Λακανικοί, αριστερά και κομμουνισμός

Του Χρήστου Λάσκου

Η «φιλελεύθερη δημοκρατία» δεν επιτρέπει, επ’ ουδενί, την ουσιώδη μεταβολή της. Για την ακρίβεια, επιτρέπει τα πάντα αρκεί να μην αλλάζει τίποτε! Ιστορικά, εξάλλου, ο φιλελευθερισμός υπήρξε ελάχιστα φίλος της δημοκρατίας. Όπως, επίσης ιστορικά, τα περισσότερα από όσα διαθέτει αυτή η «φιλελεύθερη δημοκρατία» οφείλονται στο εργατικό κίνημα και στον αντικαπιταλιστικό αγώνα

«Κοιτάξτε να δείτε, η επιθυμία σας για επανάσταση υποκρύπτει το λόγο του Κυρίου. Αυτό δείχνει η εμπειρία. Τελικά αυτό που ζητάτε ως επαναστάτες είναι ένας νέος Κύριος, ένας νέος Αφέντης».
Ζακ Λακάν

 

Αν υπάρχει ένα ιδεολογικό (;) ρεύμα στο πλαίσιο της Αριστεράς, που εξασφαλίζει σήμερα τη μέγιστη δημοσιότητα και διαθέτει τους κορυφαίους σούπερσταρ διανοούμενους παγκοσμίως, είναι σίγουρα εκείνο που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, χρωστάει –και το αναγνωρίζει το ίδιο, κραυγαλέα- στη λακανική ψυχανάλυση. Δείκτης αυτού είναι ο κατακλυσμός που επισυμβαίνει στις αίθουσες που φιλοξενούν τον Ζίζεκ ή τον Μπαντιού –αλλά και τη Μπάτλερ, στην Αθήνα πέρυσι.

Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον μέσα στη συγκυρία της καπιταλιστικής κρίσης στο μέτρο που αυτοί οι λακανικοί εμφανίζονται ως εξαιρετικά ριζοσπάστες, αναδεικνύοντας σε όλες τους τις παρεμβάσεις την αδήριτη και άμεση ανάγκη προώθησης της υπόθεσης του κομμουνισμού.

Νομίζω πως αυτό είναι, κατά μια ισχυρή έννοια, παράδοξο. Το παράθεμα που προτάχθηκε, με τα λόγια του Λακάν του ίδιου, δίνει ένα λόγο που το λέω. Για το Λακάν, λοιπόν, αυτό που ζητούν οι επαναστάτες –βαθειά μέσα τους;- δεν είναι η καθολική χειραφέτηση, αλλά ένας νέος Αφέντης. Κάπως έτσι, άλλωστε, το έθετε και ο Ζίζεκ πριν από χρόνια, στο περίφημο Υψηλό αντικείμενο της ιδεολογίας, αποτιμώντας την υπάρχουσα φιλελεύθερη δημοκρατία θετικά: «Αληθεύει φυσικά ότι η δημοκρατία καθιστά δυνατές κάθε λογής χειραγώγηση και διαφθορά, την κυριαρχία της δημαγωγίας και πλείστα άλλα παρόμοια φαινόμενα –όμως ευθύς μόλις εξαλείφουμε τη δυνατότητα τέτοιων παραμορφώσεων, χάνουμε την ίδια τη δημοκρατία: ένα σαφές παράδειγμα του εγελιανού Καθολικού που μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο σε ακάθαρτες, παραμορφωμένες, διεφθαρμένες μορφές –αν θελήσουμε να αφαιρέσουμε αυτές τις παραμορφώσεις και να συλλάβουμε το Καθολικό στην άσπιλη καθαρότητά του, καταλήγουμε στο ακριβώς αντίθετο. Η αποκαλούμενη πραγματική δημοκρατία είναι απλώς ένα άλλο όνομα για τη μη δημοκρατία». Η «αποκαλούμενη πραγματική δημοκρατία», φυσικά, δεν είναι άλλο από τον αποκαλούμενο κομμουνισμό.

Η παραδοξότητα της κομμουνιστικής δέσμευσης των συγκεκριμένων λακανικών επισημάνθηκε, προφητικά σχεδόν, και από το Γιάννη Σταυρακάκη, στο προ δεκαετίας και βιβλίο του Ο Λακάν και το Πολιτικό, όπου σαφώς και ευκρινώς υποστηρίχθηκε η ασυμβατότητα του λακανικού στοχασμού με τα ουτοπικά-χειραφετητικά σχέδια: «[…], όπως δείχνει μια ιστορική και θεωρητική ανάλυση, η πολιτική της ουτοπίας –η οποία δέσποζε επί μακρόν στον πολιτικό μας ορίζοντα και εμφανίζει σήμερα κάποια σημάδια αναζωπύρωσης- συνεπάγεται μια σειρά κινδύνους που καμία σοβαρή πολιτική ανάλυση και πρακτική δράση δεν θα πρέπει να αγνοήσει. Η κρίση της ουτοπικής πολιτικής δεν πρέπει, λοιπόν, να προκαλεί απογοήτευση και πολιτική απαισιοδοξία γιατί, αντιθέτως, μας επιτρέπει να «απελευθερώσουμε» την πολιτική μας φαντασία από τη μέγγενη της φαντασιωτικής ηθικής της αρμονίας και να αναπτύξουμε έτσι περαιτέρω το δημοκρατικό δυναμικό αυτής της φαντασίας … Η λακανική θεωρία μπορεί να συμβάλει καταλυτικά σε αυτές τις πολιτικές «απελευθερώσεις», προσφέροντας ταυτόχρονα μια μη –θεμελιωτική ηθική βάση για την επαρκέστερη άρθρωσή τους». Ο Λακάν, λοιπόν, αν μπορεί να βοηθήσει στον πολιτικό μας προσανατολισμό θα είναι στο μέτρο που μας απελευθερώνει από τα …απελευθερωτικά προτάγματα. Στο μέτρο, με άλλα λόγια, που μας μαθαίνει πόσο επικίνδυνη είναι οποιαδήποτε διεκδίκηση της απόλυτης κοινωνικής αρμονίας και της ριζικής χειραφέτησης.

Τροφή για σκέψη σε μια εποχή που τα προβλήματα είναι τόσο ριζικά, ώστε να οδηγούν στον πειρασμό να φανταστούμε και να επιδιώξουμε ριζικές λύσεις. Ο Ζίζεκ ήδη μετατοπίστηκε εδώ και καιρό, όπως είδαμε, και σήμερα πια είναι λενινιστικότερος του Λένιν. Μήπως, όμως, το δίκιο το είχε ο παλιός λακανικός; Μήπως τα «ριζικά» είναι πραγματικά επικίνδυνα; Μήπως, δηλαδή, τα «ριζικά» είναι «ολοκληρωτικά»; Και, συνεπώς, η θλιμμένη μας μετριοπάθεια είναι όρος καλής ζωής και καλής κοινωνίας; Ας δούμε και πάλι πώς το θέτει ο Σταυρακάκης: «Είναι δυνατόν να διατηρήσουμε … το στοιχείο της ελπίδας χωρίς να το εντάξουμε σε ένα ουτοπικό όραμα; Μπορούμε να έχουμε πάθος στην πολιτική χωρίς να έχουμε ολοκαυτώματα; Η εμπειρία της δημοκρατικής επανάστασης επιτρέπει κάποια αισιοδοξία. Ο εκδημοκρατισμός είναι σαφώς ένα πολιτικό σχέδιο ελπίδας. Όμως ο δημοκρατικός λόγος δεν βασίζεται (ή δεν θα έπρεπε να βασίζεται) στο όραμα μιας ουτοπικής αρμονικής κοινωνίας. Εδράζεται στην αναγνώριση της αδυνατότητας και των καταστροφικών συνεπειών κάθε τέτοιου ονείρου. Εκείνο που διαφοροποιεί τη δημοκρατία από άλλες πολιτικές μορφές κοινωνίας είναι ότι νομιμοποιεί τη σύγκρουση και αρνείται να την εξαλείψει με την εγκαθίδρυση μιας αυταρχικής αρμονικής τάξης».

Η λακανική «μετριοπάθεια»

Νομίζω πως όλο το θέμα τίθεται με τρόπο που επιτρέπει τη λαθροχειρία. Πρώτον, διότι υποθέτει πως οποιαδήποτε ιδέα ριζικού κοινωνικού μετασχηματισμού είναι δεμένη με μια αντίστοιχη επιδίωξη απόλυτης αρμονίας, πράγμα που δεν προκύπτει από πουθενά. Δεύτερον, διότι αντιμετωπίζει το υπάρχον ως μερικώς αποδεκτό και μετρίως επιδιορθώσιμο, ενώ για την πλειοψηφία των ανθρώπων ίσως συνιστά ήδη συνθήκη παντελώς ανυπόφορη. Και, όλ’ αυτά συνδεμένα με μια αξίωση να αποδεχτούμε πως όταν μιλάμε για τον κομμουνισμό πρόκειται για την «πολιτική της ουτοπίας» -αξίωση πραγματικά παράδοξη αν αναλογιστούμε πως από τους πρώτους και οξύτερους επικριτές της ουτοπίας στα νεότερα χρόνια είναι ακριβώς οι κομμουνιστές, με πρώτους τους Μαρξ και Ένγκελς.

Γιά να δούμε, λοιπόν, μερικά από αυτά τα ζητήματα. Λέγεται, με γνήσιο «αντιολοκληρωτικό», σχεδόν ποπεριανό, πνεύμα, πως «η πολιτική της ουτοπίας …συνεπάγεται μια σειρά κινδύνους». Αναρωτιέμαι: η έλλειψη της «πολιτικής της ουτοπίας» δεν συνεπάγεται κινδύνους; Αναρωτιέμαι επιπλέον: σε μια εποχή πλήρους κατίσχυσης του καπιταλιστικού φαντασιακού και του εμπορευματικού ολοκληρωτισμού είναι δυνατόν το πρόβλημά μας να είναι η «ουτοπία»; Από την άλλη, γιατί μια ριζικά εξισωτική πρόταση στο οικονομικό πεδίο θεωρείται ουτοπική; Για τους κομμουνιστές, η επανάσταση απαιτείται όχι για να φέρει την «αρμονία», αλλά την ισότητα. Να εξασφαλίσει δηλ. σε όλους τις θεμελιώδεις προϋποθέσεις, ώστε να μην τους απαγορεύεται η ευτυχία: αν θα τη βρουν το βλέπουμε, ας μην εμποδίζονται τουλάχιστον να την επιδιώξουν.

Η ουτοπία ενέχει μια ιδέα τελειότητας, αρμονίας, οριστικού. Αντιθέτως, η ίση διανομή και ο συλλογικός έλεγχος των μέσων παραγωγής δεν επιδιώκει την «Αρμονία». Αυτό που κάνει είναι να ισχυρίζεται πως είναι απολύτως εφικτή μια κατά πολύ καλύτερη –και όχι «τέλεια»- ζωή για όλους τους ανθρώπους, την ίδια στιγμή που αντιλαμβάνεται πως δεν γίνεται ουσιώδης μετασχηματιστική πολιτική χωρίς κάποιο είδος «οράματος», δηλαδή πάθους.

Γι’ αυτό, εξάλλου, είναι σόλοικο να χρησιμοποιείται ως επιχείρημα που δείχνει τον «τέλειο, αρμονικό, οριστικό» χαρακτήρα της κομμουνιστικής επιδίωξης η διατύπωση: «[σ]τον Μαρξ, για παράδειγμα, ο καταστατικός ρόλος της πάλης των τάξεων αναγνωρίζεται αρχικά, για να εξαλειφθεί στη συνέχεια στην κομμουνιστική κοινωνία του μέλλοντος». Γιατί αυτό δεν σημαίνει την εξάλειψη όλων των ανταγωνισμών, αλλά των ταξικών. (Αλήθεια, θα έπρεπε, για κάποιο λόγο, να θεωρήσουμε την ταξική διαίρεση καθολική σταθερά της ανθρώπινης κατάστασης, αιώνιας διάρκειας; Γιατί, άραγε, η κατάργηση της εκμετάλλευσης είναι αδύνατη και η προσπάθεια υλοποίησής της έχει αναγκαία καταστροφικές συνέπειες; Ή δεν υπάρχει εκμετάλλευση; Ή είναι αθέμιτα ερωτήματα αυτά, κομμουνιστικά;).

Είναι προφανές, νομίζω, πως το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο κομμουνιστικό αίτημα, αλλά σε αυτού του είδους τον, «μετριοπαθή πολιτικώς», λακανισμό. Για τον οποίο, η κατάργηση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, της κρατικής καταπίεσης, είναι στόχοι που οδηγούν «αρμονικά» στη δυστοπία, εφόσον, κατά μια εξίσου χαρακτηριστική διατύπωση από το προαναφερθέν βιβλίο, «[τ]ο μόνο πρόβλημα … είναι ότι μερικές φορές και μόνο η προσπάθεια πραγμάτωσης … της αδυνατότητας απαιτεί εκατομμύρια θύματα». Και το πρόβλημα βρίσκεται εκεί, διότι η ψυχαναλίζουσα «μετριοπάθεια» δεν συνιστά μετριοπάθεια, αλλά πολύ άγρια τοποθέτηση, στο μέτρο που πρακτικά αποδέχεται την παρουσία της δυστυχίας και την αδικίας στο παρόν, αλλά εντέλει ματαιώνει την αντιμετώπισή τους στο μέτρο που υπάρχουν τα χειρότερα, τα «ουτοπικά».

Θέλω να πω, λέγεται πως το ουσιώδες και μόνιμο «υποπροϊόν» αυτών των «ουτοπικών» είναι η παραγωγή ενός αρχι –εχθρού που πρέπει να εξοντωθεί πάση θυσία. Μόνο που, για το κομμουνιστικό σχέδιο αυτός ο «αρχι –εχθρός» αντιστοιχεί σε δομικές θέσεις που πρέπει να καταργηθούν και όχι σε ανθρώπους που θα εξοντωθούν. Με την υπόθεση του αντιθέτου, ο καπιταλισμός γίνεται αποδεκτός κι έτσι αγνοείται πως ζούμε ολοκληρωτικά (!) στο πλαίσιο μιας ουτοπίας του παρόντος, της καπιταλιστικής, που παράγει μαζικά αρχι –εχθρούς: τους τεμπέληδες, τους άνεργους, τους αποτυχημένους …, μιας ουτοπίας που υλοποιείται εδώ και τώρα δένοντας χειροπόδαρα το παρόν και το μέλλον. Να το πούμε και αλλιώς: τίποτε δεν αποδεικνύει πως το υπάρχον είναι λιγότερο βίαιο και καταστροφικό από το «ουτοπικώς επιδιωκόμενο». Το αντίθετο: για να χρησιμοποιήσω ένα ιστορικό επιχείρημα και να προσφέρω τιμή στη Ρόζα Λούξεμπουργκ, είναι απολύτως βάσιμο να θεωρήσουμε πως αν, στις αρχές του 20ού αι. είχε επικρατήσει η ευρωπαϊκή Επανάσταση, είναι πιθανό να μην είχαμε τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και εκατοντάδες ακόμη πολεμικές εκατόμβες που επακολούθησαν!
(Επί τη ευκαιρία, μια και μιλάμε για «εξαλείψεις»: η εξάλειψη της πείνας είναι ουτοπικό σχέδιο;)

Η κομμουνιστική «αδιαλλαξία»

Το πράγμα μετά το 2008 έχει χοντρύνει πολύ. Είναι προφανές, νομίζω, πως ο πιο αδιάλλακτος αντικαπιταλισμός είναι πλέον όρος ύπαρξης της ίδιας της αριστερής πολιτικής. Περισσότερο από τα προγράμματα και τις προτάσεις, το πολιτικό πάθος είναι που απαιτείται, αυτό, δηλαδή, που δε γίνεται με προγράμματα και προτάσεις. Όχι απλά θα πρέπει να επιδιώξουμε το ριζικό μετασχηματισμό του υπάρχοντος, αλλά είναι κρίσιμο να ποντάρουμε και, κυρίως, να πιστέψουμε σε αυτόν. Πρόσφατα, ο Στάθης Κουβελάκης έθεσε σωστά το πραγματικό μας πρόβλημα: «Μιλάμε εμφατικά για το «σοσιαλισμό», για τη «λαϊκή εξουσία», την «επανάσταση» κ. λπ., …, όχι όμως ότι πιστεύουμε σοβαρά πως θα γίνουν όλα αυτά που λέμε στο μέλλον. Ότι θα έρθουν, δηλαδή, τω όντι μπροστά στα μάτια μας τα πάνω κάτω…».

Πρέπει να «πιστέψουμε», λοιπόν. Γιατί, απαντώντας στους «μετριοπαθείς», δεν είναι δυνατό να διατηρήσουμε το στοιχείο της ελπίδας χωρίς να το εντάξουμε σε ένα επαναστατικό όραμα. Γιατί δεν ζούμε σε μια συνθήκη κατά βάση «καλή», η οποία χρειάζεται βελτιώσεις μέσα από το «ανοιχτό δημοκρατικό παιχνίδι». Γιατί ο καπιταλισμός είναι ήδη ύβρις πλανητικών διαστάσεων, για τους ανθρώπους, τη γη, την θάλασσα και τον αέρα. Γιατί πάντοτε η σημερινή «ουτοπία» είναι η αυριανή κοινοτυπία –ας αναλογιστούμε πόσο ουτοπική ακούγονταν η μετριοπαθής δημοκρατική ιδέα στον 17ο, ας πούμε, αιώνα. Γιατί αν «ο εκδημοκρατισμός είναι σαφώς ένα πολιτικό σχέδιο ελπίδας», δεν είναι δυνατός, ωστόσο, χωρίς ριζική αλλαγή των σχέσεων παραγωγής και εξουσίας. Γιατί η «φιλελεύθερη δημοκρατία» δεν επιτρέπει, επ’ ουδενί, την ουσιώδη μεταβολή της. Για την ακρίβεια, επιτρέπει τα πάντα αρκεί να μην αλλάζει τίποτε! Ιστορικά, εξάλλου, ο φιλελευθερισμός υπήρξε ελάχιστα φίλος της δημοκρατίας. Όπως, επίσης ιστορικά, τα περισσότερα από όσα διαθέτει αυτή η «φιλελεύθερη δημοκρατία» οφείλονται στο εργατικό κίνημα και στον αντικαπιταλιστικό αγώνα. Να πιστέψουμε, λοιπόν, βαθιά στον κομμουνισμό. Και, στο τέλος, και ο Λακάν μαζί μας θα έρθει.

Πηγή: Η εποχή
 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

«Εικονική η ισοτιμία της γυναίκας» λέει η Αλέκα Παπαρήγα

ΣΥΝ: Σε μόνιμη σύγχυση ο Θ. Πάγκαλος