Κατάρρευση; Του Χρήστου Λάσκου

Wolfgang Streeck , Πώς θα τελειώσει ο καπιταλισμός; Δοκίμιο για ένα σύστημα που αποτυγχάνει (μετάφραση: Γιάννης Πεδιώτης), εκδόσεις Πλέθρον, σελ. 312

Η κατάρρευση πλησιάζει αναπότρεπτα και σύμφωνα με ειδήμονες μιλάμε για ένα χρονικό όριο μεταξύ 2020 και 2050

Κάρλος Τάιμπο

Σε περιόδους σαν την τωρινή ο καταστροφισμός και οι αποκαλυψιακές προφητείες είναι λογικό να ευδοκιμούν.

Ο πλανήτης είναι βυθισμένος για περισσότερο από δέκα χρόνια στη μεγαλύτερη οικονομική κρίση από το 1929, ενώ, την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, το δεύτερο (από πόσα;) κύμα της πανδημίας δείχνει τα δόντια του. Επιπλέον, η κλιματική καταστροφή συνεχίζεται, η ενεργειακή και η διατροφική διακινδύνευση εντείνονται.

Η αίσθηση, λοιπόν, του «τέλους» είναι όλο και εντονότερη. Δεδομένου, δε, ότι εδώ και δεκαετίες «είναι ευκολότερο να φανταστούμε το τέλος του κόσμου παρά το τέλος του καπιταλισμού», κατά τη γνωστή διατύπωση του Φρέντρικ Τζέιμσον, πολύ περισσότερο από άλλες εποχές βαθιάς κρίσης του συστήματος, το αίσθημα που κυριαρχεί –τουλάχιστον προσώρας– δεν είναι η οργή και το πάθος για εξέγερση, αλλά η απελπισία μπροστά σε μια απειλή που όχι μόνο φαίνεται δύσκολο να αντιμετωπιστεί, αλλά προβλέπεται να αυξάνει διαρκώς το καταστροφικό της δυναμικό. Όταν, στην αρχή του προηγούμενου αιώνα, η Ρόζα Λούξεμπουργκ προειδοποιούσε για την πιθανή έλευση της βαρβαρότητας, ο κομμουνισμός θεωρούταν εξίσου ή και περισσότερο πιθανός – το προλεταριάτο ήταν ισχυρό και αποφασισμένο να αγωνιστεί για την αποτροπή της: η κατάρρευση δεν σήμαινε αναγκαστικά καταστροφή. Σήμερα δεν είναι έτσι τα πράγματα. Οι περισσότερες σχετικές αναλύσεις συγκλίνουν σε μια πρόγνωση αποκαλυψιακής καταστροφής . Σύμφωνα με τον Κάρλος Τάιμπο, η Αποκάλυψη θα προηγηθεί και «όσοι απομείνουν» ίσως αναλάβουν το έργο μιας βιώσιμης κοινωνικής αναδόμησης σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση – ίσως, όμως, και όχι.

Το βιβλίο του Βόλφγκανγκ Στρέεκ, που σχετικά πρόσφατα μεταφράστηκε στα ελληνικά, είναι από τα βασικά έργα της διεθνούς συζήτησης αναφορικά με τη συγκεκριμένη θεματική. Πρωτοεκδόθηκε στα αγγλικά, από το Verso το 2014, με τίτλο How will Capitalism end?, και έχει προκαλέσει σημαντικό διεθνές ενδιαφέρον. Στην πραγματικότητα αποτελεί συλλογή παρεμβάσεων του Στρέεκ μετά το 2008, που αναλύουν τις ειδικές συνθήκες της μεγάλης Κρίσης που ξεκίνησε από τον αμερικανικό χρηματοπιστωτικό τομέα, τα μακροχρόνια αίτιά της και τις πιθανές της συνέπειες. Επιπλέον, ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου αναφέρεται στις εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση με μια εξαιρετική ανάλυση του ευρωενωσιακού νεοφιλελευθερισμού και της εξέλιξης του ευρωπαϊκού Consolidation State. Εξίσου σημαντικές είναι και οι πιο ειδικά «κοινωνιολογικές» επισημάνσεις του Στρέεκ, στο μέτρο που, κατά την άποψή του, ζητήματα αξιών, στάσεων, «ιδεολογίας» ευρύτερα, έχουν τόσο καθοριστικό ρόλο στην πορεία των πραγμάτων. που η μη συμπερίληψή τους κάνει την προσέγγιση αναξιόπιστη – δεν είναι τυχαίο πως το καταληκτικό κεφάλαιο ασχολείται με τη «δημόσια αποστολή της Κοινωνιολογίας».

Πρόκειται, επομένως, για ένα έργο με πλούσιο ενδιαφέρον σε πολλούς τομείς. Εδώ, όμως, με απασχολεί το κεντρικό του θέμα, γύρω από το οποίο αρθρώνονται όλα τα υπόλοιπα, αυτό, δηλαδή, του επερχόμενου τέλους του καπιταλισμού και ενός ορισμένου προβληματισμού σχετικά με το τι θα ακολουθήσει. Νομίζω πως στη σχετική συζήτηση το βιβλίο του Στρέεκ –μαζί με το συλλογικό Does Capitalism has a Future? των Immanuel Wallerstein, Randal Collins, Michael Mann, Georgi Drerloguian και Craig Calhoun (Oxford University Press, 2013) και το πολύ πρόσφατο Periodizing Capitalism and Capitalist Extinction του Richard Westra (Palgrave Macmillan, 2019)– θα αποτελεί για καιρό έργο αναφοράς.

Με δεδομένη την αναλυτική δεινότητα του Στρέεκ –παρά τις σημαντικές διαφωνίες που θα είχε ένας μαρξιστής σε πολλά σημεία–, το βιβλίο προσφέρει τη δυνατότητα να αναμετρηθούμε με μια πολύ ισχυρή επιχειρηματολογικά εκδοχή του «πεσιμιστικού επιχειρήματος» αναφορικά με το μέλλον. Γιατί η ουσία του «θεωρήματος του Στρέεκ» συνίσταται στην ιδέα πως ο καπιταλισμός, στο ορατό, ίσως και άμεσο, μέλλον, θα καταρρεύσει υπό το βάρος των, εκρηκτικών πια, εσωτερικών του αντιφάσεων, χωρίς να απαιτείται γι’ αυτό κανενός είδους αντισυστημικός εχθρός – το συνειδητό προλεταριάτο, οι επαναστάτες, το αντικαπιταλιστικό κίνημα ή οτιδήποτε σχετικό. Όλα αυτά, άλλωστε, έχουν εκλείψει πολύ πριν από τον ίδιο τον καπιταλισμό.

Κατά έναν παράδοξο, μάλιστα, τρόπο, η συντριπτική νίκη του συστήματος σε βάρος όλων όσων ιστορικά το αμφισβήτησαν είναι ο κύριος παράγοντας της σημερινής του ιδιο-ευαλωτότητας.

Ο καπιταλιστικός θρίαμβος υπήρξε ο θεμελιώδης όρος της αυτοϋπονόμευσής του. Ο καθαρός, σχεδόν ολοκληρωτικός, καπιταλισμός του 21ου αιώνα, απαλλασσόμενος από όλα όσα περιόριζαν την πλήρη αυτοεκτύλιξή του, υπέγραψε τη θανατική του καταδίκη. Γιατί αυτοί οι περιορισμοί αποτελούν σε τέτοια βαθμό λειτουργική προϋπόθεση οποιασδήποτε κοινωνικής θέσμισης, που η αποδιάρθρωσή τους αποδιαρθρώνει την ίδια την κοινωνική –αλλά και την στενά οικονομική– ζωή. Ο Στρέεκ ισχυρίζεται, αξιοποιώντας την διάσημη ορολογία του Lockwood, πως, μέσα σε λίγα χρόνια, ο καπιταλισμός διέρρηξε –μετά από τη συστημική– και την κοινωνική ολοκλήρωση, αποδομώντας και το πιο μικρό επίπεδο της κοινωνικής συγκρότησης. Κατακερματίζοντας τα πάντα, «εξαερώνοντας ό,τι ήταν στέρεο», διαλύοντας τις αξίες της πιο στοιχειώδους κοινωνικής συμβίωσης, στην πραγματικότητα αυτοκανιβαλίστηκε.

Καταστρέφοντας πλήρως τους εχθρούς του, άνοιξε τον δρόμο και για τη δική του καταστροφή. Με τα λόγια του Στρέεκ,

αντί να διαλέξω ένα από τα σενάρια της κρίσης […] υποστηρίζω ότι όλα, ή τα περισσότερα έστω, μπορούν να συναθροισθούν σε μια διάγνωση πολλαπλής κακοήθειας, σύμφωνα με την οποία συνυπάρχουν διαφορετικές διαταραχές και οι οποίες, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, ενισχύονται αμοιβαία. Ο καπιταλισμός […] ήταν ανέκαθεν μια εύθραυστη και απίθανη τάξη και για την επιβίωσή του βασίστηκε σε μια συνεχή εργασία επισκευών. Σήμερα, ωστόσο, υπάρχουν πάρα πολλά ευπαθή σημεία του που έχουν οξυνθεί και ταυτοχρόνως πάρα πολλά φάρμακα που έχουν εξαντληθεί ή καταστραφεί. Έτσι μπορούμε να συλλάβουμε το τέλος του καπιταλισμού ως θάνατο από χίλια τραύματα, ή από πολλαπλές εξασθενήσεις, καθεμία από τις οποίες γίνεται όλο και πιο αθεράπευτη, καθώς όλες απαιτούν ταυτοχρόνως θεραπεία […] Δεν έχει απομείνει καμία αποτελεσματική αντίσταση και κανένα πραγματοποιήσιμο μοντέλο δεν περιμένει στα φτερά της ιστορίας – η συσσώρευση ελαττωμάτων του καπιταλισμού, παράλληλα με την συσσώρευση του κεφαλαίου, μπορεί να ιδωθεί […] ως μια πλήρως ενδογενής δυναμική αυτοκαταστροφής, η οποία ακολουθεί μια εξελικτική λογική, διαλυτική στην εκδίπλωσή της, που δεν αναστέλλεται από ενδεχόμενα ή συγκυριακά συμβάντα, κατά μήκος μιας ιστορικής πορείας, από τον πρώιμο φιλελεύθερο καπιταλισμό και τον κρατικά διοικούμενο καπιταλισμό στον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό […]

Δηλαδή, για αν συνεχίσει η παρακμή του καπιταλισμού δεν απαιτείται καμία επαναστατική εναλλακτική, και σίγουρα όχι κάποιο κεντρικό σχέδιο μιας καλύτερης κοινωνίας που θα αντικαταστήσει τον καπιταλισμό. Ο σύγχρονος καπιταλισμός εξαφανίζεται από μόνος του, καταρρέοντας λόγω των εσωτερικών του αντιφάσεων, και καθόλου σαν συνέπεια της νίκης των εχθρών του – οι οποίοι συχνά έχουν σώσει τον καπιταλισμό από τον ίδιο του τον εαυτό, αναγκάζοντάς τον να αποκτήσει νέα μορφή. Αυτό που ακολουθεί μετά την τελική κρίση του καπιταλισμού, που βρίσκεται τώρα σε εξέλιξη, είναι, όπως υποστηρίζω, όχι ο σοσιαλισμός ή κάποια άλλη καθορισμένη κοινωνική τάξη, αλλά ένα παρατεταμένο interregnum (μεσοβασιλεία) – όχι ένα παγκόσμιο σύστημα ισορροπίας αλά Βαλλερστάιν, αλλά μια μεγάλη περίοδος κοινωνικής εντροπίας ή αταξίας […] Αποτελεί ενδιαφέρον πρόβλημα για την κοινωνιολογική θεωρία το αν και πώς μια κοινωνία δύναται να μετατραπεί για σημαντικό χρονικό διάστημα σε κάτι λιγότερο από κοινωνία […] [Μ]ια κοινωνία σε τέτοια μεσοβασιλεία θα ήταν μια κοινωνία αποθεσμισμένη ή υποθεσμισμένη, μια κοινωνία όπου οι προσδοκίες μπορούν να σταθεροποιηθούν μόνο για λίγο διάστημα […] και η οποία, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, είναι στην ουσία ακυβέρνητη […]

Υπο-κυβερνώμενος και υπο-διευθυνόμενος, ο κοινωνικός κόσμος της μετακαπιταλιστικής μεσοβασιλείας, ως συνέχεια του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού […] μπορεί ανά πάσα στιγμή να χτυπηθεί από μια καταστροφή.

Ο Στρέεκ παραθέτει στο βιβλίο ένα μεγάλο πλήθος επιχειρημάτων που υποστηρίζουν το θεώρημά του. Περισσότερο ή λιγότερο πειστικά, πάντοτε όμως σοβαρά και στοιχειοθετημένα. Αυτό που περιγράφει είναι ένα χαοτικό πλέον πλανητικό συνεχές, με βασικό του στοιχείο την εκτεταμένη απροσδιοριστία.

Οι βεβαιότητες είναι ελάχιστες –αν εξαιρέσουμε, ασφαλώς, τη βεβαιότητα για το επερχόμενο τέλος του καπιταλισμού και την ακόμη μεγαλύτερη βεβαιότητα για το ήδη συντελεσθέν τέλος της χειραφετητικής εναλλακτικής, στη σοσιαλδημοκρατική (;) ή στην κομμουνιστική της εκδοχή. Προσωπικά δεν είμαι το ίδιο βέβαιος – ιδίως για το δεύτερο. Τείνω να συμφωνήσω με την κριτική που του άσκησε ο Μάικλ Ρόμπερτς.

Ο Μαρξ είχε πλήρη συνείδηση πως δεν υπάρχει η παραμικρή εγγύηση πως ο κομμουνισμός θα διαδεχτεί τον καπιταλισμό. Η βαρβαρότητα έχει τις δικές της πολλές πιθανότητες. Ωστόσο, ο ισχυρισμός του Στρέεκ παραείναι ισχυρός για να θεωρηθεί και αποδεδειγμένος. Παρόλα αυτά, το βιβλίο του παρέχει εξαιρετική τροφή για σκέψη, σε μια περίοδο όπου η Αριστερά περισσότερο ενδιαφέρεται για το ολοκληρωτικά ατελέσφορο business as usual παρά για τα τεράστια ζητήματα που ανοίγονται μπροστά στην ανθρωπότητα, για τη διαχείριση μιας τιποτολογίας χωρίς έρμα, παρά για τα στρατηγικά θέματα που θα καθορίσουν το μέλλον.

Ο Στρέεκ δεν βλέπει πολιτικές εναλλακτικές. Και, ως προς αυτό, ίσως αποδειχτεί πως έχει άδικο. Σίγουρα, πάντως, δεν έχει δίκιο ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, ο οποίος στον πρόλογο της ελληνικής έκδοσης, τον εγκαλεί, αρκετά ενοχλημένα, για το γεγονός πως δεν αναμετριέται με τις πρόσφατες «αριστερές» εμπειρίες και εγχειρήματα, του ΣΥΡΙΖΑ για παράδειγμα. Αν το έκανε, νομίζω, ο πεσιμισμός του θα άγγιζε ακόμη πιο ακραία όρια. Και σίγουρα ο Ευκλείδης δεν έχει δίκιο όταν επικαλείται, για απροσδιόριστους λόγους, τον Πέρυ Άντερσον. Ο Άντερσον, ως γνωστόν, έχει τοποθετηθεί σχετικά με τον Ιούλιο του 2015, με μεγάλη σαφήνεια: υποστήριξε πως η προδοσία –δική του λέξη– του ΣΥΡΙΖΑ είναι εφάμιλλη μόνον εκείνης των σοσιαλδημοκρατών που το 1914 ψήφισαν στα κοινοβούλιά τους τις πολεμικές πιστώσεις, ανοίγοντας το δρόμο στη Μεγάλη Ανθρωποσφαγή.

ΥΓ. Το βιβλίο έχει πρωτοπαρουσιαστεί στην στήλη από τον Δημοσθένη Παπαδάτο -Αναγνωστόπουλο στις 27 Μαρτίου. Η επιλογή μου να το ξαναθυμίσω είναι, προφανώς, ενδεικτική της σημασίας του. Αποτελεί υποχρεωτικό, νομίζω, ανάγνωσμα, για όλους όσους ενδιαφέρονται για τα μεγάλα θέματα της εποχής μας.