in ,

Το βιβλίο αποτελεί ένα αγκυροβόλιο στο οποίο θα πρέπει πάντα να επιστρέφουμε – συνέντευξη με τον Yann Gomez των εκδόσεων La Tempête

Μετάφραση από το “Le Vent Se Lève” Θωμάς Καραγιάννης

Liubov Popova, Painterly Architectonic 1917

Οι εκδόσεις La Tempête [Η Τρικυμία] δανείζονται το όνομά τους από ένα διάσημο έργο του Σαίξπηρ και πνέουν ενάντια στους σφοδρούς ανέμους της εποχής. Έχοντας ξεκινήσει από μία ομάδα φίλων που αρχικά εργάζονταν στο χώρο του βιβλίου και έγιναν εκδότες στοιχηματίζοντας στο εφικτό, οι εκδόσεις συνεισφέρουν ανακαλύπτοντας κείμενα που καταρρίπτουν ένα από τα πιο ισχυρά μοτίβα της εποχής: τα πάντα έχουν τελειώσει, δεν υπάρχει τίποτα να κάνουμε. Ενάντια σε αυτήν την ιστορική ηττοπάθεια, οι διανοητικές συμμαχίες είναι στην πραγματικότητα πολύ περισσότερες απ’ ό,τι συνήθως πιστεύουμε. Χάρη στην επανανακάλυψη ορισμένων ετερόδοξων ρευμάτων του μαρξισμού ή ακόμη της ενδεχόμενης «στιγμής-Λούκατς», που η αναδημοσίευση των έργων του συνιστά ένα από τα πρώτα σημάδια, οι εκδόσεις La Tempête διακρίνονται στο εκδοτικό στερέωμα από μία προσπάθεια προώθησης σπάνιων τίτλιων. Αν και οι αναγνώσεις είναι σε πολλές περιπτώσεις δύσκολες, το αντικείμενο-βιβλίο έχει κατασκευαστεί για να διαρκεί – η εγγύηση που δίνεται είναι πως δεν πρόκειται πλέον για ένα «καταναλώσιμο» αντικείμενο μεταξύ άλλων, αλλά πως θα πρέπει να το εξερευνήσουμε σημειώνοντας τα περιθώριά του. Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε από την Laëtitia Riss.

LVSL: Οι εκδόσεις La Tempête δημιουργήθηκαν το 2015, γεννήθηκαν εντός των κοινωνικών κινημάτων και βρήκαν την ολοκλήρωσή τους στο χώρο του βιβλίου. Ποιοι είναι οι λόγοι που σας οδήγησαν στο να ξεκινήσετε ένα εκδοτικό εγχείρημα και να αλλάξετε τον τρόπο της πολιτικής σας παρέμβασης;

Yann Gomez: Αρχικά, είμαστε μία ομάδα φίλων από το Μπορντώ. Και οι τέσσερις, συναντηθήκαμε στα κοινωνικά κινήματα· αυτό που μας συνέδεσε ήταν μια κοινή άρνηση για μία συγκεκριμένη ιδέα για τη ζωή, η οποία υπονοούσε πως δεν μπορούσες «να πετύχεις στη ζωή σου» παρά μόνο μέσω μιας μορφής ατομικής αναγνώρισης. Επιλέξαμε τη συλλογικότητα, ζώντας μαζί και επιχειρώντας να προσεγγίσουμε τη σφαίρα του πολιτικού και τη σφαίρα της ζωής. Με πολύ συγκεκριμένο τρόπο, ξεκινήσαμε για παράδειγμα να δουλεύουμε όλοι μαζί ως βιβλιοϋπάλληλοι στην αγορά του βιβλίου. Μοιραζόμασταν τόσο την προς επιτέλεση εργασία, όσο και το άθροισμα των κερδών. Πολύ περισσότερο, μοιραζόμασταν μια αγάπη για την ανάγνωση και μια κοινή καταγωγή από μια αιρετική μαρξιστική παράδοση (από τη Σχολή της Φρανκφούρτης έως την Ιταλική Αυτονομία) – συγγραφείς που επρόκειτο να δημοσιεύσουμε στη συνέχεια, διαπιστώνοντας πως δεν ήταν καθόλου μεταφρασμένοι ή πως ήταν ανεπαρκώς μεταφρασμένοι [στη γαλλική γλώσσα].

Το εκδοτικό εγχείρημα, λοιπόν, είδε το φως της ημέρας στο σταυροδρόμι αυτών των δύο πρακτικών: αυτό που προείχε για εμάς ήταν να συγκεκριμενοποιήσουμε μία συλλογική δραστηριότητα. Ξεκινήσαμε με συνεργατική και εθελοντική μορφή –κάτι το οποίο ισχύει έως σήμερα– και πήραμε το ρίσκο του μη επαγγελματισμού, ακόμη και αν κάτι τέτοιο δεν έγινε χωρίς να μας θέσει ενώπιον προβλημάτων. Κάθε μέλος της εκδοτικής ομάδας θα έπρεπε να γνωρίζει να κάνει τα πάντα: επιμέλεια, διορθώσεις, γραφιστική… Από το ξεκίνημα, επωφεληθήκαμε επίσης από τις συμβουλές μίας φίλης που ήταν ήδη επιμελήτρια, η οποία μας ενθάρρυνε να συνεχίσουμε.

Αν θα έπρεπε να δώσουμε ένα όνομα στην ευρύτερη κίνηση που διατρέχει τα βιβλία μας, θα λέγαμε πως είναι αυτή του εφικτού. Είναι δυνατό να δημιουργήσεις έναν εκδοτικό οίκο, όπως είναι δυνατό να επηρεάσεις την Ιστορία. Ξεκινήσαμε με τις δικές μας δυνάμεις για τρία χρόνια, αυτό σημαίνει πως επικοινωνούσαμε εμείς οι ίδιοι με τους/τις βιβλιοπώλες για να διανείμουμε τα βιβλία μας. Πάντοτε μας άκουγαν και πολύ συχνά υποδέχονταν τις προτάσεις μας θετικά. Υπό μία έννοια, οι εκδόσεις La Tempête πασχίζουν να καταδείξουν πως ακόμη και αναφορικά με τα βιβλία που έχουν πρωτοεκδοθεί στο παρελθόν, υπάρχουν πάντοτε στοιχεία που μπορούν να αναβιώσουν.

Σε αντίθεση με τη νοσταλγική προτίμηση του παρελθόντος, το δικό μας βλέμμα είναι στραμμένο με μελαγχολικό τρόπο στο παρόν. Τίποτα δεν είναι τόσο εσφαλμένο όσο το λάιτ μοτίφ που θα ήθελε τα πάντα να έχουν τελειώσει (η φιλοσοφία, η λογοτεχνία, η μεταφυσική, η ποίηση…), όπως το νομίζουν οι αντιδραστικοί· αυτός είναι, άλλωστε, και ο λόγος που πασχίζουμε ακριβώς να εκδώσουμε εκείνα τα βιβλία για τα οποία δεν σταματούν μετά από τόσα χρόνια να αναγγέλουν το τέλος τους.

LSVL: Το πρώτο βιβλίο που εκδόθηκε από τις εκδόσεις La Tempête είναι ένα κείμενο του Γκέοργκ Λούκατς, με τίτλο Περί της ένδειας του πνεύματος, όπου γίνεται λόγος για το «νόημα μιας ύπαρξης στην οποία άχρηστα και άνευ σπουδαιότητας καθήκοντα διαδέχονται το ένα το άλλο» όπως μπορούμε να διαβάσουμε στην παρουσίασή σας. Με ποιον τρόπο αυτή η επιλογή είναι ενδεικτική για την εκδοτική γραμμή που υπερασπίζεστε;

Yann Gomez: Αρχικά, θέλαμε να δημοσιεύσουμε ως πρώτο τίτλο των εκδόσεων το έργο του Λούκατς Η ψυχή και οι μορφές (1911), το οποίο μάς φαίνεται πως ψηλαφεί μία τρέχουσα αντίφαση: την αναγκαιότητα μιας επαναστατικής μεταβολής και την έλλειψη των διαθέσιμων δυνάμεων που θα την πραγματώσουν. Με άλλα λόγια, πώς να σκεφτούμε αυτήν την τραγική στιγμή της ύπαρξης όπου η επιτακτική αναγκαιότητα και οι ανεπαρκείς δυνάμεις βρίσκονται σε σύγκρουση; Αυτήν την ένταση πραγματεύεται ο Λούκατς σε αυτό κείμενο, προτού οδηγηθεί στην επίλυσή της αργότερα χάρη στη θεωρία του προλεταριάτου που ανέπτυξε στο Ιστορία και ταξική συνείδηση (1923).

Η φιλοδοξία μας, παρ’ όλα αυτά, ματαιώθηκε από προβλήματα που ανέκυψαν αναφορικά με τα δικαιώματα της έκδοσης. Είναι στην πραγματικότητα οι εκδόσεις Gallimard που διέθεταν τα πρωταρχικά δικαιώματα του τίτλου. Αν και το βιβλίο ήταν εξαντλημένο από το 1974 και δεν επανεκδόθηκε, δεν ήταν εφικτό να τα αποκτήσουμε. Η κληρονομιά του Λούκατς είναι επίσης περίπλοκη: αφενός οι κληρονόμοι των πνευματικών του δικαιωμάτων κληρονόμησαν μία προβληματική κατάσταση, αφετέρου το αρχείο Λούκατς στην Ουγγαρία έκλεισε και το άγαλμά του καταστράφηκε. Για αυτό αποφασίσαμε, τελικά, για να ξεκινήσουμε το εκδοτικό μας εγχείρημα να δημοσιεύσουμε ένα σύντομο κείμενο του ίδιου συγγραφέα: το «Περί της ένδειας του πνεύματος», έναν πολύ πυκνό φιλοσοφικό διάλογο που γράφτηκε αμέσως μετά από τον θάνατο της συντρόφου του, Irma Seidler. Ο τραγικός χαρακτήρας μιας ζωής που συνθλίβεται από την καθημερινότητα και που, καθώς δεν κατορθώνει να συγκροτήσει μια μορφή, επιδεινώνεται σε ακραίο βαθμό.

Αν ο Λούκατς είναι τόσο σημαντικός για εμάς, αυτό οφείλεται επίσης και στα βιβλία που τον προϋποθέτουν. Από διάφορους συγγραφείς, ελάχιστα γνωστούς, στους οποίους προσφεύγουμε με ζέση, όπως είναι για παράδειγμα ο Giorgio Cesarano (φιλόσοφος, ποιητής και μεταφραστής του 20ού αιώνα) που επανέφερε τη θεωρία της κεντρικότητας του προλεταριάτου στην επαναστατική θεωρία. Οι εν λόγω συγγραφείς καταδεικνύουν τα όρια και εξετάζουν τη συγκυρία που θα μπορούσε να συμπίπτει και με τη δική μας. Στο Manuel de Survie [Εγχειρίδιο επιβίωσης] ο Τζόρτζιο Τσεζαράνο κατά βάση υποθέτει πως αυτό που απομένει ενώπιον του κεφαλαίου, συγκροτημένου από εδώ και στο εξής ως υλική κοινότητα και συναρθωμένου με μία θνήσκουσα δυναμική, είναι το ανθρώπινο είδος ως τέτοιο, το οποίο θα πρέπει να αγωνιστεί για την ίδια του την επιβίωση. Μία συζητήσιμη υπόθεση, την οποία ωστόσο θα μπορούσαμε να κρίνουμε γόνιμη ιδιαίτερα σήμερα υπό το φως αυτού που αποκαλούμε «Ανθρωπόκαινο».

LSVL: Κατά τη διάρκεια των πρώτων μηνών των εκδόσεων La Tempête θέσατε ως στόχο να προτείνετε έναν πρόλογο της έκδοσης για κάθε βιβλίο που δημοσιεύατε. Ήταν αυτός ένας τρόπος να καταδείξετε το προσωπικό σας ενδιαφέρον για τα βιβλία σας και να προσδώσετε μεγαλύτερη συνεκτικότητα στον κατάλογό σας;

Yann Gomez: Είναι αλήθεια πως αυτό είχε να κάνει με μια απαίτηση κατά το ξεκίνημα. Θέλαμε να εγγράψουμε τα βιβλία που εκδίδαμε στις συλλογικές συζητήσεις που διεξήγαμε όλες και όλοι μαζί και στην ιστορία αυτών που τα παράγουν – των συγγραφέων και των εκδοτών. Αυτή είναι μια ιδέα που την αφήσαμε στην άκρη για λόγους που σχετίζονται με τον ρυθμό της εκδοτικής παραγωγής: ήταν πιο εύκολο να προλογίσουμε έναν τίτλο το χρόνο, παρά έξι που εκδίδουμε σήμερα. Επίσης, δώσαμε στους εαυτούς μας ένα μεγαλύτερο περιθώριο ελιγμών, κάποιες φορές δεν υπάρχει κάτι να ειπωθεί για ένα βιβλίο αφού αυτό μιλάει από μόνο του, ενώ κάποιες φορές καλεί σε ένα άλλο είδος γραφής.

Στις εκδόσεις La Tempête είμαστε καχύποπτοι απέναντι σε αυτούς που αντιδρούν εν θερμώ στις συζητήσεις της εποχής. Τα βιβλία μας έχουν φτιαχτεί για να διαρκούν, και πρέπει να βρίσκουν απήχηση εντός δέκα, δεκαπέντε ή και είκοσι χρόνων. Η σχέση των τίτλων που δημοσιεύουμε με την επικαιρότητα είναι με αυτήν την έννοια διαλεκτική: την συναντάει ώστε να αποστασιοποιηθεί κριτικά από αυτήν. Υπό τη δική μου οπτική, ένα βιβλίο μπορεί να προσλάβει μια στρατηγική αξία, σύμφωνα με εκείνο ή το άλλο θέμα που τίθεται στον διάλογο, αλλά δεν αποτελεί ποτέ μια αποκλειστική ή ετοιμοπαράδοτη απάντηση που απευθύνεται στον καιρό της.

Jacques Camatte:«Ο χρόνος είναι μία επινόηση των ανθρώπων που είναι μη ικανοί να αγαπήσουν»

LSVL: Αυτή η «ανεπίκαιρη» επικαιρότητα δεν υφίσταται εάν δεν υπενθυμίσουμε τις φιλοδοξίες της κριτικής θεωρίας διατυπωμένες εντός ενός θεμελιώδους κειμένου του Theodor Adorno και του Max Horkheimer, του Παραδοσιακή θεωρία και κριτική θεωρία (1973). Αυτοί οι τελευταίοι επιχείρησαν να συλλάβουν ένα νέο κομμουνιστικό μανιφέστο, αν και δεν κατέληξαν ποτέ σε ένα οριστικό κείμενο. Μας απομένουν απλώς οι διάλογοί τους, τους οποίους δημοσιεύσατε πρόσφατα (Προς ένα νέο μανιφέστο, 2020) και οι οποίοι οδηγούν σε μια ολωσδιόλου διαφορετική κληρονομιά του μαρξισμού…

Yann Gomez: Η ομάδα των εκδόσεων La Tempête διατηρεί μια ορισμένη πίστη στη μαρξιστική παράδοση και στη μορφοποίησή της εντός της κριτικής θεωρίας. Στον Αντόρνο και τον Χορκχάιμερ βρίσκουμε εκ νέου την άρνηση των διανοητικών μοδών και την ανησυχία να μην αποκηρύξουμε τον μαρξισμό. Τα έργα τους μαρτυρούν αυτή τη θέληση να τον στοχαστούμε εκ νέου υπό το φως ενός νέου ιστορικού δεδομένου.

Το Προς ένα νέο μανιφέστο είναι ένα περίεργο κείμενο, καθώς προτείνει μία σκέψη υπό διαρκή διαμόρφωση. Πρόκειται για σπαράγματα μίας συζήτησης, σε στυλ “freejazz”, όπου περνάμε από το ένα θέμα στο άλλο, όπως συμβαίνει σε μία συνηθισμένη συζήτηση. Όμως, κατά βάση, σκιαγραφείται επίσης το κεντρικό έργο ενός «νέου μανιφέστου» μετά το 1956 – δηλαδή μετά την καταστολή των συμβουλίων στην Ουγγαρία, εν μέσω της βαθιάς κρίσης της Σοβιετικής Ένωσης. Ο Αντόρνο και ο Χορκχάιμερ, υπό αυτήν την οπτική γωνία, τείνουν προς μία μοναδική θέση μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο: δεν εγκαταλείπουν το ζήτημα του κομμουνισμού. Κατ’ επέκταση, θέτουν ουσιαστικά ερωτήματα για το μέλλον του μαρξισμού: πώς να μιλήσουμε για τον κομμουνισμό μετά την ΕΣΣΔ; Πώς να οραματιστούμε την άρθρωση του κομμουνισμού και του προοδευτισμού; Η πρόοδος αποτελεί την καλύτερη δίοδο στον μετασχηματισμό της κοινωνίας; Αυτές οι συζητήσεις, που ξεκίνησαν από τη δεκαετία του 1950, είναι ακόμη εξαιρετικά επίκαιρες και βρισκόμαστε πολύ μακριά από την επίλυσή τους.

LSVL: Τα βιβλία σας χαρακτηρίζονται, επίσης, από την επιθυμία να διεξάγετε έναν διάλογο ο οποίος δεν θα είναι «διαχωρισμένος από τη ζωή». Με ποιον τρόπο ένας εκδοτικός οίκος κατορθώνει να αγωνιστεί ενάντια σε αυτόν τον διαχωρισμό, στην κατασκευή του οποίου πολλές φορές συνεισφέρει;

Yann Gomez: Το ότι τα βιβλία μας δεν αποτελούν αντικείμενο της κατανάλωσης του συρμού, αποτελεί μία από τις ιδιαιτερότητες αυτού που προσπαθούμε να κάνουμε. Ως συνέπεια, αυτό οδηγεί σε μία άλλη χρονικότητα της ανάγνωσης: ένα βιβλίο διαρκεί σχεδόν μια ζωή. Η προσέγγιση ορισμένων από τους τίτλους μας είναι δύσκολη. Απαιτούν μια δουλειά μακράς διάρκειας ώστε να εκτιμηθεί η σημασία τους. Όμως, αντιστοίχως, κάτι τέτοιο αποτελεί την εγγύηση πως μπορούμε να αντλήσουμε πραγματικά κάτι από αυτούς – πως πρόκειται για βιβλία που εγγράφονται στη μνήμη μας και ξεχωρίζουν για την κριτική τους οπτική.

Για παράδειγμα, Η κουλτούρα της δεξιάς, που γράφτηκε από τον Furio Jesi, έναν Ιταλό μυθολόγο, αποτελεί ένα απαραίτητο βιβλίο για να εξηγήσουμε αυτό που συνιστά η κουλτούρα της δεξιάς καθώς και τη συνεκτικότητά της μέσα στα χρόνια. Ο συγγραφέας της επιχειρεί να την προσδιορίσει καταδεικνύοντας ότι φανερώνει την παραγωγή «μίας γλώσσας χωρίς λέξεις». Αναλύει σε βάθος τις μυθολογίες της δεξιάς και του φασισμού για να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν και, κατ’ επέκταση, ώστε να αποφύγουμε να πέσουμε στις ίδιες παγίδες. Αυτό που μας ενδιαφέρει, επομένως, σε ένα βιβλίο είναι η πολιτική του διάσταση, αλλά σίγουρα όχι ο στρατευμένος χαρακτήρας του.

Τα βιβλία μας είναι επίσης προϊόντα μιας γραφής που αποσκοπεί να κινηθεί εκτός της ακαδημαϊκής φιλοσοφικής γραφής. Δίνουμε μεγάλη σημασία στον τρόπο με τον οποίο η λογοτεχνία και η φιλοσοφία διαπλέκονται, στην ανάπτυξη ενός φιλοσοφικού «στυλ» εγγεγραμμένου στις ίδιες τις ιδέες. Για αυτό το λόγο δημοσιεύουμε πολύ λίγα βιβλία «πάνω» σε συγγραφείς, τα οποία υιοθετούν τον τόνο του σχολιασμού που σε κάποιες περιπτώσεις είναι αρκετά διδακτικός.

Τέλος, κάνουμε ό,τι μπορούμε για να απαντήσουμε υλικά σε αυτό το ζήτημα της αποστασιοποίησης, ώστε το διανοητικό μας σχέδιο να ενσαρκωθεί σε μία μορφή. Τα βιβλία μας είναι ραμμένα – και όχι απλώς δεμένα, «κολλημένα», όπως η πλειονότητα των καθιερωμένων αντιτύπων. Τα άνω περιθώριά τους είναι πολύ μεγαλύτερα απ’ ό,τι συνήθως, με σκοπό να επιτρέπουν στους αναγνώστες να γράφουν πάνω στα ίδια τα βιβλία, στον αντίποδα μίας τρέχουσας τάσης που μειώνει τον διαθέσιμο χώρο στις σελίδες. Αυτό ίσως αποτελεί μια λεπτομέρεια για πολλούς αναγνώστες, ωστόσο φανερώνει μία συγκεκριμένη αντίληψη για αυτό που είναι ένα βιβλίο: πρόκειται για ένα ευκαιριακό δεκανίκι ή αντιθέτως για ένα αγκυροβόλιο στο οποίο θα πρέπει πάντα να επιστρέφουμε;

πηγή: lvsl.fr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Σ’ ευχαριστώ, ω εταιρεία! Του Γιώργου Βελεγράκη