Πανδημία στον καιρό του τέλους ( ; ) Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Wolfgang Streeck, Πώς θα τελειώσει ο καπιταλισμός; Δοκίμια για ένα σύστημα που αποτυγχάνει (μτφρ.: Γιάννης Πεδιώτης, πρόλογος: Ευκλείδης Τσακαλώτος), Πλέθρον 2019, σσ.: 304

Όσο οι άνθρωποι δίνουν μάχη για τη ζωή, όσο οι γιατροί διακινδυνεύουν παλεύοντας με τα λίγα, η πολιτική δεν σταματά. Είναι μέρες κρίσης, και στις κρίσεις οι αναλυτές του κυρίαρχου ρεύματος γίνονται καμιά φορά εξομολογητικοί: Ερμηνεύοντας την πολιτική του Τραμπ μπροστά στην έξαρση του κορωναϊού, το συστημικό Foreign Affairs1 εξηγεί ότι η κρίση δημόσιας υγείας έθεσε στις κυβερνήσεις δυο συγκρουόμενα καθήκοντα: από τη μια, να επιβραδύνουν την εξάπλωση, «αγοράζοντας» χρόνο για τα συστήματα υγείας – από την άλλη, να αποτρέψουν την ύφεση, που θα επιτάχυνε μια βιαστική παύση της οικονομικής ζωής. Το κρισιμότερο ήταν ο χρόνος: Αν αργούσαν να πάρουν μέτρα, θα «θέριζαν» μαζικούς θανάτους και ανυπολόγιστο πολιτικό κόστος. Αν βιάζονταν, η οικονομική «βουτιά» θα ήταν γρηγορότερη και οι απώλειες βαρύτερες2.

Για μια στιγμή, λοιπόν, η «κοινή γνώμη» μπερδεύτηκε: με την ανακοίνωση προσλήψεων γιατρών, με την αναστολή του ευρωπαϊκού Συμφώνου Σταθερότητας, τη γερμανική στροφή προς δαπάνες που δημιουργούν ελλείμματα και τη συζήτηση για έκδοση ευρωπαϊκού κορωνο-ομολόγου (με κινήσεις, δηλαδή, που δεν είχαν γίνει, ενώ το ζητούσαν σχεδόν όλοι μεταξύ 2008 και 2015), η πολιτική εξουσία φαινόταν να παραδέχεται δημόσια την αποτυχία της αγοράς να χειριστεί κάτι που απαιτούσε δημόσιες υπηρεσίες. Φάνηκε σαν, μπροστά στο φάσμα του θανάτου, να ανατέλλει ένα νέο «κοινωνικό συμβόλαιο»: ένας λιγότερο ανθρωποφαγικός καπιταλισμός. Δεν επρόκειτο για κάτι τέτοιο. Ήδη από τις 2 Μαρτίου, αναλυτές του ΟΟΣΑ3 είχαν προτείνει ένα μείγμα πολιτικής ώστε, να αποφύγουμε μεν τους θανάτους –γιατί το πρώτο που τρίζει στις πανδημίες είναι το κεφάλι του βασιλιά–, να αποφύγουμε όμως και τους κραδασμούς του συστήματος – γιατί η αντιμετώπιση της δύσκολης στιγμής εξαρτάται πάντα από το «πνεύμα» (τις «συστημικές ανάγκες») της εποχής.

Το προτεινόμενο «μείγμα» είχε πολιτικές για όλους: για τους ανθρώπους, τις εταιρείες – αλλά και για τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα του διεθνούς καπιταλισμού: Και αύξηση των πόρων, λοιπόν, για το σύστημα υγείας – και επέκταση της βραχυχρόνιας ανεργίας. Και ρευστό στα νοικοκυριά που έχει πλήξει η πανδημία – αλλά και φοροασυλία για τις επιχειρήσεις, και ρευστό για τις τράπεζες. Η κρατική φροντίδα για την απόκρουση της πανδημίας ήταν η μια όψη: η άλλη ήταν η μέριμνα να βελτιωθεί, στο όνομα του επείγοντος, η ταξική θέση του κεφαλαίου: η μείωση μισθών κατά 50%, παράλληλα με την επιδότηση ιδιωτικών κλινών, και τις διαβεβαιώσεις Βρούτση ότι οι θέσεις εργασίας θα κρατηθούν «με κάθε (ανθρώπινο) κόστος», δεν είναι παρά η εφαρμογή, στα καθημάς, αυτής της «εργαλειοθήκης». Το πολιτικό της ισοδύναμο είναι η διακυβέρνηση με Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου, η παρουσία της αστυνομίας παντού: η μεταμφίεση μιας κρίσης δημόσιας υγείας σε κρίση ασφάλειας.

Αυτή η εξωφρενική συστημική «ηθική» είναι ακατανόητη αν τη δεις έξω από την εποχή της: την εποχή που συζητιέται ευρύτατα, πια, το τέλος του καπιταλισμού. Ο Γερμανός κοινωνιολόγος Βόλφγκανγκ Στρεκ προλαβαίνει τις αντιρρήσεις: πράγματι, από το 1800, απ’ όταν έγινε δηλαδή λόγος περί «καπιταλισμού» για πρώτη φορά, οι σχετικές θεωρίες ήταν θεωρίες για τις κρίσεις και, εντέλει, για το θάνατό του. Η προεξόφληση του θανάτου δεν ήταν «προφητεία» των μαρξιστών: γι’ αυτόν μιλούσαν, μεταξύ πολλών, ο Βέμπερ, ο Σουμπέτερ, ακόμα και ο Χάγεκ (σ. 23-24). Με όλη την επίγνωση εκείνων των διαψεύσεων, το 2013, κοινωνικοί επιστήμονες όπως ο Ιμμάνουελ Βάλλερστάιν, ο Μάικλ Μαν, ο Ράνταλ Κόλινς και ο Κραιγκ Καλχούν δημοσίευαν ένα βιβλίο με το προκλητικό ερώτημα στον τίτλο: Έχει ο καπιταλισμός μέλλον;,

Καθένας τους εστίαζε αλλού: Ο Βάλλερστάιν συνέδεε το τέλος με τον τερματισμό της ατελείωτης συσσώρευσης κεφαλαίου, την εξάντληση παρθένων εδαφών και πηγών, την ανάγκη για δημόσιες επενδύσεις, που ωστόσο κοστίζουν. Ο Μαν πρότεινε έναν κατάλογο αιτιών: από την οικονομική παρακμή ως την πολιτική ανομία, κι από τις στρατιωτικές αδυναμίες των ΗΠΑ, ως τον κίνδυνο μιας οικολογικής καταστροφής ή ενός πυρηνικού πολέμου. Ο ίδιος δεν θεωρούσε απίθανο να βρεθούν τεχνολογικές λύσεις· σε κάθε περίπτωση, όμως, «αυτά για τα οποία "το τέλος είναι κοντά" είναι η εργατική τάξη και ο επαναστατικός σοσιαλισμός, πολύ περισσότερο από τον καπιταλισμό» (σ. 29).

Πιο σίγουρος για τον επιθανάτιο ρόγχο του καπιταλισμού, ο Ράνταλ Κόλινς τον απέδιδε στην τεχνολογία, που θα έχει εκτοπίσει την εργασία το πολύ ως τα μέσα του 21ου αιώνα. Θα αντέτεινε κανείς: η τεχνολογία πάντα προόδευε. Αλλά με την πληροφορική και την τεχνητή νοημοσύνη, εξηγούσε ο Κόλινς, το πράγμα έχει προχωρήσει πολύ: από τα μέσα του εικοστού αιώνα έχει καταστραφεί η χειρωνακτική εργατική τάξη, και σήμερα η τεχνολογία απειλεί να ξεπαστρέψει και τη «μεσαία» – κι ας έκανε τα πάντα η τελευταία προκειμένου να μη ζήσει την εργατική αγωνία της ανεργίας.

Γιατί δεν συνέβη νωρίτερα αυτό; Ο Κόλινς –διαβάζει ο Στρεκ– βλέπει πως σήμερα έκλεισαν πια οι παραδοσιακοί «δρόμοι διαφυγής» του καπιταλισμού: η ανάπτυξη θέσεων εργασίας (η τεχνητή νοημοσύνη τις κάνει περιττές)· η επέκταση των αγορών και η ανάπτυξη του χρηματοπιστωτικού τομέα (δεν θα μπορεί να σώσει θέσεις εργασίας)· η κρατική απασχόληση (ποιο κράτος να την εγγυηθεί, εν μέσω ελλειμμάτων και χρέους;)· και η χρήση της εκπαίδευσης (αλλά ποιος να νιώσει ασφαλής, ανάμεσα σε τόσους πτυχιούχους;).

Ο Στρεκ δεν παίρνει θέση στη διαμάχη για τα αίτια του τέλους. Μένει σε αυτό ενώνει τους πέντε κοινωνικούς επιστήμονες: στη διάγνωση της «πολλαπλής κακοήθειας» (σ. 35) που απειλεί τον καπιταλισμό. Ο ίδιος, λέει, μπορεί να καταρρεύσει από μόνος του – κι ας μην τον απειλεί κάποιος εχθρός. Ακριβώς, μάλιστα, η ανυπαρξία τέτοιου υπολογίσιμου αντίπαλου είναι επιπλέον «επιβαρυντική περίσταση»:

[…] θα θέλαμε να στραφούμε στην ιδέα του Καρλ Πολάνυι αναφορικά με τα κοινωνικά όρια της επέκτασης της αγοράς, όπως αυτή βρίσκεται στη βάση της αντίληψής του για τα τρία «επίπλαστα εμπορεύματα»: την εργασία, τη γη (ή τη φύση) και το χρήμα. Επίπλαστο εμπόρευμα είναι ένας πόρος για τον οποίο οι νόμοι της προσφοράς και της ζήτησης ισχύουν μόνο εν μέρει και στο περίπου, αν όχι και καθόλου […] μιας και η πλήρης εμπορευματοποίηση θα τα κατέστρεφε ή θα τα αχρήστευε (σ. 91)4.

Θα μπορούσε να απαντήσει κανείς ότι οι θεωρίες του Μεσοπολέμου για το περίφημο «σάπισμα» του καπιταλισμού καθοδήγησαν μια αυτοκαταστροφική πολιτική για την Αριστερά – παγιδεύοντάς τη μεταξύ παθητικής αναμονής, υποτίμησης του φασισμού και τυχοδιωκτικών εξεγέρσεων που βάφονταν στο αίμα. Παρότι η αδιαφορία του Στρεκ για την οργανωμένη Αριστερά είναι φανερή στα έντεκα δοκίμια που συνθέτουν το βιβλίο, το επιχείρημά του είναι πιο εκλεπτυσμένο. Καταρχάς, παραθέτει τη βεβαιότητα του οικονομικού ιθύνοντα νου της κυβέρνησης Κλίντον, του Λάρι Σάμερς, περί μακροχρόνιας στασιμότητας – και μαζί την εύγλωττη σύνοψη του Κρούγκμαν για τις λύσεις που «δούλεψαν» για τον καπιταλισμό τις τελευταίες τρεις δεκαετίες: «γνωρίζουμε πλέον ότι την οικονομική επέκταση της περιόδου 2003-2007 την παρήγαγε μια φούσκα. Μπορεί να πει κανείς το ίδιο για το τελευταίο μέρος της επέκτασης της δεκαετίας του 1990· όπως και για τα τελευταία χρόνια της επέκτασης επί Ρήγκαν, η οποία τότε κινήθηκε από την εκτροχιασμένη αποταμίευση και τη μεγάλη φούσκα στα εμπορικά ακίνητα» (σ. 42).

Έπειτα, συνοψίζει τις «πέντε διαταραχές» που αντιμετωπίζει από κοινού ο σημερινός καπιταλισμός – ό,τι, για να μείνουμε στο κλίμα των ημερών, οι γιατροί θα ονόμαζαν «συννοσηρότητα»: οικονομική στασιμότητα, ανισότητες και αναδιανομή προς τους πλουσιότερους, λεηλασία του δημόσιου τομέα (ένας καπιταλισμός που, από τις δομές, περνά στις ατομικές στρατηγικές), διαφθορά, ανυπαρξία κέντρου για μια παγκόσμια τάξη (σ. 96-103). Μπροστά σε τόσες αναταράξεις, ο μεταπολεμικός δημοκρατικός καπιταλισμός, αυτός που επιβίωσε στην κρίση του ’70 και στα χρόνια του νεοφιλελευθερισμού, είναι πια παρελθόν. Ο Στρεκ είναι ενήμερος για την τάση που ξεχωρίζει διάφορες «ποικιλίες» καπιταλισμού («αγοραίος-φιλελεύθερος», «οργανωμένος-ενσωματωμένος», «νεοφιλελεύθερος»), σα να μπορούσαμε τάχα να διαλέξουμε μεταξύ μιας αμερικανικής, μιας κινεζικής και μιας δυτικοευρωπαϊκής εκδοχής, ανάλογα με τις προτιμήσεις μας. Μια τέτοια ματιά

μπορεί να υποβάλει μια βολονταριστική αντίληψη της πολιτικής, σύμφωνα με την οποία ένας πανίσχυρος ιδανικός συλλογικός πολίτης – για να παραφράσω τον Καρλ Μαρξ, αναστοχάζεται, με τη βοήθεια ειδημόνων πολιτικών επιστημόνων, για το πώς να οικοδομήσει τη βέλτιστη πολιτική οικονομία από το θεσμικό υλικό που παρέχει η ιστορία […] ο καπιταλισμός και η δημοκρατία δεν είναι δύο τμήματα, όπως η μηχανή και το πηδάλιο, που μπορούν να συνδεθούν ανάλογα με την τεχνική συμβατότητά τους […] ο μεταπολεμικός δημοκρατικός καπιταλισμός δεν ήταν μια επιλογή που έκαναν δεξιοτέχνες κοινωνικοί μηχανικοί ή ευαισθητοποιημένοι πολίτες μέσα από ένα εύρος λιγότερο βέλτιστων εναλλακτικών, αλλά ένας ιστορικός συμβιβασμός μεταξύ της τότε εξαιρετικά ισχυρής εργατικής τάξης και της εξίσου εξαιρετικά εξασθενημένης καπιταλιστικής τάξης, που δεν είχε βρεθεί ποτέ πριν σε ανάλογη θέση πολιτικής και οικονομικής άμυνας (σ. 238).

Το βιβλίο του Στρεκ –με την εξαίρεση αστοχιών (βλ. «η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία υποστηρίζει τη μετανάστευση και ανοίγει τα σύνορα», σ. 50), είναι μια οξυδερκής ανάλυση όσων ήδη υποψιαζόμαστε. Δεν προτείνει πολιτική· ομολογεί, όμως, με ειλικρίνεια τα όρια της επιστήμης – φωτίζοντας την ίδια στιγμή τον κοινωνικό ρόλο της:

Η κοινωνική επιστήμη μπορεί να κάνει λίγα, αν όχι τίποτα, για να βοηθήσει στην επίλυση των δομικών εντάσεων και αντιθέσεων που βρίσκονται στη βάση των οικονομικών και κοινωνικών διαταραχών της εποχής. Αυτό που μπορεί να κάνει, ωστόσο, είναι να φωτίσει και να προσδιορίσει τις ιστορικές συνέχειες στο πλαίσιο των οποίων μπορούμε να κατανοήσουμε με πληρότητα τις παρούσες κρίσεις (σ. 130 & Κεφ. 11).

Ποιος θα σκεφτεί πάνω στα θεμέλια και τα όρια του καπιταλισμού, αν η ίδια παραιτηθεί από αυτό το καθήκον;

***

Το βιβλίο αξίζει το δίχως άλλο μια δεύτερη έκδοση. Εκεί θα διορθωθούν και οι μεταφραστικές κακοτοπιές, για τις οποίες δεν φταίνε μόνο παραλείψεις της διόρθωσης: η «εμπορικοποίηση» (σ. 91), η «ευρωπαϊκοποίηση» (σ. 204) και το «κεϋνσιακό» (αντί του κεϋνσιανού).

________________________

Σημειώσεις

1 Pierre-Oliver Gourinchas, “Flatten the Curve of Infection and the Curve of Recession at the Same Time”, Foreign Affairs, 26.3.2020 (διαθέσιμο εδώ: https://www.foreignaffairs.com/articles/world/2020-03-26/flatten-curve-infection-and-curve-recession-same-time?utm_medium=newsletters&utm_source=fatoday&utm_content=20200326&utm_campaign=FA_TODAY_032620%20Containing%20the%20Coronavirus%20Recession&utm_term=FA%20Today%20-%20112017).

2 Για μια συζήτηση: Michael Roberts, “Lockdown!”, The Next Recession, 24.3.2020 (διαθέσιμο εδώ: https://thenextrecession.wordpress.com/2020/03/24/lockdown/). Πρόσφατη έκθεση της JP Morgan μιλά για διψήφια ύφεση στην Ευρωζώνη (διαθέσιμοο εδώ: https://t.co/M1krsGrSih?amp=1).

3 Laurence Boone, “Coronavirus: the world economy at risk”, OECD Interim Outlook, 2.3.2020 (διαθέσιμο εδώ: https://www.oecd.org/economic-outlook/#presentation). Το ΔΝΤ συνόψισε τα άμεσα και διαρθρωτικά οικονομικά μέτρα που εφάρμοσαν 186 χώρες μπροστά στην έξαρση του ιού (διαθέσιμο εδώ: https://www.imf.org/en/Topics/imf-and-covid19/Policy-Responses-to-COVID-19?fbclid=IwAR1F0_gRkIizTBi07A_3SDcaV3aaeb3MhUyN1oFer1URVp7E1f7fyHt5eD8). 

4 Ο Μαρξ θα το συνόψιζε στη φράση «το όριο του κεφαλαίου είναι το κεφάλαιο».