Δεν μας θέτουν μόνο οι άνθρωποι αιτήματα. Το ίδιο κάνουν και τα υπόλοιπα έμβια όντα, η φύση, αλλά και πράγματα, όπως ένα βιβλίο ή ένας τόπος. Ένα βιβλίο που διαβάσαμε και μας άρεσε ή ένας τόπος που επισκεφθήκαμε και μας έκανε εντύπωση μπορεί να εγείρει το αίτημα να βρει τη θέση του στον γραπτό λόγο, να μην ξεχαστεί, να μην παραδοθεί αμαχητί στη λήθη. Το ίδιο αίτημα ένιωσα και στην περίπτωση των Διαποντίων Νήσων. Ενώ σκοπός μου, μετά την επταήμερη παραμονή μου εκεί, ήταν να επιστρέψω στην Αθήνα και να καταπιαστώ εκ νέου με την επεξεργασία του βιβλίου μου για την τρωτότητα, την αλληλεξάρτηση και την ηθική ευθύνη, ένιωσα ότι δεν μπορούσα να τελειώσω τόσο γρήγορα με αυτά τα νησιά. Έπρεπε να τους αφιερώσω λίγο περισσότερο από τον χρόνο μου, να ξεπληρώσω εν μέρει το χρέος μου για όσα είδα και έζησα ή, μάλλον, για όσα έζησα μέσα από όσα είδα. Το άρρητο αυτό αίτημα προέρχεται και από όσους θα θελήσουν στο μέλλον να τα επισκεφθούν και θα μπορούσαν να βοηθηθούν από όσα εγώ έχω ήδη γνωρίσει.
Το όνομά τους παραπέμπει ετυμολογικά στο «πέρα από τη θάλασσα». Τα Διαπόντια Νησιά βρίσκονται βόρεια – βορειοδυτικά της Κέρκυρας και δυτικά της Αλβανίας. Από τα έντεκα κατοικούνται μόνο τα τρία: οι Οθωνοί, η Ερείκουσα και το Μαθράκι. Τα τρία αυτά νησιά εμφανίζονται για πρώτη φορά ως ενιαία γεωγραφική και διοικητική ενότητα με την ονομασία «Διαπόντια» σε βασιλικό διάταγμα του 1869, με το οποίο συγκροτείται ο Δήμος Διαποντίων. Σε παλαιότερες ενετικές και δυτικοευρωπαϊκές πηγές απαντούν αντίστοιχα ως Fano, Merlere και Samotraki ή Smotraki, ενώ στις πρώτες ελληνικές διοικητικές καταγραφές το Μαθράκι αναφέρεται ως «Σαμαθράκη».
Αυτό που χαρακτηρίζει και τα τρία νησιά είναι η πυκνή τους βλάστηση. Από δέντρα, υπάρχουν κυρίως κυπαρίσσια και ελιές, αλλά και καστανιές, πλατάνια και λίγα πεύκα. Η χαμηλότερη βλάστηση αποτελείται κυρίως από μυρτιές, σχίνα, πουρνάρια, ρείκια, κουμαριές, ασπάλαθους, θυμάρι, φασκόμηλο κ.ά. Στις ακτές εμφανίζονται χαρακτηριστικά παράκτια φυτά, όπως ο κρίνος της θάλασσας. Σε όλα τα νησιά, υπάρχει πλήθος από μικρούς οικισμούς, καθώς και διάσπαρτα αγροτόσπιτα. Η θάλασσα, ακόμη και στα μικρά λιμάνια τους, είναι πεντακάθαρη με γαλαζοπράσινο χρώμα, ελκυστική, σε σημείο που να θέλεις να βουτήξεις αμέσως βγαίνοντας από το καράβι.

Οι κάτοικοι των νησιών συνθέτουν ένα ιδιαίτερο μωσαϊκό. Υπάρχουν οι λιγοστοί γηγενείς που παραμένουν εκεί και τον χειμώνα, αλλά και πολλοί που κατάγονται από τα νησιά, ζουν στην Κέρκυρα και επιστρέφουν τους καλοκαιρινούς μήνες. Πολλοί από αυτούς είναι ιδιοκτήτες μικρών τουριστικών επιχειρήσεων, όπως ενοικιαζόμενα δωμάτια και καταστήματα. Στο μωσαϊκό αυτό έχουν προστεθεί και μετανάστες από την Αλβανία, οι οποίοι αποτελούν πλέον αναπόσπαστο μέρος της ζωής των νησιών, καθώς και Ιταλοί ιδιοκτήτες παραθεριστικών κατοικιών, ο αριθμός των οποίων βαίνει αυξανόμενος. Και βέβαια υπάρχουν οι απόγονοι όλων εκείνων που μετανάστευσαν στην Αμερική –και ήταν πάρα πολλοί– οι οποίοι έρχονται τα καλοκαίρια για να περάσουν λίγο χρόνο στο νησί των προγόνων τους. Αρκετοί έχουν επισκευάσει τις πατρογονικές ή μητρογονικές τους οικίες ή έχουν χτίσει καινούργιες, ενώ δεν λείπουν οι περιπτώσεις όπου στον κήπο κυματίζει, δίπλα στην ελληνική, και η αμερικανική σημαία.
Η πρόσβαση στα τρία νησιά γίνεται από την Κέρκυρα. Από το λιμάνι της πόλης πήρα το μικρό φέρι «Ευδοκία», στο οποίο φόρτωσα και τη μοτοσυκλέτα μου, για να τα επισκεφθώ με τη σειρά που τα προσεγγίζει το συγκεκριμένο καράβι. Υπάρχει επίσης καραβάκι που αναχωρεί από τον Άγιο Στέφανο, στη βόρεια Κέρκυρα, αλλά δεν μεταφέρει οχήματα. Καθώς ακολουθούσαμε την ακτογραμμή της Κέρκυρας, ένιωθα μεγάλη δυσφορία βλέποντας ξενοδοχεία και εξοχικές κατοικίες να ξεπροβάλλουν παντού μέσα από το πράσινο, αφήνοντας ελάχιστα τμήματα του τοπίου αδόμητα. Η Κέρκυρα δεν αποτελεί, βέβαια, εξαίρεση σε μια τάση που έχει μεταμορφώσει μεγάλο μέρος του ελληνικού τοπίου. Εκεί όπου κάποτε η δόμηση περιοριζόταν κυρίως στα χωριά και τους οικισμούς, με αποτέλεσμα μεγάλο μέρος του τοπίου να παραμένει ανέπαφο, σήμερα σχεδόν κάθε περιοχή μοιάζει δυνάμει οικοδομήσιμη, χωρίς το μάτι να μπορεί πια να αποδράσει από το μπετόν.
Ερείκουσα
Πρώτος σταθμός, έπειτα από δυόμισι ώρες ταξιδιού σε ένα ήρεμο Ιόνιο, η Ερείκουσα. Το όνομα του νησιού προέρχεται από την ερείκη, το γνωστό μας ρείκι, έναν θάμνο που αφθονεί στο νησί. Η ονομασία του παραμένει ουσιαστικά η ίδια από την αρχαιότητα. Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, τον 1ο αιώνα μ.Χ., αναφέρει στη Φυσική Ιστορία νησί με το όνομα Ericusa. Σε αρχαίες γεωγραφικές πηγές απαντούν επίσης οι μορφές Ἐρικοῦσσα στον Στράβωνα και Ἐρικώδης νῆσος στον Πτολεμαίο. Η Ερείκουσα είναι το δεύτερο σε μέγεθος νησί των Διαποντίων, με έκταση 4,5 τ.χλμ. και πληθυσμό 303 κατοίκους. Βέβαια, όπως και στα άλλα δύο νησιά, αρκετοί από αυτούς μοιράζουν τον χρόνο τους ανάμεσα στην Ερείκουσα και την Κέρκυρα.

Το λιμάνι είναι συγχρόνως και ο κύριος οικισμός του νησιού. Αυτό που χαρακτηρίζει την Ερείκουσα, πέρα από το πράσινο, είναι τα καλαίσθητα μονώροφα και διώροφα σπίτια, βαμμένα σε διάφορα χρώματα. Αν και πολλά είναι καινούργια, δεν διακρίνεται καμία αρχιτεκτονική παραφωνία. Δεξιά του λιμανιού απλώνεται η μεγάλη αμμώδης παραλία Πόρτο. Στην άκρη της, μετά το ύψος του σταθμού ηλεκτροπαραγωγής, δύσκολα πατά ανθρώπινο πόδι. Εκεί έστησα τη σκηνή μου, με τον ίσκιο να μου κρατά συντροφιά μέχρι τις έντεκα το πρωί.
Σχετικά κοντά μου είχε ήδη κατασκηνώσει μία ακόμη παρέα από τη Θεσσαλονίκη, ο Διαμαντής και ο Νικόλας. Ευγενικά παιδιά, που προσφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, να με κρατούν ενήμερο μέσω μηνυμάτων για τις δυνατότητες ελεύθερου κάμπινγκ και στα άλλα δύο νησιά, μιας και θα πήγαιναν πριν από μένα. Άλλωστε, κάθε σκηνή σημαίνει και μία μικρότερη ανάγκη για νέα τουριστική δόμηση. Μόλις ξεστηθεί, το περιβάλλον παραμένει εντελώς ανέπαφο. Βέβαια, το ελεύθερο κάμπινγκ πρέπει να γίνεται με ευσυνειδησία. Δεν στήνουμε, για παράδειγμα, κοντά σε λουόμενους ούτε γεμίζουμε τον τόπο με χαρτιά τουαλέτας· τα μαζεύουμε σε πλαστική σακούλα. Φροντίζουμε επίσης να έχουμε μαζί μας ένα μικρό σκαλιστήρι. Μη με ρωτήσετε γιατί!
Τι κερδίζουμε με το ελεύθερο κάμπινγκ; Ακούμε και νιώθουμε τον άνεμο να φυσά πάνω στο σώμα μας μέσα στη νύχτα, ξυπνάμε νωρίς το πρωί και βλέπουμε τη μέρα να αναδύεται μπροστά μας, βουτάμε στη θάλασσα πριν κάνουμε οτιδήποτε άλλο και πίνουμε τον πρωινό μας καφέ μέσα σε ένα μαγευτικό τοπίο, αντί να είμαστε κλεισμένοι στους τέσσερις τοίχους ενός δωματίου. Και φυσικά δίνει τη δυνατότητα σε άτομα που δεν μπορούν να ανταποκριθούν στο κόστος ενός ξενοδοχείου να κάνουν διακοπές.

Εκτός από την Πόρτο, το νησί διαθέτει μία ακόμη ωραία αμμώδη παραλία, το Μπραγκίνι. Οι ονομασίες Πόρτο και Μπραγκίνι είναι ιταλικής προέλευσης και ανάγονται στην περίοδο της ενετοκρατίας. Στο Μπραγκίνι πήγα με τα πόδια. Η διαδρομή διαρκεί περίπου τριάντα πέντε λεπτά και περιλαμβάνει αρκετή ανάβαση. Δυστυχώς, δεν υπάρχει κάποιο μονοπάτι που να οδηγεί εκεί, παρά μόνο ο τσιμεντόδρομος. Στην παραλία βρήκα μια παρατημένη ομπρέλα για να προφυλαχτώ από τον ήλιο. Και στα τρία νησιά, παρά την πυκνή βλάστηση, οι παραλίες διαθέτουν ελάχιστη φυσική σκιά.
Το ψηλότερο σημείο του νησιού είναι το Σαντάρδο (134μ.). Αν και είναι σχετικά εύκολο να περιηγηθεί κανείς το νησί με τα πόδια, προκειμένου να γνωρίσει τους ενδιαφέροντες οικισμούς και τα διάσπαρτα αγροτόσπιτα, οργανωμένο δίκτυο μονοπατιών δεν υπάρχει. Η μοναδική πινακίδα που είδα να παραπέμπει σε πεζοπορική διαδρομή έγραφε «Μονοπάτι Πεζοπορίας Τίμιος Σταυρός», με αναγραφόμενη ημερομηνία ολοκλήρωσης την 24η Σεπτεμβρίου 2035, δηλαδή εννέα χρόνια μετά. Κάλλιο αργά παρά ποτέ. Αρκεί να μην πέσουν έξω στην ακριβή ημέρα παράδοσης του έργου!
Από τον φούρνο-καφέ του χωριού «Il Forno di Marlera» προμηθευόμουν τυρόπιτες, σπανακόπιτες και άλλα συναφή αρτοσκευάσματα, τα περισσότερα εκ των οποίων τα φτιάχνουν οι ίδιοι και είναι πολύ νόστιμα. Επίσης, πολύ καλό είναι το φαγητό που σερβίρουν μετά τις επτά το απόγευμα. Άλλες επιλογές για φαγητό είναι το εστιατόριο του Hotel Erikousa, ο Ανεμόμυλος, το Oasis Bar Restaurant και το BAER Erikousa.
Μοναδική παραφωνία στο νησί αποτελεί ο σκουπιδότοπος δίπλα στην παραλία Πόρτο, μέσα στους καλαμιώνες, ο οποίος εγκυμονεί σοβαρό κίνδυνο εκδήλωσης πυρκαγιάς. Όπως με ενημέρωσαν κάτοικοι, δύο κοντέινερ απορριμμάτων μεταφέρονται κάθε μήνα στην Κέρκυρα, αριθμός που δεν επαρκεί κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, όταν ο όγκος των απορριμμάτων αυξάνεται σημαντικά. Φυσικά, ούτε λόγος για ανακύκλωση σε κανένα από τα τρία νησιά.

Οθωνοί
Το νησί απαντά ως Ὀθρωνός ήδη σε αρχαίες πηγές και ως Ὀθονοί στον Προκόπιο, τον 6ο αιώνα μ.Χ., ενώ η ακριβής ετυμολογία του τοπωνυμίου παραμένει αβέβαιη. Πάντως, καμία σχέση με τον βασιλιά Όθωνα! Οι Οθωνοί είναι το μεγαλύτερο από τα τρία νησιά, με έκταση 10,8 τ.χλμ. και πληθυσμό 386 κατοίκους. Απέχουν 12 ναυτικά μίλια από τις βορειοδυτικές ακτές της Κέρκυρας και 43 ναυτικά μίλια από το ακρωτήριο του Οτράντο της Ιταλίας, αποτελώντας έτσι το πλησιέστερο ελληνικό νησί στις ιταλικές ακτές. Κύριος οικισμός και λιμάνι του νησιού είναι ο Άμμος, όπου βρίσκονται τα περισσότερα καταλύματα και εστιατόρια, καθώς και τα δύο μίνι μάρκετ. Εκεί βρίσκεται και η ομώνυμη παραλία, που προσελκύει τον περισσότερο κόσμο.
Δύο είναι, κατά τη γνώμη μου, τα μεγάλα ατού του νησιού: η Άσπρη Άμμος και τα μονοπάτια του. Στη δυτική παραλία Άσπρη Άμμος φτάνεις μόνο με βάρκα και, ευτυχώς, είναι εντελώς ανοργάνωτη. Μόνη ενόχληση, τα φουσκωτά που συχνά αγκυροβολούν ακριβώς μπροστά στις παραλίες. Επειδή είμαι λίγο οξύθυμος, αλλά κυρίως επειδή πιστεύω ότι κάποιος/-α πρέπει να βρίσκεται εκεί για να τους συνετίζει, αφού δεν το κάνει το Λιμενικό, και να τους εξηγεί ότι δεν μπορούν να αγκυροβολούν δίπλα στους λουόμενους, ότι δεν είναι μόνοι σ’ αυτόν τον κόσμο και ότι οφείλουν να σέβονται τους άλλους, συνήθως είμαι εγώ αυτός που τα βάζει μαζί τους. Εκείνοι μου απαντούν συνήθως με ύφος τσαμπουκά, τσακωνόμαστε και τελικά μου χαλάει η διάθεση για την υπόλοιπη μέρα. Παρ’ όλα αυτά, νιώθω τουλάχιστον μια μικρή ικανοποίηση που δεν έμεινα παθητικός, αλλά αντέδρασα. Χρόνια ταξιδιών με έχουν οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι, για κάποιον λόγο, φουσκωτό και ενσυναίσθηση δεν πάνε μαζί.
Αυτό που χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη παραλία, όπως μαρτυρεί και το όνομά της, είναι η λευκή άμμος, τα διάφανα γαλαζοπράσινα νερά και οι απόκρημνοι ασβεστολιθικοί βράχοι που υψώνονται ακριβώς πίσω της. Πριν αποβιβαστούμε, η βάρκα μάς πήγε πρώτα στη Σπηλιά της Καλυψώς. Σύμφωνα με παλιά τοπική παράδοση, οι Οθωνοί ταυτίζονται με την ομηρική Ωγυγία και η σπηλιά με την κατοικία της Καλυψώς, όπου η νύμφη κράτησε τον Οδυσσέα για επτά χρόνια.

Στους Οθωνούς υπάρχει εκτεταμένο δίκτυο μονοπατιών, τα οποία στο παρελθόν εξυπηρετούσαν τις μετακινήσεις των κατοίκων. Στο διαδίκτυο είναι διαθέσιμος ένας πρόχειρος χάρτης με τις βασικές διαδρομές του νησιού. Τα περισσότερα περνούν από κατάφυτα σημεία, προσφέροντας σκιά στο μεγαλύτερο μέρος της πορείας. Η μακρύτερη και εντυπωσιακότερη διαδρομή είναι εκείνη που συνδέει το λιμάνι, τον Άμμο, με τον Σταυρό και στη συνέχεια με το Χωριό. Έχει μήκος περίπου 2,7 χλμ., είναι κυρίως ανηφορική, αλλά ήπιας κλίσης, και απαιτεί περίπου 50-60 λεπτά. Από το Χωριό ξεκινά το μονοπάτι προς το Ημεροβίγλι, το ψηλότερο σημείο του νησιού, στα 393μ., μήκους 1,2 χλμ. και διάρκειας περίπου 20-30 λεπτών. Η θέα από την κορυφή είναι πραγματικά εντυπωσιακή. Στην επιστροφή βρήκα και έφαγα νοστιμότατα βατόμουρα και σύκα.
Επίσης, από το Χωριό ένα σύντομο πλακόστρωτο μονοπάτι οδηγεί στη θέση «Ηλιοβασίλεμα», πάνω από την παραλία Ξυλοσέρμι. Κάθε απόγευμα πήγαινα ως εκεί για να βλέπω τον χρυσοκόκκινο ήλιο να βυθίζεται στο πέλαγος. Και κάθε φορά αναρωτιόμουν πώς είναι δυνατόν μια εικόνα που έχω δει εκατοντάδες φορές να διατηρεί αμείωτη τη δύναμή της, σαν να την αντικρίζω για πρώτη φορά. Την ιεροτελεστία του ηλιοβασιλέματος μοιραζόταν μαζί μου ο Αλέξανδρος, ένας ντόπιος που του άρεσε να μιλάει για το νησί και από τον οποίο έμαθα πολλά ενδιαφέροντα πράγματα. Δεν παρέλειψε, μάλιστα, να μου κάνει και ένα σύντομο ψυχογράφημα, με αφορμή τη μοναχική καλοκαιρινή περιδιάβασή μου, παροτρύνοντας με να επιδιώκω περισσότερη κοινωνική ζωή.
Η πρόσβαση στην παραλία Ξυλοσέρμι γίνεται μόνο διά θαλάσσης. Δυστυχώς, η βάρκα που πηγαίνει στην Άσπρη Άμμο δεν φτάνει μέχρι εκεί, καθώς, όπως μου εξήγησε ο βαρκάρης, η παραλία είναι αρκετά εκτεθειμένη στους δυτικούς ανέμους. Σύμφωνα με την τοπική ιστοσελίδα των Οθωνών, «[τ]ο όνομα βγαίνει από το ξύλο και το σέρνω. Ξυλεία που κοβόταν στα δάση του νησιού σερνόταν ως αυτή την ακτή για να φορτωθεί και να φύγει από τη θάλασσα». Κατά τη διάρκεια του ηλιοβασιλέματος, μια παρέα μεσηλίκων αναπολούσε εκείνες τις λίγες φορές που, παιδιά ακόμη, είχαν κατέβει στην παραλία από το απότομο μονοπάτι που υπήρχε τότε, για να μαζέψουν αλάτι.
Το Χωριό είναι ο παλιός ορεινός οικισμός των Οθωνών με πέτρινα σπίτια με κεραμοσκεπές, στενά σοκάκια και κατοικίες διάσπαρτες μέσα στο πράσινο. Είναι χτισμένο στα 300 μ. υψόμετρο, πάνω από την απόκρημνη δυτική πλευρά του νησιού, χωρίς να είναι ορατό από τη θάλασσα, κάτι που το προστάτευε από τις πειρατικές επιδρομές. Οι κάτοικοί του ασχολούνταν με την ελαιοκαλλιέργεια και την παραγωγή λαδιού, ενώ πολλοί εργάζονταν ως ναυτικοί. Σταδιακά, καθώς ο κίνδυνος των πειρατικών επιδρομών εξέλιπε, πολλοί κάτοικοι εγκατέλειψαν το Χωριό και μετακινήθηκαν προς τον Άμμο, μετέπειτα διοικητικό και εμπορικό κέντρο των Οθωνών.

Ένα από τα χαρακτηριστικότερα τοπόσημα του νησιού είναι ο Φάρος των Οθωνών, γνωστός και ως Φάρος Καστρί, που βρίσκεται στο ακρωτήριο Καστρί, στο βορειοανατολικό άκρο του νησιού. Είναι ο πρώτος ελληνικός φάρος που συναντούν τα πλοία που πλέουν στο Ιόνιο από τον βορρά. Ο φάρος κατασκευάστηκε και πρωτολειτούργησε το 1872, δηλαδή οκτώ χρόνια μετά την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα. Από τον Φάρο ξεκινά όμορφο μονοπάτι που, αφού περάσει από τα ερείπια ενός μικρού ενετικού φρουρίου καταλήγει στην παραλία Κάνουλα. Η διαδρομή δεν ξεπερνά τα δεκαπέντε λεπτά. Εκτός από τα σκάφη που είχαν δέσει ανοιχτά της παραλίας, ήμουν ο μόνος άνθρωπος εκεί. Περπάτησα μέχρι το τέλος της, στο τμήμα με τα φύκια, όπου η πρόσβαση στη θάλασσα ήταν ευκολότερη και δεν υπήρχαν φυσαλίδες που, όπως υπέθεσα, σχετίζονταν με την παρουσία των σκαφών.
Μία ακόμη μικρή πεζοπορική διαδρομή, μόλις 356 μέτρων, ξεκινά από τον δρόμο προς τον όρμο Φύκι και καταλήγει στην παραλία Καψολινάρι. Το μονοπάτι περνά μέσα από μυρτιές και σχίνα. Κι εδώ ένιωσα κάτι από την ήρεμη μοναχικότητα του Ροβινσώνα Κρούσου. Αναρωτιέμαι τι είναι εκείνο που με συνεπαίρνει τόσο στην εμπειρία μιας μοναχικής παραλίας. Ίσως μια μικρή, αναγκαία αναστολή της κοινωνικής συνύπαρξης; Μόνο η θάλασσα, η άμμος, το απαλό αεράκι και το φως. Βέβαια, όσο περνούν τα χρόνια, ζω όλο και πιο μοναχικά. Οι συναντήσεις με τους άλλους ανθρώπους γίνονται απλώς σύντομα διαλείμματα, παρόλο που γράφω όλο και περισσότερο για τον κοινωνικό δεσμό και την ανάγκη ενδυνάμωσής του. Ζούμε μέσα στην αντίφαση – τουλάχιστον εγώ.

Το πρωί πριν από την αναχώρησή μου από το νησί, ακολούθησα την ανηφορική πεζοπορική διαδρομή μισής ώρας περίπου που ξεκινά από τον Άμμο, περνά από τα Μπεναρδάτικα και καταλήγει στα Δαμασκάτικα. Δυστυχώς, η διαδρομή δεν είναι καλά σηματοδοτημένη. Η αφετηρία βρίσκεται ακριβώς πίσω από το γήπεδο μπάσκετ, κοντά στην εκκλησία. Το μονοπάτι δεν ακολουθεί δεξιά τα πέτρινα σκαλοπάτια, αλλά συνεχίζει ευθεία, περνώντας από ένα μικρό τσιμεντένιο γεφύρι, όπου υπάρχει σχετική σήμανση. Στο άρθρο του Γεράσιμου Δημουλά «Οθωνοί, ο άγνωστος μικρός παράδεισος», αναφέρεται ότι «στα Μπεναρδάτικα κατοικούν από πολύ παλιά οι Αρώνηδες, ενώ η ονομασία καθιερώθηκε από τον Μπερνάρδο Αρώνη, κάτοχο μεγάλης έκτασης γης, όπως θυμούνται οι πιο παλιοί». Γενικότερα, πολλές από τις ονομασίες των μικρών οικισμών των Διαποντίων Νήσων προέρχονται από επώνυμα οικογενειών.
Μία ακόμη πεζοπορική διαδρομή, που δεν πρόλαβα όμως να πραγματοποιήσω, ξεκινά από τον οικισμό Δάφνη (213μ.), περνά από τον Φανό, ένα όμορφο σημείο θέας του νησιού, και καταλήγει στον όρμο Φύκι. Έχει μήκος περίπου 1,7χλμ. (Δάφνη–Φανός–Φύκι). Η διαδρομή καταλήγει σε έναν πετρώδη όρμο με παλιά προβλήτα, από όπου υπάρχει δυνατότητα συνέχισης προς τα δεξιά, με κατεύθυνση την παραλία Καψολινάρι.

Αρκετές φορές άκουσα στο νησί να μιλούν για το κυνήγι των τρυγονιών τα παλαιότερα χρόνια, όταν, όπως μου είπαν, «ήταν τόσα πολλά που γέμιζαν και έψηναν στον φούρνο ολόκληρα ταψιά». Τα Επτάνησα, συμπεριλαμβανομένων των Οθωνών, βρίσκονται πάνω στη μεταναστευτική διαδρομή των τρυγονιών, τα οποία, αφού ξεχειμωνιάσουν στην υποσαχάρια Αφρική, διασχίζουν την άνοιξη τη Σαχάρα και τη Μεσόγειο, επιστρέφοντας στις περιοχές αναπαραγωγής τους στην Ευρώπη. Σύμφωνα με την Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, το παράνομο ανοιξιάτικο κυνήγι των τρυγονιών συνεχίζεται ακόμη και σήμερα. Πρόκειται για μια πρακτική που, «παρά τις δεκαετίες απαγόρευσης, διαπράττεται κάθε χρόνο με μεγάλη ένταση κυρίως σε περιοχές της Ζακύνθου, της Κέρκυρας, των Παξών, Αντίπαξων αλλά και στις Διαπόντιες νήσους (Μαθράκι, Οθωνούς), όπου εξακολουθεί να θεωρείται από μερίδα του τοπικού πληθυσμού ως “παραδοσιακή” δραστηριότητα». Η BirdLife εκτιμά ότι στα Ιόνια Νησιά σκοτώνονται παράνομα κάθε άνοιξη περίπου 70.000 τρυγόνια.
Στους Οθωνούς κατέλυσα στο ξενοδοχείο «Καλυψώ», οι ιδιοκτήτριες του οποίου ήταν ιδιαίτερα ευγενικές και εξυπηρετικές. Η παραλία Άμμος δύσκολα προσφέρεται για ελεύθερο κάμπινγκ, καθώς συγκεντρώνει αρκετούς λουόμενους. Εξαιρετικό φαγητό έφαγα στο εστιατόριο New York. Άλλες επιλογές είναι το Antonis Restaurant Beach Bar, το Marina Gastrobar και το Tasos.

Μαθράκι
Το Μαθράκι είναι το μικρότερο από τα Διαπόντια Νησιά, με έκταση 3,1 τ.χλμ και πληθυσμό 174 κατοίκους. Το λιμάνι του νησιού βρίσκεται στις Πλάκες, όπου υπάρχουν ελάχιστα κτήρια. Ανάμεσά τους είναι το Dolphins Restaurant και το ημιτελές κτήριο που στεγάζει την Κοινότητα, με τις γυμνές κολώνες του δευτέρου ορόφου να χάσκουν ακαλαίσθητα. Από το λιμάνι ξεκινούν δύο τσιμεντένιοι δρόμοι, οι οποίοι ενώνονται μεταξύ τους σχηματίζοντας κύκλο. Ο ένας διατρέχει κατά μήκος το κεντρικό, κατάφυτο τμήμα του νησιού, περνώντας από τους οικισμούς Κάτω Μαθράκι, Μπενάτικα, Κατσουράτικα, Φουριάτικα και Άνω Μαθράκι. Ο άλλος κινείται προς τα αριστερά, παράλληλα με το Πορτέλο, τη μεγάλη αμμώδη παραλία του νησιού. Η έκτασή της –φτάνει μέχρι το ακρωτήριο Αρβανίτικο– μας δίνει την αίσθηση μιας σχεδόν έρημης παραλίας. Τα νερά της είναι ρηχά, διάφανα και γαλαζοπράσινα. Στο νότιο άκρο της, περίπου 3χλμ. από το λιμάνι, βρίσκεται το Corfu Paradise Hotel-Restaurant, μία ακόμη επιλογή για φαγητό στο νησί. Μια εσοχή στην άκρη της παραλίας, μακριά από τα βλέμματα των λουόμενων, προσφέρεται για στήσιμο σκηνής.
Στη δυτική πλευρά του νησιού βρίσκεται η παραλία Φύκι, ένας μεγάλος όρμος με διάφανα γαλαζοπράσινα νερά. Η αμμώδης ακτή του καλύπτεται στο μεγαλύτερο μέρος της από φύκια. Η πρόσβαση γίνεται από το Κάτω Μαθράκι μέσω σύντομου μονοπατιού. Κι εδώ ήμουν εντελώς μόνος. Επέστρεψα πάλι στην παραλία αργά το απόγευμα για να παρακολουθήσω ένα ακόμη μαγευτικό ηλιοβασίλεμα.

Όσον αφορά τα μονοπάτια, κατά μήκος του κύριου δρόμου υπάρχουν αρκετές ξύλινες πινακίδες που υποδεικνύουν επιμέρους πεζοπορικές διαδρομές, επί το πλείστον σύντομες, όπως από τις Αργυάδες στο Γιανούλη, από την περιοχή Ντούφος προς την παραλία Πορτέλο ή από το Δημοτικό Σχολείο στο Άνω Μαθράκι προς το Παρατηρητήριο. Υπάρχει ακόμη πεζοπορική διαδρομή προς τον Κόντρακα, το παλιό λιμάνι του Μαθρακίου, ενώ το Eureka Glamping έχει χαρτογραφήσει μια μεγαλύτερη διαδρομή μήκους περίπου 5χλμ.
Στο Άνω Μαθράκι βρίσκεται το πολύ όμορφο παραδοσιακό καφενείο «Κεντρικόν», που το λειτουργεί από το απόγευμα και μετά η πρόσχαρη και φιλόξενη Χρύσα. Είναι ένας από τους χώρους όπου μπορεί κανείς να συναντήσει και να πιάσει κουβέντα με ντόπιους. Στο νησί υπάρχει ακόμη το Al Fresco Cafe & Bar, ένας χώρος εντελώς διαφορετικού ύφους. Εκεί κοντά, όταν «κατάφερα», κάνοντας όπισθεν, να ρίξω τη μοτοσυκλέτα μου σε ένα χωράφι, οι άνθρωποι έσπευσαν αμέσως να με βοηθήσουν να τη σηκώσω.
Μεγάλη εντύπωση μου έκαναν τα δεκάδες εγκαταλελειμμένα αυτοκίνητα, φορτηγά και μπουλντόζες που συναντά κανείς σε οικόπεδα, κατά μήκος των δρόμων ή ακόμη και κοντά στη θάλασσα. Πρόκειται για ένα σοβαρό πρόβλημα που απαντά σε πολλά ελληνικά νησιά και συνδέεται, μεταξύ άλλων, με το υψηλό κόστος μεταφοράς των οχημάτων σε εγκαταστάσεις απόσυρσης και ανακύκλωσης εκτός νησιού. Θα ήταν επομένως σκόπιμο οι τοπικές αρχές να πιέσουν το αρμόδιο υπουργείο για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση ενός προγράμματος απομάκρυνσής τους.
Το νησί δεν διαθέτει μίνι μάρκετ. Αυτό σημαίνει ότι οι κάτοικοι αγοράζουν τις προμήθειές τους από την Κέρκυρα και τις παραλαμβάνουν με το καράβι. Ό,τι αποτελεί για εμάς μια απλή καθημερινή διαδικασία, γι’ αυτούς απαιτεί προγραμματισμό, χρόνο και υπομονή. Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το γεγονός ότι στο Μαθράκι δεν υπάρχει αστυνομία και λιμενικό. Η ιστοσελίδα του Μαθρακίου προσφέρει αρκετές πληροφορίες για το νησί, αλλά είναι διαθέσιμη μόνο στα αγγλικά.
Υπέροχες παραλίες, πυκνή βλάστηση, σκιερά μονοπάτια, λίγοι επισκέπτες, νόστιμο φαγητό, ευγενικοί άνθρωποι είναι μερικοί μόνο από τους λόγους για τους οποίους αξίζει να γνωρίσει κανείς τα Διαπόντια Νησιά. Νησιά με τον ανθρώπινο μόχθο αποτυπωμένο στο τοπίο τους, φορτωμένα με ιστορίες μετανάστευσης, αλλά και με τους κινδύνους της τουριστικής ανάπτυξης να ελλοχεύουν.
Αρκετά χρήσιμο και κατατοπιστικό για τα Διαπόντια Νησιά είναι παλαιό άρθρο του Αντώνη Ιορδάνογλου στο πάλαι ποτέ ταξιδιωτικό περιοδικό Passport. Ενδιαφέροντα κείμενα βρήκα επίσης στο Travel.gr. Ας σημειωθεί ότι σε κανένα από τα τρία νησιά δεν υπάρχει φαρμακείο, βενζινάδικο ή ΑΤΜ.
*Ο Γεράσιμος Κακολύρης διδάσκει σύγχρονη ευρωπαϊκή φιλοσοφία στο Τμήμα Φιλοσοφίας του ΕΚΠΑ ([email protected]).

