόγου. Αυτό ισχύει και για τους πολιτικούς, οι οποίοι πρέπει να επιδεικνύουν ανεκτικότητα στην κριτική που τους ασκείται, καθώς ενσυνείδητα εκτίθενται σ’ ένα εξονυχιστικό έλεγχο των λόγων και των έργων τους (Lingens κατά Αυστρίας σκ. 42, Οbershlick vs Austria σκ. 59, Unabhaengige Initiative Infromationsvielfalt vs Austria σκ.36), και για τους δημόσιους υπαλλήλους και λειτουργούς κατά την άσκηση των καθηκόντων τους (Busuioc vs Moldova 21-12-2004 σκ.64), και για τα δημόσια πρόσωπα που έχουν επιλέξει την έκθεσή τους στα ΜΜΕ προκειμένου να προωθήσουν τις απόψεις τους υποστηρίζοντας ή αντικρούοντας νομοθετικές πρωτοβουλίες και μεταρρυθμίσεις (Bodrozic vs Serbia 23-6-2009, Karman vs Russia 14-12-2006, Jerusalem vs Austria 27-2-2001 και ιδίως Nilsen vs Norway), ισχύει όμως και για τις μεγάλες εταιρείες και τους επιχειρηματίες εν σχέσει προς τις επιχειρηματικές πρακτικές τους που δύνανται να έχουν επιρροή στις συνθήκες ζωής ευρύτερων τμημάτων του πληθυσμού (Fayed vs UK 21-9-1994 σκ.75, Steel & Morris vs UK σκ. 94).

Φυσικά ιδιαίτερη σημασία έχει αν ο επίμαχος λόγος και κριτική εκφέρεται στα πλαίσια μιας σημαντικής λειτουργίας για τη δημοκρατική κοινωνία, αν δηλαδή υφίσταται ένα δημόσιο συμφέρον που καθιστά ιδιαίτερα προστατευόμενο τον ελεγχόμενο λόγο και συνεπώς αν η επιβαλλόμενη κύρωση (όσο μικρή και αν είναι) λειτουργεί αποτρεπτικά (παράγει ένα “chilling effect”) κατά τρόπο που εμποδίζει την άσκηση αυτής της λειτουργίας (Standard Verlags GmbH vs Austria 4-6-2009 -αφορούσε απόφαση επιβολής μικρού προστίμου με ανασταλτικό μάλιστα χαρακτήρα, Brasilier vs France 11-4-2006-αφορούσε απόφαση καταδίκης στο συμβολικό ποσό του 1 φράγκου, Selisto vs Finlandia 16-11-2004, Nikula vs Finlandia σκ.54, Steel&Morris vs UK σκ.96, όπου κρίθηκε ότι το ποσό των 36.000 βρετανικών λιρών στο οποίο καταδικάσθηκε να πληρώσει ακτιβιστής, καίτοι μικρό κατ’ αναλογία με τα ποσά που συνήθως επιδικάζονται στη Μ. Βρετανία για θέματα προσβολής προσωπικότητας, παραβιάζει την ελευθερία της έκφρασης καθ’ όσον είναι δυσανάλογο προς τα εισοδήματά του).

Απαιτείται λοιπόν η εισαγωγή και στη χώρα μας ενός νομοθετικού πλαισίου που να διασφαλίζει την ελευθερία του λόγου από Στρατηγικές Αγωγές ενάντια στην Συμμετοχή στα Κοινά.

Με το άρθρο μόνο ρυθμίζονται οι προϋποθέσεις, τα μέσα άμυνας και η διαδικασία που ακολουθείται για την προστασία από Στρατηγικές Αγωγές ενάντια στη Συμμετοχή του Κοινού.

Β. Προτεινόμενη διάταξη:

ΑΡΘΡΟ ΜΟΝΟ

Προστασία από Στρατηγικές Αγωγές ενάντια στη Συμμετοχή του Κοινού

  1. Σε περίπτωση άσκησης αγωγής για την προστασία της προσωπικότητας ή της φήμης νομικού ή φυσικού προσώπου από κάθε είδους συμμετοχή του κοινού στο δημόσιο διάλογο, όπως ενδεικτικά δημοσίευμα ή αναφορά ή επιστολή ή υποβολή ερωτημάτων σε δημόσια, εποπτική, ερευνητική αρχή, μη κυβερνητική οργάνωση, στον Τύπο ή στο διαδίκτυο ή έρευνα ή σατιρικό κείμενο ή παράσταση ή ντοκιμαντέρ ή δημοσίευση έργου λόγου, τέχνης ή επιστήμης ή οπτικοαστουστικού έργου ή κάλεσμα σε συνάθροιση, ή δημόσιο κάλεσμα σε μποϋκοτάζ, που αφορά θέμα ιδιαίτερου δημοσίου ή τοπικού ενδιαφέροντος, όπως θέματα σχετιζόμενα με την προστασία της δημόσιας υγείας, του περιβάλλοντος, της εργασίας, των εν γένει ατομικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων των πολιτών, , τον δημοκρατικό και πολιτικό βίο, τη μετανάστευση και προσφυγική κίνηση, ο εναγόμενος με αίτησή του που εκδικάζεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζον κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δύναται να ζητήσει να αναγνωριστεί ότι η αγωγή ασκείται καταχρηστικά. Με την ίδια αίτηση ο εναγόμενος δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση για κάθε έξοδο στο οποίο υποβλήθηκε εξαιτίας της άσκησης της καταχρηστικής κατά τα ανωτέρω αγωγής, καθώς και ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης.
  2. Η αγωγή θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά εάν το φυσικό ή νομικό πρόσωπο δύναται να ασκεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδιαίτερη επιρροή εκ της οικονομικής του δραστηριότητας ή ισχύος ή εκ της ασκήσεως δημόσιας εξουσίας ή εκ της κατοχής θέσης δημόσιου λειτουργήματος ή εκ της συμμετοχής του σε ενώσεις επιχειρήσεων και οικονομικών φορέων, σε θέμα ιδιαίτερου δημοσίου ή τοπικού ενδιαφέροντος και η άσκηση της αγωγής πρωτίστως αποσκοπεί στην αποτροπή της συμμετοχής του εναγομένου στο σχετικό δημόσιο διάλογο, όπως ενδεικτικώς εάν α) είναι προδήλως νόμω ή ουσία αβάσιμη ή β) εάν το αιτούμενο ποσό ικανοποίησης της ηθικής βλάβης είναι υπερβολικά δυσανάλογο προς το εισόδημα του εναγομένου ή γ) εάν δεν προκύπτει θετική ζημία ή διαφυγόν κέρδος του ενάγοντος αιτιωδώς συνδεόμενα με την περιγραφόμενη στην αγωγή συμπεριφορά του εναγομένου ή δ) έχουν προηγηθεί παράνομες ενέργειες που αποσκοπούν στον εξαναγκασμό του εναγόμενου να σιωπήσει ή ε) έχουν ασκηθεί περισσότερες από μια αγωγές εναντίον του ιδίου εναγομένου με το ίδιο ή παρόμοιο αντικείμενο ή στ) η επιλογή της δικαιοδοσίας υποβάλλει τον εναγόμενο σε υπέρμετρα δικαστικά έξοδα ή ζ) ασκείται καταχρηστικώς κατ’ άρθρο 281 ΑΚ και η αποδοχή της είναι ικανή να οδηγήσει στην αποτροπή της συμμετοχής του εναγομένου ή τρίτων προσώπων στο δημόσιο διάλογο για ζήτημα ιδιαίτερου δημοσίου ή τοπικού ενδιαφέροντος ή στην αποτροπή της ενημέρωσης του κοινού για ζήτημα ιδιαίτερου δημοσίου ή τοπικού ενδιαφέροντος.
  3. Από την υποβολή της αιτήσεως μέχρι της εκδόσεως αμετακλήτου επί αυτής αποφάσεως αναβάλλεται η συζήτηση της κύριας δίκης και αναστέλλεται η παραγραφή και όλες οι αποσβεστικές ή δικονομικές προθεσμίες.
  4. Εάν η αίτηση γίνει δεκτή, ο ενάγων δικαιούται να ασκήσει κατ’ αυτής έφεση καταβάλλοντας παράβολο, το ύψος του οποίου ανέρχεται στο ένα τρίτο της αγωγικής αξίωσης. Εάν η έφεση γίνει δεκτή, το παράβολο επιστρέφεται στον ενάγοντα, άλλως καταπίπτει υπέρ του Δημοσίου Ταμείου.
  5. Τυχόν απόρριψη της αίτησης δεν περιορίζει την εξουσία του δικάζοντος Δικαστηρίου να εξετάσει την νομική ή ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, ούτε αποκλείει ή περιορίζει την άσκηση των δικαιωμάτων άμυνας ή ισχυρισμούς ουσίας του εναγομένου κατά την εξέταση της αγωγής και την εξέτασή τους από το δικάζον Δικαστήριο, όπως ενδεικτικά την υποβολή ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.
  6. Η ως άνω διαδικασία δεν εφαρμόζεται για θέματα που αφορούν τον ιδιωτικό βίο του ενάγοντος.
  7. Οι ως άνω διατάξεις εφαρμόζονται είτε η αγωγή ασκείται κατά την τακτική διαδικασία, είτε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών
  8. Σε περίπτωση αποδοχής ασκηθείσας αγωγής για την προστασία της προσωπικότητας ή της φήμης νομικού ή φυσικού προσώπου από κάθε είδους συμμετοχή του κοινού στο δημόσιο διάλογο, όπως ενδεικτικά δημοσίευμα ή αναφορά ή επιστολή ή υποβολή ερωτημάτων σε δημόσια, εποπτική, ερευνητική αρχή, μη κυβερνητική οργάνωση, στον Τύπο ή στο διαδίκτυο ή έρευνα ή σατιρικό κείμενο ή παράσταση ή ντοκιμαντέρ ή δημοσίευση έργου λόγου, τέχνης ή επιστήμης, ή οπτικοακουστικού έργου ή κάλεσμα σε συνάθροιση, ή δημόσιο κάλεσμα σε μποϋκοτάζ, που αφορά θέμα ιδιαίτερου δημοσίου ή τοπικού ενδιαφέροντος, όπως θέματα σχετιζόμενα με την προστασία της δημόσιας υγείας, του περιβάλλοντος, της εργασίας, των εν γένει ατομικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων των πολιτών, τον δημοκρατικό και πολιτικό βίο, τη μετανάστευση και προσφυγική κίνηση α) το συνολικό ποσό της χρηματικής ικανοποίησης ηθικής βλάβης που μπορεί να επιδικαστεί δεν μπορεί να υπερβαίνει το 1/6 του ετήσιου εισοδήματος του εναγομένου β) μπορεί εφόσον ζητηθεί με την αγωγή να διαταχθεί in natura αποκατάσταση της βλάβης με τη δημοσίευση περίληψης της απόφασης σε δύο ημερήσιες εφημερίδες πανελλαδικής κυκλοφορίας. Στις περιπτώσεις αυτές, αποκλείεται η κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής κατά το μέρος που αφορά στο καταψηφιστικό αίτημα.

(Μπορείτε να στείλετε την άποψή σας και να συμμετέχετε στη διαβούλευση, στέλνοντας μέηλ στην ηλεκτρονική διεύθυνση της Εναλλακτικής Παρέμβασης [email protected] με την ένδειξη “Για τη διαβούλευση για το SLAPP”)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Ποιος ασχολείται με την κοινωνική ασφάλιση;

ΚΕΠΥ: Διπλασιασμός των κρουσμάτων Covid-19 κατά τη διάρκεια της εξεταστικής στο ΑΠΘ