in

Να πάρουμε το κράτος στα σοβαρά. Του Δημήτρη Χριστόπουλου

Να πάρουμε το κράτος στα σοβαρά. Του Δημήτρη Χριστόπουλου

Η Αριστερά ως τα σήμερα είτε δεν έπαιρνε σοβαρά το κράτος, είτε το έπαιρνε σοβαρά μόνο ως αντίπαλο. Ήρθε η ώρα να πάρουμε στα σοβαρά το κράτος όχι μόνο ως αντίπαλο διότι απλώς το κράτος δεν είναι ένα πράγμα. Το κράτος είναι πριν απ’ όλα μια κοινωνική σχέση, είναι –παραθέτω Πουλαντζά  –«η υλική συμπύκνωση ενός συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις όπως αυτή εκδηλώνεται με ειδικό τρόπο μέσα στους κόλπους του ίδιου του κράτους».

Στο πεδίο των πολιτειακών μηχανισμών που χαρακτηρίζονται από τη μαζική παρουσία των ανθρώπων, η Αριστερά, λόγω συνδικαλιστικής δράσης, έχει μια επαφή. Με τα καλά και τα κακά της φυσικά που παρέλκει εδώ να αναφερθούν. Ωστόσο, στους υπόλοιπους μηχανισμούς, έχουμε πολύ δρόμο μπροστά. Διότι, κακά τα ψέματα, η Αριστερά πάσχει από έναν λειτουργικό αναλφαβητισμό στη γλώσσα της δημόσιας διοίκησης. Διαβάζουμε, αλλά δεν γράφουμε. Δεν έχουμε μάθει να γράφουμε διοικώντας το κράτος. Κι αυτό είναι μεγάλο έλλειμμα.Το πλεονέκτημα μεταξύ άλλων αυτής της θέσης είναι ότι θέτει ανάγλυφα ένα σοβαρό ζήτημα στρατηγικής σημασίας: το γεγονός ότι το κράτος δεν είναι ένα μονολιθικό μπλοκ, χωρίς χαραμάδες, που θα αντιμετώπιζαν οι «μάζες» μετωπικά όντας έξω απ’ αυτό και που θα έπρεπε να το αποδιαρθρώσουν συνολικά μέσω μιας μετωπικής εξέγερσης. Αντίθετα, επειδή το κράτος είναι «μια υλική συμπύκνωση ενός συσχετισμού δυνάμεων» διατρέχεται από αντιφάσεις. Είναι ουσιωδώς τόπος αντιφάσεων, και μάλιστα στο σύνολο των μηχανισμών του, τόσο στους μηχανισμούς εκείνους όπου ο πληθυσμός δίνει το φυσικό του παρόν, όπως η εκπαίδευση, όσο και στους μηχανισμούς όπου είναι φυσικά απών, όπως κατεξοχήν η δημόσια διοίκηση.

Το να αναμετρηθούμε μαζί του είναι η μεγάλη πρόκληση σήμερα την οποία η κυβέρνηση φαίνεται να αναλαμβάνει. Η επανασύνδεση των υπουργικών χαρτοφυλακίων Εσωτερικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Δημόσιας Τάξης σε ένα ενιαίο Υπουργείο, με τη (δυστυχή λόγω Αν.Ελ.) προσθήκη του Μακεδονίας-Θράκης, δεν αποτελεί απλώς μια διαδικαστική κίνηση οργανωτικού χαρακτήρα. Συνιστά ένα κορυφαίο πολιτικό διάβημα με ιδιαίτερο συμβολισμό και στρατηγική σημασία που υπερβαίνει κατά πολύ την διασφάλιση διοικητικής ευελιξίας και αποτελεσματικού συντονισμού του κυβερνητικού έργου. Με την απόφαση αυτή συγκροτούνται σε μια ευρεία αλλά ενιαία θεσμική οντότητα οι διοικητικές λειτουργίες που συγκροτούν σε τελική ανάλυση τον σκληρό πυρήνα του κράτους και του πολιτεύματος: συγκρότηση του λαού και του εκλογικού σώματος, ιθαγένεια, διαχείριση αλλοδαπότητας, οργάνωση, διεξαγωγή, εποπτεία εκλογικής διαδικασίας, οργάνωση και στελέχωση των κρατικών μηχανισμών στο πεδίο της αυτοδιοίκησης και της κεντρικής διοίκησης. Τέλος, ασφάλεια, δημόσια τάξη και ασφάλεια πολιτεύματος.

Αναφερόμαστε δηλαδή σε ένα υπουργείο ελληνικού πληθυσμού στο οποίο η Αριστερά πλέον δεν καλείται να κάνει επίδειξη συνδικαλιστικών αντανακλαστικών αλλά συντονισμού και ενός νέου ύφους και ήθους δημόσιας διοίκησης σε μια εξόχως δύσκολη περίοδο για τη χώρα. Αυτό εννοώ με τον εισαγωγικό υπαινιγμό «να πάρουμε το κράτος στα σοβαρά». Στην πράξη, όμως και χωρίς υπεκφυγές… Διότι, στο θεωρητικό επίπεδο, η κριτική του οικονομισμού, του εξελικτισμού και μιας μηχανιστικής-εργαλειακής αντίληψης για το κράτος δεν είναι κάτι που πρέπει να επινοήσουμε σήμερα. Αρκεί να ξεσκονίσουμε από τις βιβλιοθήκες μας τα βιβλία των μεγάλων θεωρητικών που προχώρησαν τη μαρξιστική σκέψη προς τη σχετική αυτονομία του εποικοδομήματος. Να θυμηθούμε αυτούς που μας έμαθαν ότι το κράτος δεν αποτελεί ένα αρραγές και μονολιθικό οικοδόμημα, αλλά αντιθέτως ένα ρωγματώδες πλαίσιο με τις έντονες εσωτερικές του αντιφάσεις. Αυτές τις αντιφάσεις οφείλουμε να αξιοποιήσουμε καθώς ένα μεγάλο κομμάτι του αγώνα θα διεξαχθεί εντός των θεσμών με μεταρρυθμίσεις που θα έχουν το πρόσημο της δικής μας πολιτικής ταυτότητας. Από την αρχή της κρίσης, όπου ο όρος «μεταρρύθμιση» έγινε συνώνυμος της απορρύθμισης υποστηρίζουμε πως επείγει ο επαναπατρισμός της έννοιας της μεταρρύθμισης στην ιστορική της κοιτίδα, στην Αριστερά. Χωρίς μεταρρυθμίσεις στις δημόσιες πολιτικές, το στίγμα μας είναι αόρατο και η πορεία χωρίς πυξίδα.

Ο αγώνας για την ποιότητα της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων

Σήμερα, που o κόσμος παρακολουθεί αμήχανος το bras de fer μεταξύ της ελληνικής και γερμανικής κυβέρνησης, στο εσωτερικό της χώρας, μετά τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ διεξάγεται κι ένας άλλος αγώνας. Ένας αγώνας που διεξάγεται μακριά από τα φώτα της ευρωπαϊκής δημοσιότητας. Δεν αφορά τη διευθέτηση του δημόσιου χρέους αλλά τη εμβάθυνση των δημοκρατικών θεσμών της χώρας και την εδραίωση μιας πολιτικής κουλτούρας δικαιωμάτων. Η έκβαση αυτού του αγώνα είναι όμως, σε ένα κρίσιμο βαθμό – όχι εξ ολοκλήρου – εξαρτημένη από την έκβαση των διαπραγματεύσεων που διεξάγονται σήμερα. Όσο όμως διαιωνίζονται στην Ελλάδα πολιτικές που οξύνουν τα κοινωνικά αδιέξοδα, την ανισότητα και την αδικία, δεν μπορούμε να έχουμε σοβαρές ελπίδες ότι θα αλλάξει και το θεσμικό εποικοδόμημα με τους κραυγαλέους αναχρονισμούς του. Η χώρα αυτή κυβερνήθηκε για ικανά χρονικά διαστήματα από τα εκσυγχρονιστικά τμήματα των ελληνικών πολιτικών ελίτ, άλλοτε με ειλικρινή και άλλοτε με προσχηματική προσήλωση σε μια ατζέντα των θεμελιωδών ελευθεριών και κριτική διάθεση απέναντι στον ελληνικό εθνικισμό. Κι όμως, αν το καλοσκεφτούμε, οι μεγάλες αλλαγές στο χώρο της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων που ρίζωσαν στη χώρα αυτή, πραγματοποιήθηκαν όταν ξεκίνησε το μεγάλο σχέδιο κοινωνικής αναδιανομής του 1981 των πρώτων ετών της διακυβέρνησης ΠΑΣΟΚ ή το 1974 αμέσως μετά τη χούντα, σε μια ριζική αλλαγή πολιτειακού καθεστώτος. Για να μπορέσει εκ νέου να εκδημοκρατιστεί το εποικοδόμημα των θεσμών και των δικαιωμάτων θα πρέπει συνάμα να ξεκινήσει αυτή η τεράστια επιχείρηση αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου.

Ωστόσο επείγουν πράγματα! Eπιτέλους, να φτιάξουν οι ελληνικές φυλακές. Να σχεδιαστεί και να υλοποιηθεί μια ανθρώπινη μεταναστευτική πολιτική. Να δοθεί ιθαγένεια στους ριζωμένους στην Ελλάδα ξένους και τα παιδιά τους. Να κλείσουν τα κέντρα κράτησης. Να εκδημοκρατιστεί η Ελληνική Αστυνομία. Να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η ναζιστική απειλή στο πολίτευμα μας. Και ο κατάλογος μόλις αρχίζει… Τα περισσότερα από τα παραπάνω είναι δίχως σοβαρό οικονομικό κόστος. Όσο το οικονομικό, είναι το μείζον επίδικο στο εξωτερικό μέτωπο, άλλο τόσο δεν είναι στο εσωτερικό. Εδώ το μέτωπο έχει ιδεολογικό κόστος και μάλιστα όχι μόνο σε ό,τι αφορά τον συσχετισμό δυνάμεων με τους αντιπάλους, αλλά και τους εσωτερικούς, ουσιωδώς πιο κρίσιμους, συσχετισμούς στην Αριστερά..

Αν η ελληνική κυβέρνηση ταπεινωμένη αναγκαστεί να αποδεχθεί τη νέα pax germanica τότε οι ελπίδες μικραίνουν. Οι ηττημένες κοινωνίες λίγο ενδιαφέρονται για τις ελευθερίες των ανθρώπων τους, την ποιότητα της δημοκρατίας τους και για μια κριτική ανάγνωση της ταυτότητάς τους. Αν αντιθέτως η κυβέρνηση κερδίσει αυτό που ζήτησε από την αρχή, πολιτικό χώρο και χρόνο να αναπνεύσει, τότε μπορούμε να είμαστε αισιόδοξοι και για την ποιότητα της ελληνικής δημοκρατίας.

Τα τέσσερα τελευταία χρόνια που η Ελλάδα κυβερνάται υπό την εποπτεία της Τρόικας, η υπόθεση των δικαιωμάτων πήγε πολύ πίσω για τρεις λόγους: Πρώτον, διότι, η «Ευρώπη», άλλοτε συνώνυμο του θεσμικού εκσυγχρονισμού, των δικαιωμάτων και του εκδημοκρατισμού, όπως για όλες τις χώρες του Νότου, έγινε συνώνυμο της τιμωρίας και της λιτότητας. Δεύτερον, διότι με εξαίρεση ελάχιστων αλλαγών που μπόρεσαν να περάσουν λίγο πριν τα Μνημόνια δυναστεύσουν τη χώρα, σε όλα τα υπόλοιπα, η ελληνική συντηρητική κυβέρνηση είχε στυλώσει τα πόδια, αδιαφορώντας για καταδίκες της Ελλάδας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο που αφορούσαν υποθέσεις από την υπέρμετρη αστυνομική βία ως το περίφημο σύμφωνο συμβίωσης που στοιχειώνει καθώς οι προηγούμενες κυβερνήσεις δεν αποδέχονταν το αυτονόητο δικαίωμα ομόφυλων ζευγαριών να το συνομολογήσουν. Ο ελληνικής κοπής νεο-συντηρητισμός ήταν η άλλη όψη του νεοφιλελεύθερου νομίσματος. Τέλος, η υπόθεση των δικαιωμάτων πήγε πίσω, διότι πολύ απλά η Τρόικα και η Ε.Ε. ούτε που νοιάστηκαν για τις επιπτώσεις των πολιτικών που υπαγορεύτηκαν εδώ στα δικαιώματα. Η Διεθνής Ομοσπονδία Δικαιωμάτων του Ανθρώπου το τεκμηρίωσε επαρκώς στην εξόχωςλεπτομερή έκθεσή της για τα δικαιώματα στον καιρό της λιτότητας στην Ελλάδα. Τα δικαιώματα υποβαθμίστηκαν ως μια αναγκαία «παράπλευρη απώλεια» της δημοσιονομικής αναπροσαρμογής ή, ως και μια αρμόζουσα τιμωρία των «κακών μαθητών» της Ε.Ε.

Ο αγώνας που θα διεξαχθεί εντός των θεσμών δεν είναι μόνος του. Πρέπει να συμβαδίζει μ’ έναν εξωτερικό αγώνα με στόχο την ανάπτυξη του λαϊκού ελέγχου και την επέκταση της άμεσης δημοκρατίας και της κοινωνικής συμμετοχής: για το λόγο αυτό, όσο κρίσιμο είναι το θέμα των σχέσεων του κόμματος με την κυβέρνηση, για το οποίο έχουν ήδη διατυπωθεί ευσύνοπτα ορθές κατευθύνσεις, από τον Χριστόφορο Βερναρδάκη, στην Εποχή της προηγούμενης Κυριακής (που δεν αίρουν πάντως την απαισιοδοξία μας από τις ως τώρα επιδόσεις), άλλο τόσο κρίσιμο είναι το θέμα των σχέσεων κοινοβουλευτικής ομάδας της συμπολίτευσης και κυβέρνησης. Να μην ξεχνιόμαστε: η κοινοβουλευτική ομάδα της συμπολίτευσης δεν είναι η κυβέρνηση. Οφείλει να ελέγχει την κυβέρνηση, να προωθεί τα αιτήματα, τις ανησυχίες και τις προσδοκίες της ελληνικής κοινωνίας και, όταν χρειαστεί, να έρθει αντιμέτωπη με την κυβέρνηση, προωθώντας τις πολιτικές για τις οποίες ο ελληνικός λαός την εμπιστεύτηκε. Αυτή η διάκριση νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας, όσο δεδομένη είναι στη θεωρία, άλλο τόσο ζητούμενη είναι στην πράξη, κυρίως μεταξύ ανθρώπων που μεταξύ χθες ήταν μαθημένοι στα ίδια μετερίζια. Μερικές καρδιές λοιπόν θα χαλάσουν, αλλά για καλό θα είναι … Αυτό θα είναι ένα από τα πολλά κόστη του να πάρουμε το Κράτος στα σοβαρά. Αν όμως το κάνουμε, τα οφέλη θα είναι πολλαπλώς μεγαλύτερα. Να πάρουμε το Κράτος στα σοβαρά λοιπόν. Στην πράξη.

Ευχαριστώ τον Ανδρέα Τάκη για τις παρατηρήσεις

Το κείμενο βασίζεται  στην εισήγηση στην  εκδήλωση «Κυβέρνηση της Αριστεράς: η ώρα της πράξης», που οργάνωσαν τα «Ενθέματα» και το RedNotebook, το Σάββατο 14 Φεβρουαρίου.

πηγή: Ενθέματα Αυγής

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Hunger Games στην Ευρώπη;

«Ο Στρατηγός Ντελα Ρόβερε» από την Ταινιοθήκη της ΕΡΤ-3